Όλα καλά

«Όλα καλά θα πάνε», της το έλεγε συχνά. Σχεδόν κάθε φορά που εκείνη λύγιζε, κάθε φορά που το βλέμμα της χαμήλωνε και η φωνή της έσπαγε. Το έλεγε με σιγουριά. Όχι επιτηδευμένη, αλλά βαθιά, αβίαστη, σαν να ήξερε κάτι που εκείνη δεν ήξερε. Κι εκείνη τον πίστευε. Ανακουφιζόταν. Ένιωθε ασφάλεια, όχι τόσο από τα λόγια, αλλά από τον ίδιο. Από την παρουσία του. Την αγκαλιά του. Τον τρόπο που την κοίταζε, που δεν χρειαζόταν πολλά για να καταλάβει.
Μα ήταν μια υπόσχεση που δεν μπορούσε να εγγυηθεί. Που δεν ήταν δική του να κρατήσει. Που δεν μπόρεσε, τελικά, να εκπληρώσει.

Το τέλος ήρθε ξαφνικά. Όχι με φωνές. Όχι με σκηνές. Ήταν ένα απόγευμα σχεδόν αδιάφορο, που δεν προμήνυε τίποτα. Εκείνη μιλούσε και εκείνος δεν άκουγε. Κάτι είχε ήδη αποσυνδεθεί καιρό πριν, αλλά τότε ήταν που έγινε η ρωγμή, ήχος. Μια πρόταση, μια σιωπή μετά, κι έπειτα εκείνη η φράση που όσο απαλά κι αν ειπωθεί, πάντα χτυπάει σαν κεραυνός: «Δεν μπορώ άλλο». Ήρεμα, σχεδόν ευγενικά. Και τόσο τελεσίδικα.

Στην αρχή πάγωσε. Πίστεψε πως δεν κατάλαβε καλά. Μετά ένιωσε το σώμα της να βαραίνει και το μυαλό της να τρέχει – να ψάχνει τι έκανε λάθος, πότε, πού. Δεν μάλωσαν. Δεν έκλαψαν. Μόνο έμειναν για λίγο κοιτώντας ο ένας τον άλλον σαν ξένοι. Ή μάλλον σαν δυο που κάποτε υπήρξαν πολύ κοντά και τώρα δεν αναγνώριζαν πια τη διαδρομή που τους χώρισε.

Τη μεθεπόμενη μέρα επισκέφτηκε μια μάντισσα. Έψαχνε να πιαστεί από παντού. Η απελπισία αυτό κάνει – σε ρίχνει σε ακραίες καταστάσεις που άλλοτε η ίδια περιγελούσες.
Η γυναίκα την κοίταξε βαθιά χωρίς να μιλήσει στην αρχή. Το δωμάτιο είχε μυρωδιά λιβανιού και βαρύ, πυκνό αέρα. Τα δάχτυλά της έπαιζαν με κάτι χάντρες καθώς έκλεινε τα μάτια. «Όλα καλά θα πάνε», της είπε τελικά. Κι εκείνη έβαλε τα κλάματα. Δεν ήταν δυνατόν, τόσο τυχαία όλα συμβαίνουν; Της μίλησε για κύκλους που κλείνουν, για ψυχές που συναντιούνται και χάνονται, μόνο και μόνο για να καταλάβουν πόσο σημαντικές ήταν.

Έφυγε μπερδεμένη αλλά λιγότερο μόνη. Κάτι μέσα της, βαθιά, είχε αρχίσει να ησυχάζει. Σαν να της είχαν ψιθυρίσει ότι η ζωή δεν τελειώνει εκεί. Ότι πονά, ναι, αλλά μετά το πένθος έρχεται η επιστροφή. Ή σε σένα, ή στον άλλον.

Πέρασε καιρός.
Πόνος.
Σιωπή.
Αποδοχή.
Οι μέρες άρχισαν να κυλούν αργά, με εκείνη να μετρά όχι το χρόνο, αλλά τις στιγμές χωρίς εκείνον. Ήταν σιωπές πιο βαριές απ’ τις κουβέντες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Της έλειπε — όχι απλώς αυτός, αλλά το πώς ήταν η ίδια κοντά του. Ο τρόπος που της χάιδευε το πίσω μέρος του λαιμού όταν οδηγούσε. Το βλέμμα του όταν την κοίταζε χωρίς να λέει τίποτα. Οι Κυριακές που μύριζαν φρέσκο καφέ και ραθυμία.

Έψαχνε σε παλιά μηνύματα απαντήσεις. Διάβαζε ξανά και ξανά τις συνομιλίες τους, λες και μέσα από λέξεις ξεχασμένες θα έβρισκε ένα στοιχείο που πρόλαβε να της διαφύγει. Μια ένδειξη. Ένα σημάδι ότι κάτι μπορούσε να σωθεί.
Αλλά τίποτα.
Και το να μην λαμβάνεις μήνυμα, μήνυμα είναι.

Στην αρχή πονούσε – σα να σε σβήνουν λίγο λίγο, χωρίς να το λένε. Μετά άρχισε να το διαβάζει αλλιώς. Σαν απόφαση. Σαν όριο. Σαν τελεία.
Έμαθε να κλείνει το κινητό τη νύχτα. Έμαθε να περπατά μόνη και να μην ψάχνει πια τον ήχο της μηχανής του. Έμαθε να κοιμάται χωρίς τις «καληνύχτες» του και να ξυπνά χωρίς το «καλημέρα, κοιμήθηκες καλά;».
Κάθε μέρα, ένα μικρό βήμα. Μερικές φορές μπροστά. Μερικές πίσω. Αλλά βήμα.

Και κάπως έτσι, μια βραδιά που δεν διέφερε σε τίποτα από τις υπόλοιπες, είδε το αμάξι του παρκαρισμένο έξω απ’ το σπίτι της.
Στην αρχή δεν το πίστεψε. «Μπα… δεν μπορεί», είπε. «Θα είναι ένα ίδιο. Συμβαίνει. Άλλωστε, όταν θέλεις να δεις κάτι, το βλέπεις παντού. Ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχει. Έτσι παίζει το μυαλό όταν πονά».
Αλλά όχι. Ήταν αναμφίβολα αυτός. Ξεκάθαρα εκείνος. Τον είδε να βγαίνει από την πόρτα του οδηγού. Τον είδε να στέκεται απέναντί της, με εκείνο το βλέμμα. Όχι χαμηλωμένο. Ούτε θλιμμένο. Σκέτο.

Στάθηκε και την κοίταζε. Της έγνεψε, και χωρίς πολλή σκέψη, εκείνη έσπευσε κοντά του. Με εκείνον πάντα κάτι την τραβούσε στο μέρος του. Ένιωθε ασφαλής με εκείνον – και αυτό ποτέ δεν την φόβιζε.
«Θέλω να μιλήσουμε», της είπε. Μια φράση τόσο απαισιόδοξη, μα τόσο αισιόδοξη συνάμα. Το νόημά της εξαρτάται πάντα από την περίσταση στην οποία αρθρώνεται.
Και τότε θυμήθηκε τα λόγια της μάντισσας: «Πάντα γυρνάνε… με κάποιο τρόπο, πάντα καταλαβαίνουν το λάθος τους όταν χάνουν κάτι σημαντικό. Πάντα. Ακόμα κι αν είναι αργά.»

Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως όλα είχαν αλλάξει προς μια θετική τροπή. Το ένιωθε στον αέρα που φυσούσε διαφορετικά, στην αύρα του, που προμήνυε κάτι όμορφο. Όχι επειδή ήρθε. Αλλά επειδή εκείνη είχε αλλάξει. Δεν τον κοίταζε πια με τα ίδια μάτια. Δεν περίμενε. Δεν απαιτούσε. Απλά τον είδε. Όπως ήταν. Και άκουσε. Ήρεμη και σιωπηλή.
Κουμπώθηκε στην αγκαλιά του. Το άρωμά του δεν είχε αλλάξει. Το δέρμα του ήταν ίδιο. Η αύρα του, γνώριμη. Και για μια στιγμή, ένιωσε βέβαιη. Όλα καλά θα πάνε.
Μα μερικές φορές, το «όλα καλά» δεν έρχεται με τον τρόπο που (αρχικά) θέλουμε. Ή, μάλλον, που νομίζουμε ότι θέλουμε.

Γιατί, όπως είχε πει και η μάντισσα, όταν κάτι σπάει, ίσως σημαίνει πως δεν ήταν αρκετά δυνατό για να αντέξει. Κι όσο κι αν πονά, ίσως συμβαίνει έτσι για καλό. Το να το κολλάς και να προχωράς, συγκαλύπτοντας το ράγισμα, δεν σημαίνει πάντα γιατρειά. Καμιά φορά σημαίνει παράταση. Παράταση του πόνου. Παράταση μιας ψευδαίσθησης.

Η επιστροφή του δεν σήμαινε επανένωση. Όχι απαραίτητα. Σήμαινε πως κάτι μέσα του μετακινήθηκε ξανά προς αυτήν. Πως ήθελε να της πει, έστω και σιωπηλά, πως κατάλαβε. Πως αναγνώρισε.
Κι εκείνη το δέχτηκε. Ήρεμα. Με αξιοπρέπεια. Όχι με λαχτάρα πια, αλλά με συνείδηση. Δεν περίμενε υποσχέσεις. Δεν γύρευε υποσχέσεις πλέον. Είχε μάθει πια πως ό,τι αξίζει, δεν χρειάζεται όρκους. Μόνο αλήθεια. Και ό,τι τελειώνει, δεν χρειάζεται πάντα να ξαναρχίσει. Αρκεί να κλείσει σωστά.

Και τότε κατάλαβε. Το «όλα καλά» δεν έχει να κάνει με το αν ο άλλος μένει ή φεύγει. Δεν έχει να κάνει με το αν κάτι ξαναρχίζει ή οριστικά τελειώνει. Έχει να κάνει με το αν εσύ στέκεσαι. Με το αν προχωράς. Με το αν αγαπάς τον εαυτό σου λίγο περισσότερο κάθε φορά που πονάει.
Έχει να κάνει με την ησυχία που έρχεται, όταν δεν περιμένεις πια τίποτα από κανέναν — ούτε συγγνώμη, ούτε εξήγηση, ούτε επιστροφή.

Γύρισε σπίτι της εκείνο το βράδυ ήρεμη. Ήξερε πια. Δεν ήταν ανάγκη να δει πού θα πάει αυτό, πού θα καταλήξει. Το τέλος δεν την τρόμαζε πια. Είχε περάσει μέσα από αυτό και είχε μείνει όρθια.
Κι αυτό αρκούσε.
Χαμογέλασε. Κι αυτή τη φορά το χαμόγελο δεν ήταν για εκείνον. Ήταν για εκείνη.
«Όλα καλά θα πάνε», ψιθύρισε.
Και το εννοούσε.
«ΟΚ»

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

One response to “Όλα καλά”

  1. Πολύ ωραίο και χρήσιμο για τα πράγματα που δεν βλέπουμε στα δύσκολα! Μπράβο σας!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading