Κάποιος Ξέρει – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Μετά από ατελείωτες ώρες αναμονής, οι δύο γυναίκες ξαναβρέθηκαν στο κτίριο. Είχαν κλέψει μερικά δευτερόλεπτα μέσω της καθαρίστριας που τις άφησε μέσα. Η αποθήκη ήταν ήσυχη, σκονισμένη και ψυχρή. Στον πίσω τοίχο υπήρχε ένας μεταλλικός πίνακας. Όταν η Λίζα έβαλε το χέρι της, πίεσε μια μικρή εγκοπή που είχε δει στο βίντεο.
Ο πίνακας άνοιξε προς τα μέσα, αποκαλύπτοντας μια σκοτεινή σκάλα που κατέβαινε προς τα κάτω.
«Δεν το πιστεύω ότι κάνουμε κάτι τέτοιο…» μουρμούρισε η Άννα, αλλά ακολούθησε.

Η σκάλα ήταν μεταλλική, γεμάτη σκουριά. Κατέβαινε για τουλάχιστον δύο ορόφους. Στο τέλος της, μια βαριά μεταλλική πόρτα με λουκέτο. Ή έτσι νόμιζαν. Γιατί όταν η Λίζα ακούμπησε την παλάμη της στο λουκέτο, εκείνο άνοιξε.

Μέσα, το φως ήταν λιγοστό. Ένας τεράστιος χώρος με ράφια, παλιούς servers και… ένα τμήμα στο βάθος με μεταλλικά διαχωριστικά. Και πίσω από αυτά…
«Άνθρωποι;» ψιθύρισε η Άννα.
Δύο μορφές κάθονταν εκεί. Αδύνατες, σκονισμένες, σχεδόν εξαντλημένες. Όταν τις είδαν, σηκώθηκαν αργά. Μία από τις μορφές κρατούσε κάτι στο χέρι – ένα κομμάτι χαρτί. Ήταν ο άντρας που έγραφε τα σημειώματα.

«Εσείς… βρήκατε τα μηνύματα»
«Ποιοι είστε;» ρώτησε η Λίζα.
Ο άντρας προσπάθησε να χαμογελάσει. «Κάποτε… εργαζόμενοι. Μετά, test subjects. Τώρα… φαντάσματα για την εταιρεία»

Η Άννα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Σας κρατούν εδώ;»
«Δεν είναι η εταιρεία. Είναι αυτό που την ελέγχει. Το μηχάνημα. Δεν είναι απλό. Είναι πύλη. Εμείς προσπαθήσαμε να την κλείσουμε. Μας παγίδεψαν εδώ. Το μόνο που μπορούσα ήταν να στέλνω σημειώματα. Σκέφτηκα… αν κάποιος έχει ακόμα μυαλό, θα τα καταλάβει»
Η Λίζα ένιωσε τα πόδια της να βαραίνουν.

«Τι εννοείτε, “το μηχάνημα”;»
Ο άντρας έδειξε προς τον τοίχο. Πίσω από μια σειρά καλωδίων, υπήρχε κάτι καλυμμένο με ύφασμα. Το τράβηξαν.
Ήταν ο ίδιος αυτόματος πωλητής. Ή σχεδόν. Χωρίς σχισμές. Χωρίς κουμπιά. Μόνο μια γυάλινη επιφάνεια που έμοιαζε να πάλλεται ελαφρά. Ένα κόκκινο φως στο κέντρο αναβόσβηνε αργά.
Η Άννα έκανε ένα βήμα πίσω.

Ο άντρας ψιθύρισε: «Δεν είναι μηχάνημα. Είναι… αισθητήρας. Συσκευή επικοινωνίας. Κι ίσως… πύλη. Δεν είμαι σίγουρος»
Η Λίζα τον κοίταξε. «Και τώρα τι κάνουμε;»
Ο άντρας την κοίταξε στα μάτια. «Τώρα… ή το κλείνουμε. Ή αφήνουμε κι άλλους να χαθούν»
Η Άννα έπιασε το μπράτσο της Λίζας. «Και πώς… πώς το κλείνεις κάτι τέτοιο;»
Ο άντρας κατέβασε το βλέμμα. «Αυτό προσπαθούμε να καταλάβουμε. Εδώ και μήνες. Το μηχάνημα… αντιδρά. Μαθαίνει. Μεταβάλλει τον χώρο γύρω του. Μερικές φορές, αλλάζει ακόμα και τις αναμνήσεις.»

Η δεύτερη μορφή, μια γυναίκα με βαθουλωμένα μάτια, πλησίασε.
«Μπορεί να σας αφήσει να φύγετε. Αλλά όχι με όλα. Θα πάρετε ένα κομμάτι αλήθειας μαζί σας. Και ίσως αυτό να αρκεί»

Η Λίζα ένιωσε έναν παράξενο παλμό στο στήθος της. Σαν ο αέρας του δωματίου να την πίεζε προς τα πίσω. Κοίταξε την Άννα, που είχε ασπρίσει.
«Πρέπει να επιστρέψουμε. Να φέρουμε βοήθεια»
Ο άντρας έκανε ένα μικρό, πικρό γέλιο. «Αν θυμάστε καν…»

Μια αναλαμπή πίσω από τον πωλητή – σαν αστραπή – τους έκανε όλους να γυρίσουν. Το φως τρεμόπαιξε, και για μια στιγμή, ακούστηκε ένας ήχος… όχι ακριβώς μηχανικός. Κάτι ανάμεσα σε φωνή και σειρήνα.Η Λίζα και η Άννα έκαναν μεταβολή και έτρεξαν προς τη σκάλα. Καθώς ανέβαιναν, οι αναμνήσεις θόλωναν ήδη, σαν να κοιτούσαν μέσα από νερό.
Όταν βγήκαν στην αποθήκη, η Λίζα γύρισε πίσω. Ο πίνακας είχε κλείσει.
Και για πρώτη φορά, ένιωσε πως δεν θυμόταν πια το πρόσωπο του άντρα.

Η Άννα και η Λίζα περπατούσαν βιαστικά στον άδειο διάδρομο του κτιρίου. Τα φώτα τρεμόπαιζαν πίσω τους, σαν κάτι να τις ακολουθούσε. Η Άννα σταμάτησε απότομα και γύρισε προς τα πίσω.
«Ακούς κάτι;»

Η Λίζα σάρωσε με το βλέμμα τον διάδρομο. Μόνο σιωπή και ο χαμηλός ήχος του εξαερισμού. Κι όμως, κάτι δεν τους άφηνε ήσυχες. Ένα βάρος, αόρατο, που κουβαλούσαν από το υπόγειο. Η Λίζα έσφιξε τα χείλη της.
«Όχι ήχους. Αλλά νιώθω… σαν να τραβάει πίσω μας κάτι. Όχι τα πόδια μας. Το μυαλό μας»

Τίποτα δεν έμοιαζε ίδιο. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν περίεργα – χαμογελούσαν χωρίς λόγο, τα μάτια τους έμεναν περισσότερο από το φυσιολογικό κολλημένα πάνω στο πρόσωπο της Λίζας. Κάποιος πέρασε δίπλα της και ψιθύρισε «03:41». Χωρίς να σταματήσει. Χωρίς να την κοιτάξει.

Η Άννα κάθισε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή. Όλα τα αρχεία της έλειπαν. Η μνήμη της πάλευε να θυμηθεί κωδικούς. Ένα email ήρθε:
Αποστολέας: [δεν αναγνωρίζεται]
Θέμα: Επιστροφή στο Μηχάνημα
Κείμενο: «Δεν τελειώσατε ακόμα. Αν απομακρυνθείτε πολύ, δεν θα είστε πια εσείς»
Η Άννα κοίταξε τη Λίζα.
«Δε νομίζω ότι μας άφησαν να φύγουμε. Όχι πραγματικά»

Η Λίζα έψαχνε μανιωδώς παλιά αντίγραφα ασφαλείας, φωτογραφίες, έγγραφα. Κάθε φορά που προσπαθούσε να ανοίξει κάτι σημαντικό, η εικόνα πάγωνε. Μερικά αρχεία άνοιγαν, αλλά με αλλοιωμένο περιεχόμενο: ένα παλιό ημερολόγιο έγραφε τώρα «ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΕΙΤΑΙ». Ένα PDF με παρουσίαση μάρκετινγκ έδειχνε εικόνες από το υπόγειο.
Το χειρότερο: μια φωτογραφία από την παιδική της ηλικία. Η Λίζα, με ένα μικρό αυτόματο μηχάνημα πίσω της, σαν παιχνίδι.
Δεν το θυμόταν.

Το βλέμμα της έμεινε στο πρόσωπο της παιδικής Λίζας. Χαμογελούσε. Αλλά τα μάτια της… δεν ήταν τα δικά της.

Το πρωί της Παρασκευής, η Άννα δεν ήρθε στο γραφείο. Το κινητό της απενεργοποιημένο. Το σπίτι της άδειο. Η Λίζα πήγε μέχρι εκεί, μπήκε μέσα με ένα παλιό κλειδί ασφαλείας.
Τα πάντα στη θέση τους. Εκτός από μια τεράστια ζωγραφιά στον τοίχο του υπνοδωματίου. Ένα διάγραμμα. Τομή ενός μηχανισμού. Με σύμβολα άγνωστα. Γραμμές που κατέληγαν σε μια λέξη, γραμμένη με κόκκινο:
ΕΠΑΦΗ

Η Λίζα έλαβε ένα email αυτήν τη φορά στο κινητό της στον προσωπικό της λογαριασμό.
Αποστολέας: [δεν αναγνωρίζεται]
Θέμα: Συνέχεια
Κείμενο: «Μην την ψάχνεις. Είναι μέσα. Όπως κι εσύ. Όπως όλοι»

Η Λίζα επέστρεψε μόνη της στην αποθήκη. Κατέβηκε ξανά τη σκάλα. Το υπόγειο ήταν ήσυχο, σκοτεινό. Ο πωλητής – ή ό,τι κι αν ήταν – πάλλετο ξανά. Το κόκκινο φως είχε γίνει λευκό.
Κάθισε μπροστά του.
«Τι θέλεις από εμάς;» ψιθύρισε.

Καμία απάντηση.

Αλλά ο χώρος γύρω της μεταμορφώθηκε. Οι τοίχοι έγιναν διάφανοι. Γύρω της, είδε σκηνές από το παρελθόν της, το παρόν της, αλλά και… πιθανές εκδοχές του εαυτού της.

Εκατοντάδες Λίζες, σε διαφορετικές πραγματικότητες. Σε μερικές, είχε χαθεί. Σε άλλες, είχε πάρει τη θέση του ίδιου του Μηχανήματος.
«Δεν είμαι μηχάνημα. Είμαι καθρέφτης. Είμαι επιλογή. Είμαι καταγραφή. Εσύ με ενεργοποίησες. Και εσύ θα με συνεχίσεις»
Η φωνή ήταν μέσα στο μυαλό της. Σα να υπήρχε πάντα εκεί.

Η Λίζα έκανε ένα βήμα μπροστά και ακούμπησε την επιφάνεια.
Για μια στιγμή, δεν ήταν πουθενά.
Και μετά – ήταν παντού.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Συνεχίζεται…

2 responses to “Κάποιος Ξέρει – Μέρος 2ο”

  1. Σίγουρα,,,,,,, έχεις δει την ταινία MAATRIX
    Έχω να πω,,,, ότι σε επηρεάσε

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading