Η αποθήκη έμοιαζε παρατημένη. Μισογκρεμισμένοι τοίχοι, σκουριασμένα ρολά, και μια ταμπέλα από άλλη εποχή που έγραφε “Ψυγεία – Επισκευές”.
Κανείς δεν ήξερε πως κάτω απ’ την τσιμεντένια στέγη χτυπούσε η παλιά καρδιά μιας παλιάς ομάδας.
Μέσα… τρεις άντρες.
Ο καπνός απ’ τα τσιγάρα έπλεκε σπείρες στον αέρα.
Ο Χοντρός, με τη μασχάλη να στάζει από το βάρος του και τα νεύρα του, μασουλούσε πατατάκια και κοίταζε κάθε τρία λεπτά το κινητό του.
– «Άργησε… άμα δεν έχει φάει κάτι, θα έχει κακό ξύπνημα», μουρμούρισε.
– «Άμα το μάθει η Sidorela πως πάλι έφυγες έτσι, ετοιμάσου για ταψί με κρεμμυδάκια. Εσένα, όχι την πίτα», γέλασε ο Κοντός, κρατώντας το πακέτο Marlboro στο χέρι του.
Ο Χοντρός σταμάτησε.
– «Η Sidorela… δεν είναι γυναίκα. Είναι κράτος. Με δικό της στρατό και σύστημα ποινικού κώδικα. Κι αν με δει με καμιά άλλη, δεν θα με χωράει ούτε το μνήμα!»
– «Ας τα βλέπουν οι γκόμενες που τραβάς…», πέταξε ο Ψείρας από το βάθος, χωρίς να σηκώσει καν το βλέμμα απ’ το λάπτοπ του.
Ο Ψείρας, πιτσιρικάς – μα όχι στα μυαλά.
Ήταν το παιδί-θαύμα που οι anonymous ψιθύριζαν το όνομά του σαν προσευχή.
Αλλά εκείνος… έσπαγε τραπεζικά τείχη και έστελνε λεφτά στη μάνα του στην Πρέβεζα.
– «Αν δε βρω το σήμα του βαν μέσα σε δέκα λεπτά, να με φωνάζετε Βασούλα», είπε ήρεμα. «Έχω βάλει πρόγραμμα που αντιγράφει τα σήματα από τις πινακίδες. Όλες. Από Αθήνα μέχρι Βουκουρέστι. Θα τον βρω.»
Ο Κοντός γύρισε και τον κοίταξε.
– «Ρε, μήπως είσαι ρομπότ και δεν μας το ’χεις πει;»
– «Όχι. Απλώς δεν είχα παιδική ηλικία, Κοντέ. Την ξόδεψα στην εντολή / trace_ping_».
Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε ο Shqiponja. Μαύρο μπουφάν. Κοντό μούσι. Βλέμμα που δεν έψαχνε, διέταζε.
Πίσω του, η παλιά σιωπή. Μπροστά του… οι τρεις του λύκοι.
– «Καλησπέρα», είπε μόνο.
Όλοι σηκώθηκαν. Όχι από σεβασμό. Από ένστικτο.
– «Τι έγινε; Ποιανού το αίμα πρέπει να χύσουμε;» ρώτησε ο Χοντρός, και πέταξε τα πατατάκια στο πλάι.
Ο Shqiponja δεν μίλησε αμέσως. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μικρό πορτοφόλι. Άνοιξε το φερμουάρ. Μέσα… μια φωτογραφία της Βίκυ. Χαμογελαστή. Γαλήνια. Την ακούμπησε στο τραπέζι.
– «Την πήραν.»
Σιωπή.
Ο Ψείρας έκλεισε το λάπτοπ με απότομη κίνηση. Ο Χοντρός έσφιξε τα δόντια. Ο Κοντός έβγαλε τσιγάρο, το άναψε με χέρια που έτρεμαν.
– «Ποιος;»
– «Ο Dottore.»
– «Ο Ιταλός; Ο ψυχοπαθής με τα καζίνο;», γρύλισε ο Κοντός.
– «Αυτός. Μου πήρε τη Βίκυ για να μου δώσει μήνυμα. Μόνο που… δεν του απαντάς με λέξεις. Του απαντάς με φωτιά.»
Η σιωπή έγινε όρκος.
– «Θα τη βρούμε», είπε ο Ψείρας.
– «Και θα του αφήσουμε μόνο το δέρμα του», μουρμούρισε ο Κοντός.
– «Όρκο δώσαμε όλοι μας τότε», είπε ο Χοντρός. «Πως αν ποτέ κάποιος πειράξει εμάς… απαντάμε σαν οικογένεια. Και η Βίκυ είναι δική μας. Μας έδωσε ζωή όταν όλοι μας είμασταν χαμένοι .»
Ο Shqiponja τους κοίταξε έναν-έναν.
– «Δεν θέλω να σκοτώσουμε αμέσως. Πρώτα… θα τον γδύσουμε απ’ όλα. Από λεφτά, από ασφάλεια, από συμμάχους.»
Ο Κοντός έσβησε το τσιγάρο του με δύναμη.
– «Πάμε, λοιπόν. Πρώτα… του καίμε ένα απ’ τα καζίνο.»
Και η ομάδα… σηκώθηκε.
Βασιλική Γκόγκα
Συνεχίζεται…

One response to “Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ – LA REYNA – Κεφάλαιο 5ο – Οι άνθρωποι που δεν ξεχνιούνται”
[…] Προηγούμενο […]