Ο μικρός Πάνος έπαιζε με τα αυτοκινητάκια του, καθισμένος στο παχύ χαλί με την στάμπα του αγαπημένου του ήρωα, τον Spiderman. Είχε μπει ο Μάιος, μα το χαλί στο παιδικό δωμάτιο, το είχαν αφήσει για να κάθεται και να παίζει.
Η Αριστέα ήθελε πάντα μεγάλη οικογένεια. Ονειρευόταν να κάνει τέσσερα παιδιά. Η ίδια της μοναχοπαίδι, το είχε καημό που έπαιζε μόνη, που μεγάλωνε μόνη. Όταν γνώρισε τον Δημήτρη κι άρχισε να νιώθει ότι με αυτόν τον άνθρωπο ήθελε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της, του εξομολογήθηκε τα όνειρά της κι εκείνος τα συμμερίστηκε και της υποσχέθηκε πως μαζί θα τα έκαναν πραγματικότητα και θα δημιουργούσαν μια αγαπημένη, ενωμένη εξάδα, για πάντα. Η κύρια τροφή των νιάτων, είναι τα όνειρα. Η πραγματικότητα όμως, πολλές φορές, συρρικνώνει το όνειρο, εξαφανίζει την ελπίδα.
Η χαρά τους όταν έμεινε έγκυος, δεν μπορούσε να μετρηθεί. Όταν γεννήθηκε ο μικρός τους, το χαμόγελο δεν έφευγε από τα χείλη τους. Σε κάτι τέτοιες περιστάσεις, τα λόγια δεν αρκούν για να περιγράψουν το συναίσθημα. Το μωρό, μαζί με την μη μετρούμενη ευτυχία, έφερε και έξοδα, που αυτά είχαν μονάδα μέτρησης και πολλά μηδενικά. Δεν ήθελαν πολυτέλειες, δεν ήταν άλλωστε αυτής της λογικής, όμως πέρα από το καρότσι που πήραν οι γονείς του Δημήτρη και το κρεβατάκι που κόλλησαν δίπλα στο δικό τους, που το πήραν οι γονείς της Αριστέας, δεν ήθελαν να τους επιβαρύνουν άλλο. Ήταν δική τους υπόθεση τα έξοδα του γιου τους και τα ανέλαβαν με χαρά κι όχι σαν βάρος. Άλλωστε μόλις είχαν γίνει οικογένεια και είχαν σκοπό να την μεγαλώσουν, οπότε οι υποχρεώσεις θα υπήρχαν μόνιμα. Ο Δημήτρης ζήτησε εκτός από την μέχρι τότε, μεσημεριανή βάρδια, να τον προσθέσουν και νύχτα στην πιτσαρία που εργαζόταν, για να ανέβει ο μισθός. Ήταν από τους πρώτους, τους παλιότερους υπαλλήλους και από τα άτομα που το αφεντικό του εμπιστευόταν απόλυτα. Η παρουσία του πολύτιμη, σε όλους τους τομείς. Βοηθούσε στον έλεγχο και οργάνωση παραγγελιών, στο σέρβις, στην υποδοχή, ενώ αν υπήρχε ανάγκη έκανε και ντελίβερι. Βρισκόταν σε όποιο πόστο χρειαζόταν, χωρίς να παραπονιέται. Ήταν αυτό που λέμε, η ψυχή της πιτσαρίας. Η Αριστέα, πήγε με τις καλύτερες συστάσεις, στο ίδιο μαγαζί, κάποια χρόνια μετά τον Δημήτρη, σαν βοηθός σεφ. Εκεί αντάλλαξαν τα πρώτα τους βλέμματα, εκεί γνωρίστηκαν, εκεί αγαπήθηκαν. Είχε ειδικευτεί στην Ιταλική κουζίνα κι έφερε νέο αέρα, με την εκπληκτική της φοκάτσια, τα ζυμαρικά, το ριζότο σε διάφορες εκδοχές, την ιδιαίτερη πίτσα και γενικά τις φρέσκιες ιδέες της. Εκείνη δούλευε εποχιακή, Μάιο με Οκτώβριο, που είχε και πολλή δουλειά, λόγω καλοκαιρινής σεζόν.
Ο Πάνος από μωρό έμενε με τη γιαγιά, αφού οι γονείς του έλειπαν στη δουλειά, ώρες πολλές. Ήταν ένα γλυκύτατο μωρό, χαμογελαστό, μα όταν άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα, η γιαγιά του έτρεχε πανικόβλητη ξωπίσω του, μη χτυπήσει, μη κάνει κάποια ζημιά και κινδυνεύσει. Ήταν αεικίνητος όπως είναι όλα τα παιδάκια ένα και δύο χρονών. Με το πιάτο στο χέρι, τον ακολουθούσε για να μπορέσει να τον ταΐσει δύο μπουκιές. Ο νους του ήταν να τρέχει γύρω γύρω στα δωμάτια, να ανεβαίνει στους καναπέδες και να πηδάει κάτω, να ανεβαίνει στο κρεβάτι των γονιών του και να χοροπηδάει σαν τραμπολίνο. Σε ό,τι κι αν έκανε, πάντα αναζητούσε την επιβεβαίωση της γιαγιάς. “Γιαγιά δες!”, φώναζε ενθουσιασμένος σα να είχε καταφέρει κάτι τρομερό. Κι όταν εκείνη αλαφιασμένη του έλεγε “Πάνο, κατέβα, θα πέσεις. Σε παρακαλώ!”, με τη φωνή της τσιριχτή, να μαρτυράει την αγωνία της, εκείνος, δώσ’ του και έπαιρνε θάρρος, ενώ θα έπρεπε το αντίθετο. Τα παιδιά, ως δια μαγείας, πάντα μαγνητίζονται από το κακό, από το επικίνδυνο.
Ήταν στο τέλος ενός παγερού Φλεβάρη, όταν έμαθαν την χαρμόσυνη είδηση της δεύτερης εγκυμοσύνης της Αριστέας. Το πλάνο για την εξαμελή οικογένεια, προχωρούσε. Για να αποφεύγει τις ιώσεις, σταμάτησαν τον μικρό από τον παιδικό σταθμό για να προστατευτεί και ο ίδιος αλλά και η μαμά του, στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ο Πάνος λάτρευε να είναι με άλλα παιδιά, η Αριστέα καταλάβαινε την ανάγκη του κι όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν, οι εξορμήσεις τους στην παιδική χαρά της γειτονιάς ήταν συχνές, είτε με συνοδό την ίδια, που απολάμβανε τις βόλτες μαζί του, αφού δεν δούλευε, είτε με την γιαγιά. Στη διαδρομή που πήγαιναν ή όταν γυρνούσαν και η μαμά και η γιαγιά, πόσες φορές ζητούσαν από τον μικρό να μην αφήσει για κανέναν λόγο το χέρι τους. Και από τις δύο, άκουγε κάθε φορά τα ίδια, τον κίνδυνο με τα αμάξια που τρέχουν και πως είχαν την ευθύνη για κείνον. Ο Πάνος πάντα χαμογελαστός και ναζιάρης, υποσχόταν ότι θα ακούει, αλλά ήταν πολλές οι φορές που άφηνε το χέρι τους απότομα κι έκανε πως πάει να τρέξει μακριά τους για να τις κάνει πλάκα, για να προκαλέσει την αντίδρασή τους και πόσες άλλες, απορροφημένος από ένα αδεσποτάκι που λαχταρούσε να χαϊδέψει στο δρόμο ή από κάποιο άλλο παιδάκι που τύχαινε να περπατάει κοντά του, άφηνε το χέρι της γιαγιάς ή της μαμάς απότομα και με ένα σάλτο βρισκόταν μακριά τους. Αερικά τα παιδιά, με άγνοια κινδύνου. Τις ταχυπαλμίες των γυναικών που τον συνόδευαν και την ανεβασμένη τους πίεση, δεν ήταν δυνατόν να τα καταλάβει. Όχι βέβαια ότι έδινε βάση στις φωνές ή τις απειλές τους για τιμωρία, όσο κι αν αυτά τα καταλάβαινε μια χαρά.
Η Αριστέα το μισό χρόνο που δεν δούλευε, απολάμβανε να είναι μαμά και προσπαθούσε να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο των έξι μηνών που έβλεπε ελάχιστα το παιδί της. Προσπαθούσε να κάνει όλα όσα έκανε η γιαγιά μαζί του κι ακόμα περισσότερα. Προσπαθούσε να του παρέχει μνήμες και αναμνήσεις. Πόσες τύψεις κουβαλούσε στην ψυχή της… Πόσο λίγη ένιωθε και μακριά από το όνειρο της μητρότητας των νιάτων της… Πόσες στιγμές είχε χάσει μαζί του… Πόσο πολύ θα ήθελε να ήταν αλλιώς τα πράγματα… Οι συναισθηματισμοί όμως δεν χωράνε στις υποχρεώσεις. Το κυνήγι της καθημερινότητας, της επιβίωσης, ανελέητο.
Είχαν όλοι την ίδια εκείνη λαχτάρα της αναμονής του δεύτερου παιδιού, που ο ερχομός του θα γινόταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Έκαναν σχέδια για το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο με την μπέμπα, για το πότε θα την έβαζαν δίπλα του στο παιδικό δωμάτιο, για το πώς θα έπαιζε μαζί της, πώς θα την τάιζε, θα την πήγαινε βόλτες. Του άρεσε τόσο η ιδέα του μεγάλου αδερφού και το ότι επιτέλους δεν θα ήταν μόνος. Καλή, χρυσή η γιαγιά, τον πρόσεχε, τον λάτρευε, την είχε παρέα, όταν τους γονείς του τους έβλεπε ελάχιστα, αλλά δεν παίζανε μαζί όλα αυτά που ήθελε ο Πάνος. Κάθε φορά του έλεγε, “βρε εγώ είμαι μεγάλη γυναίκα, μη τρέχεις, δε μπορώ να σε φτάσω!”. Από τότε που του είπαν το νέο, συνεχώς σκεφτόταν τον ίδιο και την αδερφούλα του να παίζουν μπάλα, κυνηγητό, να τρέχουν χωρίς σταματημό και χάιδευε την κοιλιά της μαμάς του, θέλοντας να καλοπιάσει από τώρα την μικρούλα που θα ερχόταν στη ζωή τους. Η ζωή όμως, πάντα έχει τα δικά της σχέδια και δεν της καίγεται καρφί για τα δικά σου. Όταν κάνεις σχέδια ο Θεός γελάει.
Είχε ξεκινήσει η Μεγάλη Εβδομάδα, ο Πάνος, πάνω στο χαλί του έπαιζε πολιτεία αυτοκινήτων, με συνεργείο, πλυντήριο, βαφείο, βενζινάδικο. Οι γονείς του έλειπαν στην πιτσαρία που τέτοιες μέρες είχαν πολλή δουλειά. Στην κουζίνα, με την Αριστέα επικεφαλή, είχαν δημιουργήσει ένα εξαιρετικό νηστίσιμο μενού με ριζότο, ψητά μανιτάρια και πίτσα με φυτικά τυριά που ο κόσμος λάτρευε.
– Γιαγιά, θα βάλεις βενζίνη στο αυτοκίνητο;, ρώτησε ο μικρός, παίζοντας.
– Ναι, βάλτε μου σας παρακαλώ είκοσι ευρώ.
Ο μικρός διψούσε ώρα τώρα, αλλά δεν ήθελε να διακόψει το παιχνίδι. Τελικά, το αποφάσισε.
– Πάω να πάρω χυμό. Θέλεις;
– Όχι αγάπη μου, δεν θέλω.
Με μια δρασκελιά, σηκώθηκε, με το αυτοκινητάκι στο ένα χέρι και πήγε στην κουζίνα. Πάνω στον πάγκο είχε ατομικούς χυμούς. Πήρε έναν και πριν γυρίσει στο παιδικό δωμάτιο, ένα πουλάκι που είδε με την περιφερειακή του όραση, στο κάγκελο του μπαλκονιού, του κίνησε το ενδιαφέρον.
– Γιαγιάαααα, ένα πολύχρωμο πουλί στο μπαλκόνι!
– Καλά, άστο μη το ενοχλείς. Έλα να παίξουμε.
Ένας εκκωφαντικός θόρυβος από σπασμένα γυαλιά τάραξαν την γιαγιά. Ούτε κατάλαβε πότε σηκώθηκε και πότε βρέθηκε στην κουζίνα. Αυτό που αντίκρισε θα στοίχειωνε για πάντα την ζωή της. Ολόκληρη η μπαλκονόπορτα της κουζίνας πεσμένη κάτω στο πάτωμα, χίλια κομμάτια. Ο εγγονός της πεσμένος στα πλάγια, σαστισμένος κοιτούσε τα τζάμια που είχαν καρφωθεί στην κοιλιά του και δεν τολμούσε να αγγίξει το σημείο με το χέρι του, το είχε απομακρυσμένο με την παλάμη ανοιχτή κι έτρεμε ολόκληρος. Η γιαγιά, από τα έγκατα της ψυχής της, έβγαλε μια κραυγή, “Πάνο μου!” και βρέθηκε δίπλα στο παιδί. Το αίμα έτρεχε ποτάμι κι ο μικρούλης φοβισμένος από όλο αυτό, με τον πόνο και τον πανικό ζωγραφισμένο στα ματάκια του, την κοίταξε με τα δάκρυα να τρέχουν και της είπε “δεν θα το ξανακάνω γιαγιά, συγγνώμη”. Αμέσως μετά, έχασε τις αισθήσεις του, τα μάτια του έκλεισαν και δεν τα άνοιξε ξανά. Τα ουρλιαχτά της γιαγιάς, ακούστηκαν παντού. Σαν αγρίμι, σπάραζε “αγόρι μου”, “καρδιά μου”, ” Θεέ μου λυπήσου μας”. Από το διπλανό διαμέρισμα βγήκε στο μπαλκόνι ο γείτονας και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που αντίκρισε. Η γιαγιά έκλαιγε με αναφιλητά, φώναζε το όνομα του παιδιού, έτριβε το χεράκι του προσπαθώντας να του μεταγγίσει ζωή, μέσα σε μια λίμνη αίματος και άπειρα θρύψαλα τζαμιών. Από το δικό του μπαλκόνι, μιλούσε στην ταραγμένη γυναίκα, μα εκείνη δεν φαινόταν να έχει επαφή με το περιβάλλον, δεν τον άκουγε. Ο γείτονας πιο ψύχραιμος, κάλεσε ασθενοφόρο και τοποθετώντας σκάλα, πήδηξε από το διαχωριστικό στο μπαλκόνι που εξελισσόταν η τραγωδία. Γονάτισε δίπλα σε εκείνη και το μικρό σώμα που είχε πλημμυρίσει από αίμα και προσπαθούσε να διαπιστώσει αν το παιδί έχει σφυγμό. Του φάνηκε αιώνας η αναμονή του ασθενοφόρου κι ας είχαν περάσει μόνο δέκα λεπτά. Η γιαγιά μπήκε μαζί με το τραυματισμένο αγόρι και φαινόταν κι εκείνη σα να είχε χάσει το ίδιο αίμα με τον εγγονό της κι ας μην είχε αιμορραγία. Στην πραγματικότητα, δεν ένιωθε αίμα πια να κυλάει στις φλέβες της.
Όταν έφτασε το ζευγάρι στο νοσοκομείο, εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια γιατρών, νοσηλευτών κι επισκεπτών, σκηνές απύθμενου πόνου. Η Αριστέα σε απόλυτη αλλοφροσύνη, έτρεχε στους διαδρόμους και ρωτούσε πού ήταν το παιδί της. Ο Δημήτρης στην ίδια κατάσταση, έψαχνε στα βλέμματα να βρει απαντήσεις. Η γιαγιά, σωριασμένη σε μια από τις νοσοκομειακές καρέκλες αναμονής, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα και μέσα στις παλάμες στηριγμένο το μέτωπο, έκλαιγε πια εδώ και ώρα βουβά. Δεν είχε απόθεμα δύναμης για οδυρμό, ήταν εξαντλημένη.
Όταν συναντήθηκαν οι ματιές μάνας και κόρης, τις τύλιξε η απελπισία. Έπεσαν η μία στην αγκαλιά της άλλης και τα δάκρυά τους έκαιγαν τις ψυχές τους. Με λειψές ανάσες, με κομμένες συλλαβές, χωρίς πνοή, ήθελε να μάθει.
– Συγ…, συγγνώμη κόρη μου!
– Μαμά, πώς; Τι έγινε;
– Παίζαμε στο δωμάτιο, πήγε να πιει χυμό, φώναξε πως στο κάγκελο ήταν ένα πουλί και άκουσα την τζαμαρία να σπάει.
– Πέ… Πέρασε από την κλειστή τζαμαρία;
Γύρισε προς τον Δημήτρη που τόση ώρα κατάχλωμος τις παρακολουθούσε. Μόνο τον κοίταξε και σέρνοντας τα βήματά της, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, έψαχνε να βρει έναν γιατρό να της πει αν ήταν ζωντανό το παιδί της. Λίγη ώρα μετά ο γιατρός τους ενημέρωσε πως ο μικρούλης τους, είχε χάσει πολύ αίμα και υπέκυψε στα τραύματά του.
Καμιά μάνα στον κόσμο δεν πρέπει να βιώνει την απώλεια του παιδιού της. Ξαφνικά, όλη εκείνη τη τζαμαρία την ένιωσε πάνω της, την κομμάτιασε, την σκότωσε. Ένα απόκοσμο ουρλιαχτό βγήκε από τα σπλάχνα της, δεν θύμιζε ανθρώπινη υπόσταση. Διαπέρασε τις ψυχές όλων, τους προκάλεσε ανατριχίλα. Έπεσε στα γόνατα και με τις γροθιές της χτυπούσε το πάτωμα.
Καμιά γιαγιά στον κόσμο δεν μπορεί να αντέξει τέτοιο φορτίο. Τύλιξε την κόρη της με το σώμα της καθώς ήταν στο πάτωμα και τρανταζόταν ολόκληρη από τους λυγμούς, της ψιθύρισε “συγγνώμη” κι έπεσε αθόρυβα δίπλα της. Η καρδιά της δεν άντεξε τον πόνο. Η συνείδησή της δεν άντεξε την ευθύνη. Η Αριστέα σε λίγα μόλις λεπτά, έχασε τον γιο της και την μαμά της.
Νόμιζε πως θα έχανε τα λογικά της. Η ζωή της φέρθηκε πολύ σκληρά. Μα όσο κι αν είχε δύο λόγους να παραιτηθεί, να πέσει στα ψυχοφaρμaκa, να φλερτάρει ακόμα ακόμα και με την ιδέα να βάλει τέλος στη ζωή της, είχε τον Δημήτρη, που μέσα στον πόνο του, της θύμιζε ότι στα σπλάχνα της είχε τον σπουδαιότερο λόγο να συνεχίσει. Όλες οι γυναίκες θα έπρεπε να είχαν έναν Δημήτρη συνοδοιπόρο. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να κρατήσει ψυχικά υγιή την Αριστέα του. Έπνιγε τον πόνο του για να της δίνει δύναμη.
Ένα χρόνο ακριβώς μετά, στο ετήσιο μνημόσυνο, με την πέντε μηνών Παναγιώτα στην αγκαλιά, άφηναν δύο λευκά τριαντάφυλλα στο μνήμα που κατάπιε το αγοράκι τους και την μαμά της.
“Μαμά, δεν πρόλαβα να σου πω πως δεν σε θεωρώ υπεύθυνη, πως ήταν η κακιά στιγμή, πως δεν φταις, πως θα μπορούσα να ήμουν εγώ μαζί του, εκείνη την καταραμένη στιγμή. Ήμουν ένα ερείπιο και δεν σε απάλλαξα από το φορτίο των τύψεων, συγχώρεσέ με. Θα έδινα και την ζωή μου, να γυρνούσα τον χρόνο πίσω. Να μην είχε συμβεί ποτέ αυτό. Να σας είχα εδώ, στην αγκαλιά μου και τους δύο. Μαμά, πρόσεχε τον εκεί ψηλά. Ξέρω πως είσαι το καταλληλότερο άτομο.
Αγόρι μου, Πανούλη μου, βιάστηκες ψυχή μου, βιάστηκες να φύγεις. Βιάστηκες να ταξιδέψεις εκεί που θα μπορείς να τρέχεις χωρίς σταματημό, όπως σου άρεσε. Με συγχωρείς που δεν ήμουν εκεί, να σε προστατέψω, να σου κόψω την φόρα, να σε κρατήσω εδώ, μαζί μας. Με συγχωρείς που έλειπα τόσες ώρες. Με συγχωρείς που χάσαμε τόσες στιγμές, που δεν πρόλαβες να δεις την αδερφούλα σου. Να μην απομακρύνεσαι από την γιαγιά, να είσαι κοντά της, μέχρι να έρθω να σας βρω, να είμαστε όλοι μαζί πάλι. Θα μιλάω συνέχεια στην αδερφή σου για σένα, να μάθει τι αδερφό θα είχε. Θα είσαι πάντα, κάπως, εδώ μαζί μας ψυχή μου. Σε ευχαριστώ που με έκανες πρώτη φορά μαμά, που με διάλεξες. Θα είσαι πάντα το πρώτο μου παιδί, το λατρεμένο”.
Η ζωή δεν ξέρεις ποτέ τι σου επιφυλάσσει, τι κρύβει στο επόμενο σου βήμα, πόσο σκληρή μπορεί να γίνει. Σε μια στιγμή, σε μια μόνο απειροελάχιστη στιγμούλα, μπορούν όλα να αλλάξουν, για πάντα. Η Αριστέα κι ο Δημήτρης έκαναν τρία παιδιά. Τέταρτο θεωρούσαν πάντα τον Πάνο τους κι ένα κομμάτι της καρδιάς τους, το είχε πάρει μαζί του, εκεί ψηλά. Η ζωή τους μοιραζόταν στα εγκόσμια, με τις δύο κόρες και τον γιο τους και με τις μνήμες και τις διηγήσεις για τον άγγελο που είχαν στον ουρανό που συμπλήρωνε από κει την εξάδα τους.
Χρυσούλα Καμτσίκη
