«Μείνε ακίνητος!». Η φωνή της επιτακτική και αυστηρή, μα στα αυτιά του Άγη ήχησε σαν μελωδία. Υπάκουσε αμέσως. Εκείνη τον πλησίασε και με αργές κινήσεις άρχισε να ξεκουμπώνει ένα – ένα τα κουμπιά από το πουκάμισό του. Μόλις τελείωσε, άφησε το πουκάμισο να κυλίσει στα πόδια του. Ακούμπησε τα κρύα χέρια της στο γυμνό στέρνο του. Ο Άγης ρίγησε.
«Συγνώμη!», του είπε και άρχισε με τον δείκτη της να ταξιδεύει σε όλο το στέρνο του.
«Μη μου το κάνεις αυτό! Ξέρεις… Δεν μπορώ! Δεν…». Η φωνή του έβγαινε αχνή απ’ τα χείλη του. Εκείνη συνέχιζε όμως το ταξίδι πάνω στο σώμα του.
«Κάτσε!», τον πρόσταξε και εκείνος εκτέλεσε πειθήνια την δεύτερη εντολή.
Έκανε ένα πίσω βήμα και σιγά σιγά προσγειώθηκε στην άδεια καρέκλα πίσω του. Εκείνη έκατσε στα πόδια του τυλίγοντάς τα δικά της γύρω του, ώστε να έχει το πρόσωπό της στραμμένο πάνω του. Της άρεσε να τον χαζεύει. Ήταν, είναι και θα είναι ο πιο όμορφος άντρας που έχει δει.
«Νατάσα!…», της είπε μα εκείνη δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να τον χαζεύει. Ξαφνικά, τον έκλεισε στη αγκαλιά της και τον έφερε σε απόσταση αναπνοής απ’ τα χείλη της. Τα δικά του χείλη μισάνοιξαν. Περίμεναν στωικά το φιλί της. Αυτό το φιλί που τον έκανε να λιώνει. Τον έσπρωξε μακριά και αντανακλαστικά κούνησε τα χέρια του για να την πιάσει.
«Μην τολμήσεις!», του φώναξε και εκείνος κοκκάλωσε. Η Νατάσα κατέβηκε από τα πόδια του, έβγαλε με μαεστρία το καλσόν της και του έδεσε τα χέρια στην καρέκλα.
«Μου υποσχέθηκες πως θα κάνεις ό,τι σου λέω!», του ψιθύρισε στο αυτί και εκείνος κουνήθηκε πάνω στην καρέκλα. «Μείνε ακίνητος!».
Έκατσε ξανά στην αγκαλιά του και έβγαλε το πουλόβερ της. Όλο αυτό το σκηνικό της είχε ανεβάσει τη θερμοκρασία, όμως παρέμενε ντυμένη στην αγκαλιά του. Ο Άγης γούρλωσε τα μάτια του αντικρύζοντάς τη. Οι μακριές μπούκλες της κυλούσαν σαν χείμαρρος στους ώμους της. Τα μάτια της γυάλιζαν από πόθο. Το μαύρο κορμάκι που φορούσε είχε κολλήσει στο κορμί της κάνοντάς τη να μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. Ο Άγης ένιωθε το οξυγόνο του να στερεύει. Του έκοβε την ανάσα αυτή η γυναίκα!
«Νατάσα… Έλα κοντά… Σε παρακαλώ!», την ικέτεψε. Εκείνη τον πλησίασε. «Φίλα με! Σε παρακαλώ! Δεν αντέχω άλλο!». Η Νατάσα του χαμογέλασε και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη.
«Λύσε με… Θέλω να σε αγγίξω… Τώρα!», της φώναξε.
«Μη φωνάζεις!». Κοίταξε το ρολόι της. «Πέρασε η ώρα!».
Σηκώθηκε από τα πόδια του, φόρεσε το πουλόβερ της, έπιασε το πουκάμισό του από το πάτωμα και του έλυσε τα χέρια. Εκείνος την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε με πάθος.
«Το καλσόν μου στο αφήνω! Φέρ’ το το βράδυ στο σπίτι!»
«Για αυτό σε παντρεύτηκα! Γιατί μετά από τόσα χρόνια με κάνεις να σε θέλω όλο και περισσότερο!»
Η πόρτα χτύπησε. «Κύριε διοικητά, έχετε ραντεβού σε λίγο!».
Χαμογέλασαν και οι δύο…
«Έρχομαι!», φώναξε ο Άγης και τη φίλησε ξανά πριν φύγει για το σπίτι τους.
Κατερίνα Μοχράνη
