Βόλτες με μία χελώνα

-Έλα να δεις με τα μάτια σου, αν δεν με πιστεύεις, είναι τεράστια! είπε ο Ιάκωβος στην αδελφή του γουρλώνοντας τα μάτια του.
-Το ξέρω ότι φαντάζεσαι πράγματα, αλλά τόσο πολύ πια! του απάντησε η Νάντια.
-Καλά, έλα εσύ κι αν λέω ψέματα θα κάνω ό,τι θες για μία εβδομάδα!, συμπλήρωσε ο μικρός.

Η αλήθεια ήταν ότι ο Ιάκωβος, ένα ζωηρό, οκτάχρονο αγόρι, διέθετε μία φαντασία όμοια με εκείνη του Ιούλιου Βερν! Όταν έπαιζε με τα αυτοκινητάκια του φανταζόταν αγώνες, οι οδηγοί τους ήταν σούπερ ήρωες, το λεξιλόγιό του δε, υπέροχο και εφευρετικό. Έπλαθε λέξεις και τις προσάρμοζε στην αντίστοιχη περίπτωση. Εκείνο τον καιρό, τα δύο αδέλφια έκαναν τις διακοπές τους στο νησί και τον περισσότερο χρόνο τον πέρναγαν στην θάλασσα. Ο μικρός μόλις είχε μάθει κολύμπι και πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στην παραλία από νωρίς το πρωί. Βουτιές με την μάσκα, απλωτές για να δείξει πόσο καλά κολυμπάει, ψάρεμα με την απόχη. Η αδελφή του, λίγο πιο μεγάλη, τον ακολουθούσε αλλά κάποιες φορές ήθελε να κοιμηθεί λίγο παραπάνω και τον άφηνε μόνο του. Από το παράθυρο της κουζίνας η γιαγιά μπορούσε να τον επιβλέπει, έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι.

Ένα πρωινό, πριν αρχίζει η ζέστη και ο ήλιος να καίει, ο μικρός φόρεσε το μαγιό του, πήρε τα βατραχοπέδιλά του, την μάσκα του, έριξε μία ματιά πίσω του να δει αν η γιαγιά τον βλέπει από το “παρατηρητήριο”, την χαιρέτησε από μακριά και κίνησε για την θάλασσα. Αμέσως βούτηξε στο νερό με τον πλήρη εξοπλισμό λες και θα έκανε καταδύσεις σαν τους παλιούς σφουγγαράδες. Το κολύμπι του ήταν πιο ξεκούραστο με τα βατραχοπέδιλα και με λίγες απλωτές είχε φτάσει αρκετά μακριά. Η θάλασσα ήταν λάδι, το χρώμα της γαλάζιο και οι ακτίνες του ήλιου την διαπερνούσαν σαν σπαθί και την έκαναν να φαίνεται πιο γαλανή. Ο βυθός ήταν γεμάτος με αχινούς που είχαν κολλήσει στα βράχια και κουνούσαν τα αγκάθια τους ανάλογα με το ρεύμα του νερού. Αν κανένα πόδι κατά λάθος τα ακουμπούσε, τότε αυτά δεν έδειχναν καμία λύπηση, τα καημένα μαυριδερά αγκαθάκια γίνονταν τόσο εκδικητικά σε όποιον τολμούσε να ταράξει την ησυχία τους. Κατά τόπους υπήρχαν μεγάλα, μικρά φύκια, που ήταν το καταφύγιο των μικρών ψαριών. Ο μικρός, απορροφημένος από τον κόσμο του βυθού με την μοναδική ομορφιά, εκείνη την στιγμή αισθάνθηκε ένα άγγιγμα στο δεξί του πόδι. Με τρόμο γυρνάει το κεφάλι του και βλέπει μία μεγάλη θαλάσσια χελώνα. Εκείνη έντρομη βάζει το κεφάλι μέσα στο καβούκι της και κάθεται ακίνητη.

‘Μα πώς είναι δυνατόν να βρίσκεται μία χελώνα τόσο μεγάλη σε αυτά τα νερά;’ σκέφτηκε με το μυαλουδάκι του. Ποτέ δεν είχε ακούσει για τόσο μεγάλες χελώνες από τους ψαράδες. Ευτυχώς κράτησε την ψυχραιμία του και στάθηκε ακίνητος κοιτώντας την στα μάτια. Ή εκείνη ή εγώ, είπε από μέσα του, αλλά στο λεπτό άπλωσε το χέρι του να την γνωρίσει καλύτερα. Ο μικρός είχε μία καρδιά που χώραγε όλα τα ζώα, σκυλιά, γατιά, πουλιά, ψάρια και τώρα προστέθηκε και η χελώνα. ‘Να μην την τρομάξω την καημένη, θα έχει χαθεί. Αν είναι έτσι θα πεινάει και θα είναι φοβισμένη’.

Και δεν έπεσε έξω, η χελώνα είχε απομακρυνθεί από τις υπόλοιπες που ταξίδευαν καιρό τώρα από μακρινά μέρη σε πιο ζεστά νερά με κατεύθυνση τις Μεσογειακές ακτές, βρέθηκε στα νερά του μικρού νησιού του Ευβοϊκού. Το ταξίδι της επεισοδιακό, πόσα εμπόδια είχαν βρεθεί στον δρόμο της. Πλαστικές σακούλες της έφραζαν τον δρόμο, γόπες από τσιγάρα, σκουπίδια. Πόσο τρομακτικά ήταν για αυτή, αλλά όχι μόνο για την φίλη μας, αλλά και για οποιονδήποτε που θα τα συναντούσε. Στο στόμα της είχε κολλήσει μία μεγάλη σακούλα που την ενοχλούσε και δεν της επέτρεπε να φάει. Ο Ιάκωβος, αν και μικρός στην ηλικία, κατάλαβε την σοβαρότητα της κατάστασης, την πλησίασε, αν και φοβόταν λίγο, και με το χεράκι του τράβηξε την σακούλα από το στόμα. Η χελώνα αισθάνθηκε ανακούφιση και κούνησε τα πτερύγια της πάνω κάτω σαν να του έλεγε “ευχαριστώ φίλε μου”. Ο μικρός δειλά δειλά άρχισε να την χαϊδεύει στο κέλυφος που είχε τα χρώματα του σκούρου πράσινου, που φαίνονταν τόσο αρμονικά με τα χρώματα του βυθού και αμέσως άρχισε μία πρωτόγνωρη φιλία. Είχε διαβάσει για τις χελώνες και για τα μικρά χελωνάκια που έβγαιναν από τα αυγά τους, με πόση λαχτάρα έτρεχαν στο νερό, σκέφτηκε ότι και αυτή η χελώνα ίσως να επέστρεφε πίσω στην παραλία που είχε αφήσει τα αυγά της. Η χελώνα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και με νάζι έκανε νόημα στον μικρό να ανέβει πάνω της και να τον πάει μία βόλτα. Με αυτόν το τρόπο ήθελε να του δείξει την ευγνωμοσύνη της. Άλλο που δεν ήθελε ο μικρός μας φίλος. Οι περιπέτειες ήταν ένα με το πετσί του. Δεν έχανε καμία ευκαιρία να κάνει κάτι περισσότερο επικίνδυνο από τα άλλα παιδιά, να σκαρφαλώνει ψηλά στα δέντρα και να πέφτει κάτω, να κάνει ποδήλατο στην μία ρόδα και πολλά άλλα. Έτσι σε δευτερόλεπτα βρέθηκε πάνω σε ένα καβούκι αγκαλιά με αυτό το υπέροχο θαλάσσιο ερπετό και οι βόλτες ξεκίνησαν. Πάνω κάτω από το νερό, ανάμεσα από τα φύκια, δίπλα σε μικρά ψαράκια και γαρίδες. Η χελώνα έκανε μία στάση και με μία κίνηση άφησε τον Ιάκωβο, γιατί η πείνα θέριζε το στομάχι της και οι γαρίδες ήταν η αδυναμία της. Άνοιξε το στόμα και με μία χαψιά έχωσε μέσα της δυο τρεις. Ο Ιάκωβος δε είχε και την έννοια της γιαγιάς, η οποία είχε καρφώσει τα μάτια της στην παραλία και ήταν έτοιμη να ξεσηκώσει την γειτονιά και να δηλώσει Amber Alert! Ευτυχώς σε λίγο φάνηκε το κεφαλάκι του έξω από το νερό και ησύχασε. Ο φίλος μας κουρασμένος άρχισε να βγαίνει έξω προς την παραλία κλείνοντας πονηρά το μάτι του στην χελώνα σαν να της έλεγε “θα ξανάρθω, μην φύγεις!”.

Ανεβαίνοντας τα σκαλιά του σπιτιού, φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε.. “Νάντια, Νάντια ξύπνα! Δεν θα το πιστέψεις τι έγινε σήμερα στην θάλασσα!”
Η αδελφή του άνοιξε το ένα μάτι, έβγαλε το χέρι από τα σεντόνια και του είπε:
– Τι έγινε πάλι πρωί, πρωί; Συνάντησες κανένα δελφίνι; η μικρή γνώριζε πόσο ζωηρή ήταν η φαντασία του αδελφού της και κάθε φορά που επέστρεφε από την θάλασσα, όλο και μία ιστορία της έλεγε. Καμιά όμως δεν ήταν αληθινή.
-Έλα, ντύσου γρήγορα. Πάμε γιατί μπορεί να φύγει.
-Κάτσε να φάω κάτι καλέ, γουργουρίζει η κοιλιά μου. Εσύ δεν πεινάς;
-Άσε τα φαγητά σου λέω. Δεν είναι ώρα για τέτοια.

Δεν είναι ώρα της είπε ή της φάνηκε; Ποιος, ο αδελφός της, που όλη την ώρα στο φαγητό έχει τον νου του! Μάλλον θα είναι σοβαρά τα πράγματα και σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι και ντύθηκε στο λεπτό. Και αφού της είχε υποσχεθεί ότι θα έκανε ό,τι του ζητούσε για μία εβδομάδα χωρίς γκρίνια, παρέλειψε το πρωινό και βρέθηκε μαζί του στην παραλία. Η γιαγιά μάταια φώναζε… “εεε, μικροί εξερευνητές, ελάτε να πιείτε το γάλα σας!”.

– Θα μου πεις τώρα τι συμβαίνει; Έβλεπα και ένα όνειρο και με ξύπνησες πάνω στην καλύτερη στιγμή. είπε η Νάντια με την απορία να φαίνεται στα γαλανά της μάτια.
– Δεν θα πιστέψεις τι έγινε πρωί, πρωί! ο μικρός άρχισε την αφήγηση της περιπέτειάς του, εξηγώντας τα πάντα με την παραμικρή λεπτομέρεια.
– Δηλαδή τώρα θέλεις να μου πεις ότι μία χελώνα από το πουθενά βρέθηκε μπροστά σου και σε πήγε και βόλτα. Έλα βρε Ιάκωβε, τι βιβλίο διάβασες χθες βράδυ; Από τότε που πήγες σχολείο και διαβάζεις μόνος σου δεν σε προλαβαίνουμε!
– Ποτέ σου δεν με πιστεύεις εσύ! Αφού σου λέω αλήθεια! Φόρεσε κι εσύ τα βατραχοπέδιλά σου και πάμε μέσα, θα την δεις κι εσύ.

Η Νάντια δέχτηκε την πρόκληση με περιέργεια αρχικά, έτσι για να του αποδείξει ότι η φαντασία του κάλπαζε ως συνήθως. Σε πολύ λίγο βρέθηκαν στα βαθιά, φόρεσαν τις μάσκες τους και άρχισαν την εξερεύνηση του βυθού. Ξαφνικά ένα μεγαλόσωμο πλάσμα εμφανίστηκε μπροστά της, ήταν η χελώνα. Αυτός ο μικρός έλεγε αλήθεια τελικά. Κράτησε την ψυχραιμία της, γύρισε το κεφάλι στον αδελφό της ο οποίος της έκανε νόημα να ανέβουν στην πλάτη της . Η χελώνα έγειρε προς το μέρος τους και σε λίγο τα μικρά ξεκίνησαν μία σύντομη βόλτα. Στην διαδρομή συνάντησαν σαρδελίτσες, γαριδούλες, μικρά χαριτωμένα ψαράκια και λίγο πιο μακριά μερικές μέδουσες. ‘Α, τι ωραίος μεζές!’, σκέφτηκε η χελώνα. Έμοιαζε με όνειρο, κανείς δεν θα τους πιστεύει ότι ζούσαν μία περιπέτεια σαν αυτή. Τα δύο αδέλφια έδωσαν ένα απαλό χάδι στο καβούκι της να σταματήσει να βγουν έξω γιατί είχαν απομακρυνθεί λίγο περισσότερο. Δεν ήταν και έμπειροι δύτες. Η Νάντια συγκινημένη την κοίταξε στα μάτια σαν να της έλεγε… ‘τώρα που γίναμε φίλες μην μας φύγεις, να πηγαίνουμε και καμία βολτίτσα στα βαθιά!’.

– Είχες δίκιο αδελφέ μου, συγνώμη που σε αμφισβήτησα.
– Όταν μιλάει ο Ιάκωβος να τον ακούς!
– Σιγά βρε ψάρι του γλυκού νερού, όλο λόγια είσαι. Έλα τώρα πάμε να φάμε κάτι γιατί δεν σε βλέπω από την πείνα.

Τα μικρά κάθισαν στην βεράντα απολαμβάνοντας τις φέτες ψωμί με βούτυρο και μέλι, η γιαγιά έδειχνε ευχαριστημένη που είχε τα εγγόνια της κοντά.
-Γιαγιά, τι θα φάμε για μεσημέρι; ρώτησε ο Ιάκωβος
‘Ωραία, επανήλθε στα φυσιολογικά του’, σκέφτηκε η Νάντια από μέσα της.

Η μικρή έριξε το βλέμμα της στην θάλασσα, ένα πτερύγιο φάνηκε από μακριά σαν να την χαιρετούσε και εκείνη αυθόρμητα σήκωσε το χέρι να ανταποδώσει τον χαιρετισμό στην καινούρια της φίλη.
‘Θα τα πούμε πάλι αύριο αγαπημένη μου!’, ψιθύρισε σιγά μην την ακούσει η γιαγιά ανανεώνοντας το ραντεβού τους για την επομένη.

Ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά, σύννεφα δεν υπήρχαν καθόλου στον ουρανό, η μέρα υποσχόταν και άλλα πολλά και σε λίγο ακούστηκε η φωνή του Ιάκωβου
– Πεινάω κι άλλο. Τι θα φάμε ακόμη;
Τελικά μερικές συνήθειες δεν κόβονται εύκολα!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading