Κι αν λένε πως η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα, στη Μάνη τότε τίποτα δεν ήταν παραπάνω απ’ την τιμή και την περηφάνεια, τίποτα δεν ήταν παραπάνω απ’ τη δικαιοσύνη και την απαίτηση της τιμωρίας του άδικου. Κι η Όλγα έτσι ήταν μεγαλωμένη κι έτσι είχε γαλουχήσει κι εκείνη τα παιδιά της. Την αγαπούσε την Παρασκευούλα ο Λάμπρος, πάνω απ’ τη ζωή του την αγαπούσε, μα πάνω κι απ’ τη ζωή του ακόμα ήταν το χρέος, το χρέος για εκδίκηση, το χρέος για αποκατάσταση του δίκιου. Ο ήχος της τουφεκιάς τον πόνεσε, θαρρείς κι εκείνον λάβωσε η σφαίρα κι η κραυγή της Παρασκευούλας του που έσκισε την ησυχία της νύχτας, τον έκανε να λυγίσει. Σαν πύργος που κατέρρεε, γονάτισε στο χώμα, αφήνοντας το τουφέκι του να πέσει κάτω. Ένιωσε τον κόσμο γύρω του να μαυρίζει, να χάνει οξυγόνο απ’ τα πνευμόνια του, ένιωσε την ψυχή του να βγαίνει απ’ το σώμα.
-Λάμπρο! Σήκω! Τι έπαθες; άκουγε σαν όνειρο τη φωνή της μάνας του δίπλα του, όσο προσπαθούσε να τον συνεφέρει
-Μάνα… κατάφερε μόνο να ψελλίσει
-Σήκω! Τι έπεσες σα θηλυκό στο χώμα! Σήκω άνανδρε! του φώναξε με απίστευτη σκληρότητα
Ντρεπόταν! Ένας Θεός ξέρει πόσο ντρεπόταν εκείνη τη στιγμή, μα δεν τον υπάκουαν τα άκρα του, είχε παραλύσει. Μπροστά του είχε τη μάνα του, το πρόσωπο που σεβόταν πιο πολύ σ’ ολάκερο τον κόσμο, το πρόσωπο που είχε όλα τα δίκια του κόσμου με το μέρος του κι αποφάσισε να αποδώσει δικαιοσύνη για ό,τι της είχαν κάνει, μα λίγα μέτρα πιο κει, κείτονταν μάλλον νεκρή η μόνη γυναίκα που αγάπησε και που ονειρευόταν να είναι αυτή που θα τον συντρόφευε μέχρι το τέλος της ζωής του, η γυναίκα που έπρεπε να πληρώσει με τη ζωή της τα κρίματα άλλων.
-Μάνα! μια γυναικεία φωνή πίσω απ’ το Λάμπρο και την Όλγα, τους έκανε να γυρίσουν ταυτόχρονα προς το μέρος της
-Θεοχάρη! Τι θέλεις εδώ; ρώτησε φωναχτά μα σαστισμένα η Όλγα
-Όχι έτσι μάνα! Άσε την Παρασκευούλα! Δεν είναι αυτή αίτια για τη δειλία των Φραγκογιάννηδων. Ένα μικρό κορίτσι είναι… Μην πληρώσει αυτή τις αμαρτίες τους.
-Τι λες νύφη μου; Ο Λιάς…
-Ο Λιάς αν ζούσε μάνα, δεν θα άγγιζε γυναίκα και το ξέρεις. Τα σερνικά αυτής της φάρας φταίνε γι’ αυτή την αδικία κι αυτά πρέπει να πληρώσουν. Κι αν είναι αυτοί λαγόκαρδοι, δε θα γενούμε κι εμείς. Άσε με να πάω να δω πώς είναι το κορίτσι, μάνα.
Η Όλγα άκουγε την έγκυο νύφη της να της μιλά και δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Λίγο καιρό πριν έθαψε τον ίδιο της τον άντρα, ενώ μέσα στην κοιλιά της είχε το παιδί τους. Δεν ήθελε να εκδικηθεί; Δεν ήθελε να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη; Δεν ήθελε να πάρουν το αίμα τους πίσω; Δεν καταλάβαινε τίποτα.
-Μανιάτισσα δεν είσαι εσύ; Τι είναι αυτά που λες; Αγδίκιωτος θα μείνει ο γιος μου;
-Όχι μάνα. Το δίκιο του Λιά θα γδικιωθεί, αλλά σωστά, όπως πρέπει σε αληθινούς Μανιάτες όπως είμαστε εμείς. Όχι χτυπώντας νύχτα αδύναμα κορίτσια, μα κοιτώντας κατάματα τους υπαίτιους πριν τους ρίξουμε στο χώμα. Είσαι ο πιο δίκαιος άνθρωπος που γνωρίζω μάνα. Τι φταίει αυτό το δόλιο παιδί; Τι φταίει που γεννήθηκε σ’ αυτό το σκυλόσογο; Θα κδικιθούμε για τον θάνατο του Λιά μάνα! Κι αν δεν τα καταφέρουμε τώρα, αν στην κοιλιά μου έχω γιο, έτσι θα τον αναθρέψω, να ετοιμαστεί να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα του. Κι αν βγει κορίτσι μάνα, εγώ η ίδια θα σου φέρω τα κουφάρια των Φραγκογιάννηδων μπροστά στα πόδια σου. Τον δολοφόνων, όχι κάποιου που δεν φταίει. Άσε με να πάω να τη δω, μην πάρουμε το κρίμα ενός άδικου θανάτου στο λαιμό μας…
Η Όλγα κοντοστάθηκε, απ’ τη μια είχε την μαυροντυμένη έγκυο νύφη της μπροστά της, να μιλάει και να κλαίει κι απ’ την άλλη τον Λάμπρο, γονατισμένο στο πλάι της, να την κοιτά στα μάτια περιμένοντας μόνο μια της λέξη για να σηκωθεί και να τρέξει να δει πώς ήταν η Παρασκευούλα, αν ήταν ακόμη ζωντανή. Σήκωσε το βλέμμα της ψηλά στο σκοτεινό ουρανό, σαν να έψαχνε μια απάντηση, μια λύση από κει ψηλά και δευτερόλεπτα μετά άφησε το τουφέκι της να πέσει στο χώμα. Λέξη δεν είπε, μα ήταν φανερό πως είχε καταλάβει πως δεν ήταν αυτός ο σωστός τρόπος να εκδικηθεί για το παλικάρι της. Ο Λάμπρος σηκώθηκε απότομα κι άρχισε να τρέχει προς το κάρο, να δει αν η Παρασκευούλα ήταν ζωντανή και στο κατόπι του η Θεοχάρη, κρατώντας την κοιλιά της και με τα δάκρυά της να τρέχουν ασταμάτητα ακόμη απ’ τα μάτια της.
Και μετά έγινε κάτι μαγικό. Στη Μάνη, σ’ αυτό το μέρος με την άγρια ομορφιά και τους άγριους ανθρώπους, για πρώτη ίσως φορά, ήρθε η αγάπη και νίκησε την ανάγκη της εκδίκησης. Για πρώτη ίσως φορά, οι άνθρωποι που κρατούσαν το κεφάλι πάντα ψηλά, το σήκωσαν ακόμη ψηλότερα κι αντίκρυσαν Θεό και το φως πότισε την ψυχή τους.
Την Παρασκευούλα που είχε θανάσιμα σχεδόν πληγωθεί, την γιάτρεψαν οι άνθρωποι που η οικογένειά της είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα. Εκείνοι τους πλήγωσαν, μα αυτοί τους γιάτρεψαν. Κι εκείνη τους το ανταπέδωσε με τον πιο όμορφο τρόπο, τέσσερα σερνικά έκαναν με το Λάμπρο και γέμισε το άλλοτε σκοτεινό σπίτι με χαρούμενες φωνές.
Κι η Θεοχάρη, αυτή η Μανιάτισσα με την τόσο λεβέντικη ψυχή, έφερε στον κόσμο τον μοναχογιό της και του έδωσε το όνομα του αδικοχαμένου άντρα της. Ένας Λιάς έφυγε κι ένας ήρθε στο Κατσουλέικο. Κι ίσως δεν μπορούσε να γεμίσει το κενό της απώλειας, μα γλύκανε λίγο τον πόνο, μαλάκωσε τις καρδιές.
Κι η Όλγα, αυτή η γυναίκα που τόσα υπέφερε στη ζωή της, τόσα που την είχαν κάνει απίστευτα δυνατή και σκληρή, αγκάλιασε παιδιά κι εγγόνια όπως κάθε μάνα πρέπει να κάνει και στάθηκε στο πλάι τους μέχρι το τέλος της.
Εκδίκηση δεν πάρθηκε ποτέ. Οι Φραγκογιάννηδες δεν γύρισαν ξανά στον τόπο τους και κανείς δεν έμαθε νέα τους.
Κι έτσι τελικά γδικιώθηκε το δίκιο του Λιά. Όχι με αίμα, μα με αγάπη…
Κική Γιοβανοπούλου
Τέλος
