Ο Έλληνας θεός

Η τιμιότητα της επιλογή των λέξεων, η απλότητα των νοημάτων και η μαγική αύρα τους, ευφραίνει την καρδιά και «ανεβάζει» την ψυχή ένα σκαλί παραπάνω. Το θαυμάσιο όμως συμβαίνει, όταν οι λέξεις μετουσιώνονται σε πράξεις, τότε θαρρώ «ανεβαίνεις» τα σκαλιά της ολοκλήρωσης δυο δυο, χαρίζοντας απλόχερα συγχώρεση, σε όλους εκείνους που σε κοιτούν να «ψηλώνεις» . Πώς όμως αλήθεια βρίσκεις τις λέξεις, όταν ο βούρκος σε σκεπάζει; Πώς «ψηλώνεις» όταν χέρια βρώμικα σε τραβούν προς τα κάτω;

Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη σιωπηλός. Καθρεπτιζόταν ένα καλοσχηματισμένο πρόσωπο, όμορφο, δροσερό με δυο ημερών γένια. Πέρασε την παλάμη από πάνω τους, επιθεωρώντας το μήκος, και με μια νωχελική κίνηση έπιασε τον αφρό ξυρίσματος και το ξυραφάκι, έτοιμος να αφανίσει και το παραμικρό ίχνος τους. O καθρέπτης απέναντί του, ο ισχυρότερος σύμμαχός του. Κοιτάχτηκε προφίλ, είχε την τέλεια ελληνική μύτη, όμορφη κατανομή οστών, «ένας Έλληνας θεός!», αναλογίστηκε με την υπεροχή των όμορφων, εγωιστών ανθρώπων, που επενδύουν τόσα πολλά στην εικόνα τους. «Πώς μπορούν κάποιοι άνθρωποι να μην ασχολούνται καθόλου με την εμφάνισή τους, τραγικοί!» μονολόγησε και στα μάτια του πρόβαλε ο νέος συνάδελφος στο διπλανό γραφείο, ασουλούπωτος και ατημέλητος, κάνοντας τρομερή αντίθεση με εκείνον, τον πάντα περιποιημένο και σχολαστικό, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Η κομψή εμφάνιση και η ομορφιά, μαζί φυσικά και με την εργασία που παρείχε, θεωρούσε πως θα του «άνοιγαν» τις πόρτες προς την προαγωγή.
Όταν την προαγωγή τελικά την πήρε ένας άλλος συνάδελφος, πολύ πιο κομψός και καλοβαλμένος από εκείνον, με θυμό ξέσπασε τα νεύρα του στον Μιχάλη, τον ασουλούπωτο διπλανό. Με τρόπο και πάντα μέσα από την δουλειά, χωρίς προσωπική επίθεση, με τις μεθόδους που χρησιμοποιούν οι αδιάκοπα δειλοί του κόσμου μας, δήθεν έβρισκε λάθη και χαζές μεθόδους με τις οποίες θα μπορούσε ο Μιχάλης να βρει την λύση γρηγορότερα. Δηλητηρίαζε την σχέση τους με λόγια στους ανώτερους, και απορούσε που ο Μιχάλης πάντα τον σκεφτόταν και έπαιρνε και για εκείνον καφέ τα πρωινά.

«Βρε Μιχάλη πώς τον μπορείς;» τον ρώταγε η Μάγδα στην υποδοχή.
«Καλός είναι, απλά δεν έχει τρόπο να το δείξει».
«Ε μέχρι να τον βρει θα τον κατατάξω στους όχι καλούς! Ψώνιο είναι, μεγάλο ψώνιο!»

Μα τον Μιχάλη δεν τον ένοιαζε η γνώμη των υπολοίπων, ήξερε πως κάτω από την αψεγάδιαστη εμφάνιση, ένας άνθρωπος ήταν και αυτός, όπως όλοι. «Όσο φτασμένοι και λεφτάδες, άνθρωποι είμαστε, το ίδιο κλαίμε, ο λόγος αλλάζει» έλεγε συνεχώς σε όσους κατηγορούσαν τον συνάδελφό του. Γι’ αυτό σε κάθε παρατήρηση τον ευχαριστούσε, που τον βοηθούσε να γίνει καλύτερος.

Λίγο πριν το Πάσχα, κάλεσε τον Μιχάλη ο προϊστάμενός, του εξήγησε πως δεν ήταν παραγωγικός, του έθεσε στόχους τριμήνου και αν δεν τα κατάφερνε άφησε να εννοηθεί πως θα τον απέλυε. Μάταια προσπάθησε εκείνος να του αποδείξει πως ήταν παραγωγικός και συνεργάσιμος, ευγενικός, μια ήρεμη δύναμη, μα ο λόγος του δεν πέρναγε, η αλήθεια είχε δυστυχώς διαστρεβλωθεί. Παρόλο που κατάλαβε την πηγή της διαστρέβλωσης, κάλεσε τον συνάδελφό του να περάσουν μαζί το Πάσχα. Θα καλούσε και δυο τρεις ακόμα από άλλα τμήματα, μα ο Έλληνας Θεός, υπεροπτικά αρνήθηκε, θα ταξίδευε στο Παρίσι, δήλωσε απαξιωτικά!
«Κανένα πρόβλημα! Σου στέλνω την διεύθυνσή μου, αν κάτι αλλάξει σε περιμένω, να ξέρεις».

Ο Έλληνας θεός μπήκε σε σκέψεις. «Μα γιατί μου φέρεται τόσο καλά, ενώ εγώ τον κατηγόρησα στον προϊστάμενο και τον περιμένω στην γωνία μετρώντας ένα προς ένα τα λάθη του; Κοίτα τον καημένο, δεν έχει στον ήλιο μοίρα, μα καλεί στο σπίτι του κόσμο! Εγώ τελευταία φορά που κάλεσα κόσμο, ήταν πριν κάτι χρόνια. Άλλωστε έχω το Παρίσι, δεν γίνεται να μην πάω. Τι δουλειά έχω εγώ με αυτούς;» και με αυτές τις σκέψεις πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Γύρισε το κλειδί στο άδειο, πεντακάθαρο και μοντέρνο σπίτι. Έβαλε ένα ποτήρι κρασί και επέτρεψε στον εαυτό του να βαρεθεί, το άξιζε άλλωστε, την ίδια ώρα που ο Μιχάλης επέστρεφε στο δικό του σπίτι, το όχι τόσο καθαρό, μα ζεστό από αγκαλιές παιδικές και αγάπη. Εκείνος δεν προλάβαινε να βαρεθεί ούτε μια στιγμή, μα το βράδυ σαν όλα τα παιδιά τους έπεφταν να κοιμηθούν, αγκάλιαζε την Ελπίδα και με την όμορφη εκείνη κούραση της φροντίδας, κοιτιόντουσαν σαν να ερωτευόντουσαν πρώτη φορά, πριν τους πάρει ο ύπνος.

Μετά το Πάσχα, η ένταση ανάμεσα στους δύο συναδέλφους έγινε αφόρητη. Ο Μιχάλης, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να καταλάβει την υπερβολική αντίδραση του συνάδελφού του. Παρ’ ότι πληγωμένος, συνέχιζε αθόρυβα, με τον ίδιο ζήλο — ώσπου λύγισε. Δεν άντεχε πια να ισορροπεί ανάμεσα στις απαιτήσεις των ανωτέρων και στη διαρκή ανάγκη να κατανοεί, να συγχωρεί. Ένα πρωί, άφησε την παραίτηση στο γραφείο του διευθυντή και έφυγε δίχως λέξη, δίχως αποχαιρετισμό — ούτε καν σ’ εκείνον.

Ο Έλληνας θεός, ανυποψίαστος, μπήκε έτοιμος για το καθημερινό ξέσπασμα, μα αντίκρισε ένα άδειο γραφείο. Όταν έμαθε τα νέα, ένιωσε ανακούφιση. Ή μήπως κάτι βαρύτερο;

Μέρες μετά, κατάλαβε: ο Μιχάλης ήταν η μόνη παρουσία που τον ανεχόταν χωρίς φόβο, χωρίς ανταγωνισμό. Και τώρα, είχε φύγει — εξαιτίας του. Άρχισε να παρατηρεί τα βλέμματα των άλλων. Περιφρόνηση. Ούτε ίχνος θαυμασμού. Κανείς δεν τον φώναζε για διάλειμμα· κανείς δεν του μιλούσε, πέρα απ’ τα απολύτως αναγκαία.

Μετά από ένα μήνα η Μάγδα από την υποδοχή του έδωσε έναν κλειστό φάκελο.
«Είναι από τον Μιχάλη. Με παρακάλεσε να στον δώσω αφού περάσει λίγος καιρός. Το θέλεις;» τον ρώτησε περιμένοντας την αντίδρασή του.
«Ναι…», καθυστέρησε εκείνος να απαντήσει, δήθεν απασχολημένος, δίνοντας ακόμα μια φορά την υπεροπτική εικόνα που έθρεφε τόσα χρόνια.
Άνοιξε τον φάκελο αμέσως μετά την αποχώρηση της Μάγδας, αναγνωρίζοντας τον γραφικό του Μιχάλη.

«Δεν έφυγα για να σε τιμωρήσω. Έφυγα να σώσω εμένα. Όταν το καταλάβεις, θα είσαι έτοιμος ν’ αλλάξεις. Αν το θες…»
«Μπούρδες!» μονολόγησε και με θυμό τσαλάκωσε το χαρτί πετώντας το μακριά.

Τρία χρονιά μετά, σε μια μεγάλη επαγγελματική ημερίδα, ο Έλληνας θεός αγωνίζεται να αποκτήσει δημόσιες σχέσεις, ανθρώπους με κύρος που θα τον ανεβάσουν επαγγελματικά στα επίπεδα που τόσα χρόνια επιθυμεί. Είναι πλέον έτοιμος, ώριμος, πιο ήσυχος, λιγότερο αμυντικός. Δεν κυνηγά εντυπώσεις πια, ξέρει πως δεν έχουν το ζητούμενο αποτέλεσμα. Παρακολουθεί μια ομιλία για την ψυχολογία στον χώρο εργασίας, όταν στο πρόγραμμα βλέπει ένα όνομα που δεν περίμενε να ξαναδεί.

Ο Μιχάλης ανεβαίνει στην σκηνή, ήρεμος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, μιλά για την αξία της ενσυναίσθησης και για τις «σιωπηρές απώλειες» που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος στον επαγγελματικό του χώρο. Δεν αναφέρει ονόματα, δεν κατηγορεί, μόνο μιλά για συναισθήματα, τον κοιτάζει, ξέρει πως απευθύνεται σε εκείνον, τον παρακολουθεί με έναν κόμπο στον λαιμό. Όταν τελειώνει η ομιλία, τον πλησιάζει αργά, του χαμογελά χωρίς ειρωνεία, πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή του θέλει να κλάψει. Θέλει να απολογηθεί για την συμπεριφορά του.
«Έχω κάτι να σου πω εδώ και χρόνια», τραυλίζει.
«Ε τότε να το πεις. Αν είναι αλήθεια θα το ακούσω. Έχει μια καφετέρια εδώ έξω πάμε να κάτσουμε»

Και κάθισαν. Όχι ως φίλοι ακόμη, αλλά ως δυο άνθρωποι που κάποτε πλήγωσαν ο ένας τον άλλον με τρόπους που ούτε οι ίδιοι είχαν καταλάβει.
«Έχω σκεφτεί πολλές φορές εκείνη την εποχή… ήσουν ο μόνος που είχε ιδέες, εγώ τις καταρράκωσα απλά για να φανώ ανώτερος»
Ο Μιχάλης τον κοίταξε με μάτια που δεν είχαν πια ανάγκη ν’ αποδείξουν τίποτα. «Η ζωή είναι μικρή, αν δεν είχες φερθεί έτσι, ίσως να μην είχα φτάσει ως εδώ. Σ ’ευχαριστώ με τον τρόπο σου, με έκανες δυνατότερο»

Ο Έλληνας θεός έμεινε σιωπηλός, νιώθοντας ότι αυτό το «ευχαριστώ» ήταν βαρύ, χειρότερο και από χίλιες κατηγορίες. Κι όμως για πρώτη φορά κατάλαβε τι σημαίνει πραγματική ήττα!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading