Η πίστη σου σ’ εμένα – Μέρος 1ο

«Ποιος παίρνει τόσο πρωί; Κλείσε το!» γύρισε πλευρό και τον κλώτσησε απότομα στο πόδι.
«Παρακαλώ; Ναι, ο ίδιος. Μάλιστα. Εντάξει. Σας ευχαριστώ», ξεφύσηξε. Ανακάθισε στο κρεβάτι και κοίταξε το ρολόι. Ήταν το πρωί μιας βροχερής Κυριακής και το πρώτο φως δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Σίγουρα όμως δεν ήταν τόσο σκοτεινά έξω όσο μέσα του.
«Ποιος στο καλό ήταν;»
«Το γραφείο τελετών. Ο μπαμπάς μου… πέθανε».
«Μάλιστα. Δεν ήξερα ότι ζούσε ακόμη», χασμουρήθηκε και πέταξε την κουβέρτα από πάνω της.
«Ναι, πέθανε καθώς πήγαινε στην εκκλησία. Θα πάω στο χωριό για την κηδεία», σηκώθηκε και αυτός από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Την άκουγε απ’ έξω που ενώ έβγαζε τις πιτζάμες της οδυρόταν ότι θα την αφήσει μόνη της ενώ έχει πρεμιέρα το βράδυ και που έπρεπε να βρει άλλο συνοδό τελευταία στιγμή.
«Και τι να κάνω, Έλλη;», στέναξε, γιατί κατάλαβε ότι πέρασε η εποχή που η αρραβωνιαστικιά του πάσχιζε να κλείσει μια οντισιόν και έφτασαν πλέον στο επίπεδο της απαιτητικής πρωταγωνίστριας.
«Λογικό δεν είναι να σε θέλω δίπλα μου;» άλλαξε τροπάριο και τον πήρε με το μαλακό, ενώ τον έβλεπε να μαζεύει την βαλίτσα του. Σιχαινόταν την μουρμούρα και δεν άντεχε άλλη μια βαρετή συζήτηση για τα προσωπικά τους.
«Θα τα πούμε αργότερα, πήγαινε, μη σε καθυστερώ», την χαιρέτισε αφού είδε ότι κρατούσε την τσάντα για το γυμναστήριο, μα η αλήθεια ήταν ότι ήθελε λίγη ησυχία να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά στο κεφάλι του.
«Καλό δρόμο», έκλεισε απότομα την πόρτα πίσω της. Ήταν καιρός που ήθελε να πει στον Αντώνη να χωρίσουν, αλλά περισσότερο και από την παρουσία του, βαριόταν την γκρίνια του. Ούτως ή άλλως στο τέλος ό,τι ήθελε εκείνη γινόταν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ή έτσι πίστευε τουλάχιστον.

Εκείνο το βράδυ μετά την παράσταση, έμαθε κάτι που την έκανε να αναθεωρήσει ολόκληρη την σχέση της. Πλέον είχε έναν καλό λόγο να μείνει μαζί του και παρά τη διαφορά ηλικίας τους και την εμφάνιση του, να προχωρήσουν σε γάμο. Όταν εμφανίστηκε χωρίς τον Αντώνη στην πρεμιέρα και αναφέρθηκε στην κηδεία και στο όνομα του πατέρα του, ο Γιάννης, ο μάνατζέρ της ήταν σίγουρος ότι τον ήξερε. Μάλιστα δεν πίστευε στην τύχη του! Ήταν ο αδερφικός φίλος του θείου του, που ζούσε στο γειτονικό χωριό. Τους είχε πει μια ιστορία πριν πεθάνει, ότι στα νιάτα τους βρήκαν μαζί ένα μπαούλο με λίρες και χρυσαφικά μετά τον πόλεμο. Ήταν πεπεισμένοι ότι ήταν κλοπιμαία και ήθελαν με κάποιον τρόπο να τα επιστρέψουν ξανά σε Έλληνες. Έτσι τα χώρισαν και τα μοίρασαν ξανά, αγοράζοντας τρόφιμα για τους συγχωριανούς τους. Τα υπόλοιπα τα έθαψαν στους κήπους τους και όταν υπήρχε ανάγκη στα χωριά, έβγαζαν από εκεί για να βοηθήσουν. Ο Γιάννης πίστευε ότι θα τους είχαν μείνει και άλλα που τα είχαν κρατήσει για τον εαυτό τους, όμως εκείνος δεν είχε καμία ελπίδα να κληρονομήσει κάτι, καθώς ο θείος του είχε κάνει πολλά παιδιά. Έτσι, μέσω της Έλλης, που έβγαιναν κρυφά τον τελευταίο χρόνο, θα απολάμβανε και αυτός μερίδιο μετά τον γάμο. Ήθελαν να βιαστούν μη τύχει και το μάθει και κάνει πίσω. Ήθελαν όμως και να βεβαιωθούν ότι αν οι απόγονοι μάθαιναν ότι πέθανε ο φίλος του πατέρα τους, δεν θα ψάξουν για τα υπόλοιπα.

Η διαδρομή για το χωριό ήταν δύσκολη. Η κακοκαιρία δεν είχε περάσει και ο πλοηγός έβγαζε τον Αντώνη συνεχώς σε λάθος μονοπάτια. Τόσα χρόνια είχε να πάει εκεί, που είχε ξεχάσει τον δρόμο. Πριν τα εγκαταλείψει όλα, τσακώθηκε άσχημα με τους γονείς του, γιατί ο πατέρας του ήθελε τον μοναχογιό του για βοήθεια στα χωράφια, αλλά εκείνος ούτε να το συζητήσει. Έφυγε να συνεχίσει το σχολείο στην πόλη και παράλληλα έπιασε δουλειά, μάζεψε χρήματα και έφυγε στην Ιταλία για σπουδές. Δεν γύρισε ξανά πίσω. Ούτε στην κηδεία της μάνας του. Αλλά τώρα ήταν το τελευταίο πράγμα που τον έδενε με τον παλιό του κόσμο και αυτό θα πήγαινε να το αποχαιρετήσει.

Μια γνωστή φυσιογνωμία τον υποδέχτηκε. Τόσο διαφορετική και τόσο ίδια. Πιο ψηλή, με πιο μακριά μαλλιά, γεμάτη καμπύλες, ζωηρά καστανά μάτια, αλλά το ίδιο ζεστό χαμόγελο και ύστερα το ίδιο απολαυστικό γέλιο. Τόσο πολύ χάρηκε που τον είδε ξανά, που δεν σταματούσε να χοροπηδά και να τον σφίγγει στην αγκαλιά της.
«Πόσα χρόνια περίμενα να σε ξαναδώ! Δεν το πιστεύω ότι δεν ήρθες στης μαμάς σου!».
«Έχεις δίκιο», ξαφνιάστηκε που είχε το θάρρος να τον μαλώσει για κάτι τόσο προσωπικό. Πραγματικά είχε ακόμη μεγάλη άνεση μαζί του, δεν είχε αλλάξει αυτό. Σαν να μην πέρασε μια μέρα και ας ήταν μια ολόκληρη ζωή.
«Λυπάμαι για τον μπαμπά σου», μουρμούρισε ενώ τον κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά της.
«Το ξέρω. Ο δικός σου πώς είναι; Ήταν πολύ καλοί φίλοι, σίγουρα λυπήθηκε».
«Είναι πέντε χρόνια που τον έχασα», έσφιξε τα χείλη και τον κοίταξε με παράπονο που δεν το είχε μάθει. Τον χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή και πολλές άλλες που πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να του κρατήσει κακία. Αντίθετα είχε μόνο αγάπη μέσα της για εκείνον.
«Λυπάμαι. Αλλά, πρέπει να το πω, μου κάνει εντύπωση που δεν με ξέχασες».
«Εκείνη τη μέρα που έφυγες… Νόμιζα ότι θα πεθάνω. Γιατί ξέρεις ότι η καρδιά μου…», σταμάτησε και περίμενε εκείνος να ολοκληρώσει την κουβέντα.
«Είναι δική μου. Μα πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Είτε είμαι πολύ αναίσθητος, είτε εσύ έχεις πολύ καλή μνήμη».
«Είσαι αναίσθητος! Είχαμε δώσει υπόσχεση. Φίλοι για μια ζωή. Αλλά δεν την κράτησες», κούνησε το κεφάλι της και εκείνος έσκυψε το δικό του να δεχτεί με χαρά όλα της τα παράπονα.

Περπάτησαν μαζί στον βρεγμένο πλακόστρωτο δρόμο του χωριού που τώρα τον στέγνωνε ο ήλιος και είπαν βιαστικά τα νέα τους, όταν δεν τους σταματούσε κάποιος χωριανός για να τον χαιρετίσει και να τον συλλυπηθεί. Εκείνος δεν θυμόταν κανέναν βέβαια, αλλά η Έλενα του ψιθύριζε στο αυτί τα ονόματά τους πριν φτάσουν και του σφίξουν το χέρι. Εκείνη δεν έφυγε ποτέ από το χωριό, δεν παντρεύτηκε, γιατί δεν στέριωσε σε καμία σχέση, διατήρησε το μανάβικο του πατέρα της και φρόντιζε τα ζώα στην φάρμα παρά το χρέος που κληρονόμησε μαζί. Όσο το χωριό, γινόταν πιο μικρό, τα πράγματα γίνονταν και πιο δύσκολα. Η μεγαλύτερη ανησυχία της ήταν τα ζώα, γιατί αν έχανε την περιουσία της, δεν ήξερε πού θα πάει και εκείνη και αυτά. Μια γνώριμη φωνή τους διέκοψε.

«Στέλλα, τι κάνεις εδώ;»
«Ε, αφού δεν μπορούσε να έρθει η κολλητή μου, ήρθα εγώ», συστήθηκε στην Έλενα. «Έκλεισα σ’ ένα πανδοχείο», είπε με έναν κόμπο αηδίας στον λαιμό. «Ήθελα να σου σταθώ, δεν ήταν σωστό να είσαι μόνος. Αν και βλέπω ότι βρήκες παρέα».

Κανείς τους δεν το πίστεψε. Ειδικά η Έλενα την κοίταζε με καχυποψία. Τον πήρε από το χέρι και πήγαν στο γραφείο τελετών και ύστερα στην εκκλησία να δουν τον ηλικιωμένο ιερέα. Η Έλενα δεν τους άφησε στιγμή μόνους και μόλις βρήκε ευκαιρία, την έστειλε στο καφενείο να πάρει καφέ και νερό, ενώ εκείνοι έφυγαν γρήγορα για το πατρικό του Αντώνη.

Σάστισε στο θέαμα του. Ο κήπος ήταν εγκαταλελειμμένος και οι τριανταφυλλιές της μάνας του είχαν ξεραθεί. Η κούνια που έπαιζε μικρός ήταν σπασμένη. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη όπως πάντα. Η φωτογραφία του γάμου των γονιών του ακόμα στο τραπέζι του σαλονιού.
«Ποτέ δεν την ξέχασε. Πάντα μας μιλούσε για εκείνη με αγάπη», του χαμογέλασε.

Η κουζίνα δεν είχε άπλυτα πιάτα και το μπάνιο ήταν καθαρό. Την κοίταξε παράξενα που το εσωτερικό του σπιτιού ήταν σε τόσο καλή κατάσταση, αλλά με ένα της βλέμμα τον έκανε να σιωπήσει. Τον φρόντιζε, αλλά δεν ήθελε να ακούσει ευχαριστώ, το έκανε με την καρδιά της. Γιατί ήταν ο μπαμπάς του καλύτερου της φίλου.

Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί κανείς τους. Ο Αντώνης καθόταν στο σαλόνι, κάπνιζε και έκλαιγε αλλά δεν ήξερε αν ήταν επειδή ένα μεγάλο τέλος πλησίαζε. Σκεφτόταν τι να κάνει με το σπίτι, να το πουλήσει ή να το κρατήσει; Η Έλενα στριφογύριζε στο κρεβάτι της και προσπαθούσε να χωνέψει την ιδέα ότι θα μείνει άστεγη. Και σύντομα μάλιστα.

CC

Συνεχίζεται…

One response to “Η πίστη σου σ’ εμένα – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading