Το καφέ του Shqiponja δεν έμοιαζε με τίποτα που θα περίμενες απ’ το παρελθόν του.
Ήταν μικρό, φωτεινό, κρυμμένο ανάμεσα σε δυο παλιές πολυκατοικίες στο κέντρο της Αθήνας, εκεί κοντά στη Χέυδεν.
Απ’ έξω, γλάστρες με βασιλικό, λεβάντες και γιασεμιά. Σαν να προσπαθούσε κάποιος να διώξει τη βρωμιά της πόλης με αρώματα.
Στα τραπέζια, βιβλία ζωγραφικής και μαρκαδόροι.
Κάθε παιδί που έμπαινε μέσα, είχε κάτι να κάνει.
Μια γωνιά με κουκλόσπιτα και τουβλάκια. Μια με ήρεμη μουσική.
Η αίσθηση ήταν ασφάλεια. Σπίτι.
Πίσω απ’ τον πάγκο, η Aurelia.
Ξαδέρφη του Shqiponja.
Γλυκιά, γελαστή, γεμάτη ζωή. Με μαλλιά καστανοκόκκινα πιασμένα πάνω, και φουστάνι με μικρά λουλούδια.
Αγαπούσε τα παιδιά, τα φιλούσε στο κεφάλι, τους έφερνε μικρές λιχουδιές “για να μην πεινάσετε μέχρι το μεσημεριανό”.
Μόνο που η ίδια… δεν μπορούσε να κάνει παιδιά.
Το ‘ξερε, αλλά δεν το κουβαλούσε σαν βάρος. Το είχε κάνει αποστολή της να γεμίζει με φροντίδα τα παιδιά των άλλων.
Η μηχανή του εσπρέσο δούλευε με τα τρία group αναμμένα. Έβγαζε καφέδες σαν να ήταν πολεμικό όπλο. Η Aurelia ιδρωμένη, γελώντας, προσπαθούσε να προλάβει.
– “Αχ βρε μωρό, πάλι μου πέταξε νερά! Θα την πετάξω απ’ το παράθυρο!” φώναξε στον Χοντρό, που έπινε ήρεμα τον καφέ του δίπλα στο παράθυρο.
Ο Χοντρός χαμογέλασε.
– “Μην την πετάξεις. Απλά μάθε της τρόπους”.
Όλα ήταν κανονικά.
Ήρεμα. Ζεστά.
Και τότε…
Δυο μαύρες μηχανές. Έσκασαν απ’ τη γωνία με ουρλιαχτό ελαστικού. Δεν φρέναραν. Φρέναραν απότομα μπροστά στο καφέ.
Δύο άντρες στα μαύρα. Full-face κράνη. Τράβηξαν όπλα δυο καλάσνικοφ και άρχισαν να γαζώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Κρακ – Κρακ – Κρακ – Κρακ!
Πυροβολισμοί. Καταιγίδα.
Παιδιά ουρλιάζουν. Μανάδες πέφτουν πάνω τους. Καρέκλες γκρεμίζονται. Ο αέρας γεμίζει γυαλιά, κραυγές και αίμα.
Ο Χοντρός πετάγεται αστραπιαία και σπρώχνει ένα αγοράκι κάτω από το τραπέζι. Μια σφαίρα τον πετυχαίνει στον ώμο. Αίμα. Ένα δυνατό “ουφ” βγαίνει από το στόμα του.
– “Κάτω όλοι, γαμwτο σας! Μη σηκωθεί κανείς!”
Η Aurelia παγώνει. Μπροστά στη μηχανή του καφέ. Το χέρι της πάνω στην κούπα. Τα μάτια της διάπλατα, καρφωμένα στον ήχο.
Δεν κλαίει. Δεν ουρλιάζει. Απλά δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Για ένα δευτερόλεπτο, έχει παγώσει.
Οι μηχανές εξαφανίζονται όσο γρήγορα ήρθαν. Πάνω από είκοσι σφαίρες είχαν ριχτεί. Καμία κουβέντα. Καμία ταυτότητα.
Δυο λεπτά μετά, ένα SUV μαύρο παρκάρει με θόρυβο στο μέσο του δρόμου. Κατεβαίνει ο Shqiponja.
Δεν τρέχει. Δεν φωνάζει. Μόνο περπατά.
Το βλέμμα του: παγωμένο. Κενό. Σαν να βλέπει μέσα από τα πάντα.
Οι άνθρωποι του καφέ κλαίνε, ουρλιάζουν, άλλοι τραβούν τα παιδιά τους.
Ο Χοντρός σωριασμένος. Η Aurelia με αίμα στα χέρια, του πιέζει τον ώμο.
Ο Shqiponja τους προσπερνά. Κοιτάζει το πάτωμα. Αίμα. Σπασμένες κούπες. Ένα παιδικό σκίτσο – τώρα ματωμένο – με τη λέξη “Μπαμπάς”.
Σηκώνει το βλέμμα. Και μέσα του… η φωτιά σιγοκαίει. Όχι για να ζεστάνει. Αλλά για να τα κάψει όλα.
Βασιλική Γκόγκα
Συνεχίζεται…
