-Το βρήκαμε! Θα καταφύγουμε στα δικαστήρια!, φώναξαν ομόφωνα οι γαρίδες.
Η αλήθεια ήταν ότι γαρίδες και αστακοί από πολύ παλιά ήταν στα μαχαίρια. Πάντα υπερτερούσαν οι αστακοί φυσικά λόγω μεγέθους, αλλά και οι γαρίδες δεν πήγαιναν πίσω. Στις θάλασσες τις έβρισκε κανείς σε διάφορα χρώματα, σταχτιές ή κοκκινωπές, μεγάλες, μικρές έτοιμες να ικανοποιήσουν τις ορέξεις των ανθρώπων που τις αλίευαν επισταμένα γιατί ήταν ένας από τους αγαπημένους θαλασσινούς μεζέδες.
Για αυτό τον λόγο έβρισκαν καταφύγιο σε βράχια με μεγάλες τρύπες ή και ανάμεσα στα φύκια. Η επιβίωσή τους ήταν ο στόχος τους. Μάταια όμως, οι αστακοί σαν πιο μεγαλόσωμοι έκαναν κατάληψη στις κρυψώνες τους, γιατί και αυτοί κινδύνευαν να αφανιστούν. Μία κατσαρόλα με βραστό νερό ήταν ο εφιάλτης τους. Από τότε που είχε καθιερωθεί να θεωρείται ως δείγμα γαστρονομικής πολυτέλειας και να φιγουράρει στους μπουφέδες και στα εστιατόρια, ο καημένος ο αστακός έκανε τα πάντα για να κρυφτεί στα βαθιά νερά για να σώσει το τομάρι του.
-Βασιλιάδες των εδεσμάτων, γαστρονομία, πολυτέλεια, κουραφέξαλα! Εγώ ένα ξέρω, πως αν δεν επαναστατήσουμε άμεσα, θα εξαφανιστούμε από τις θάλασσες. Και μετά οι γαρίδες και τα καβούρια θα πάρουν την θέση μας, γιατί πως να το κάνουμε, είμαστε πολύ καλύτεροι από αυτούς!, είπε ένας κοκκινωπός αστακός με μεγάλες δαγκάνες . Η φινέτσα και η γοητεία μας υπερτερούν της θρεπτική μας αξίας, για αυτό μας προτιμούν οι άνθρωποι εκεί έξω. Είμαστε δηλαδή μοναδικοί στο είδος μας.
-Γιατί εμείς δεν είμαστε; πετάχτηκε μία γαρίδα με τις κεραίες της όρθιες. Εμείς βρήκαμε αυτή την κρυψώνα, άρα την δικαιούμαστε. Τέλος!
-Ναι, αλλά εμείς κινδυνεύουμε να εξαφανιστούμε. Σε λίγα χρόνια θα ψάχνετε να βρείτε κανέναν αστακό να σας μεταφέρει τα σκουλήκια που προτιμάτε για φαγητό γιατί έχετε πόνο στην μέση και τότε αλίμονό σας, δεν θα υπάρχει κανείς! Και μετά μισολιπόθυμες δεν θα σας θέλει κανείς, μια ζωή θα ζείτε στο περιθώριο.
Οι γαρίδες κοίταξαν η μία την άλλη, κούνησαν τις κεραίες τους και αφού συνεννοήθηκαν με τα μισχωτά τους μάτια, απάντησαν ομόφωνα ένα μεγάλο ΟΧΙ.
-Θα καταφύγουμε στην δικαιοσύνη. Και μάλιστα στην ανθρώπινη, γιατί δεν έχουμε εμπιστοσύνη σε κανένα άλλο ψάρι ή καβούρι, γιατί γνωρίζουμε τα κόλπα σας και μπορεί να τους δωροδοκήσετε. Αυτή η κοπέλα είναι η πιο κατάλληλη, αυτή που κάνει βόλτες με την χελώνα, άλλη από εκεί, ήρθε από το πουθενά και έκανε κατάληψη στα ζεστά νερά μας! Και μας κλέβει και το φαΐ!
– Ε, με το δίκιο σας κατσαρίδες της θάλασσας! Που τρώτε ότι βρείτε μπροστά σας. Για αυτό οι άνθρωποι σας χρησιμοποιούν σαν δόλωμα, γιατί έχετε μέσα σας κρέας… ουυυυ!
Η αρχηγός γαρίδα γούρλωσε τα μάτια της, τον κοίταξε με εκείνο το δολοφονικό βλέμμα σαν να του έλεγε… θα δείτε τι θα πάθετε.
-Δεν πάω πουθενά, θα περιμένω την χελώνα με το κορίτσι, είναι η ώρα της απογευματινής τους βόλτας, είπε η αρχηγός γαρίδα.
-Κι εγώ θα κάτσω δίπλα σου, να ακούσω τι θα πεις. Ξέρω τα κόλπα σας πια. συμπλήρωσε ο αρχηγός αστακός.
Πράγματι σε λίγη ώρα φάνηκε από το βάθος της θάλασσας η χελώνα με το πράσινο γυαλιστερό κέλυφος, ενώ στην πλάτη της κουβαλούσε μόνο το κορίτσι, την Νάντια. Είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μία φιλία, όταν ο αδελφός της ο Ιάκωβος την συνάντησε ξαφνικά. Τα δύο αδέλφια απολάμβαναν βόλτες στο νερό, εξερευνούσαν τον βυθό με τις μάσκες τους και κάθε μέρα ήταν για αυτά μία καινούρια εμπειρία. Την Νάντια την διέκρινε το αίσθημα της δικαιοσύνης, ήξερε να χειρίζεται τον λόγο πολύ καλά συγκριτικά με την ηλικία της. Είχε πιάσει φιλίες με τα ψαράκια, τις γαρίδες, που αν και αποτελούσαν την γκουρμέ τροφή της χελώνας, ωστόσο προσπαθούσε με ωραίο τρόπο να την αποτρέψει από την κατανάλωσή τους. Φάε τσούχτρες αν θες να χορτάσεις, να μπορούμε κι εμείς να κάνουμε το μπάνιο με την ησυχία μας, της ψιθύριζε στο αυτί.
Έτσι η Νάντια θα έπαιρνε τον ρόλο του δικαστή ανάμεσα στην διαμάχη γαρίδων και αστακών. Όταν τους πλησίασε η χελώνα, ο αστακός σήκωσε την μία δαγκάνα σαν τον τροχονόμο και τους είπε:
-Στοππππ, ένα λεπτό μόνο κυρία χελώνα μου. Θέλουμε την βοήθειά σας ή μάλλον της κοπέλας που κουβαλάς.
Χελώνα και αναβάτης σάστισαν για λίγο, η Νάντια σε λίγα λεπτά ρώτησε με ψυχραιμία τι συμβαίνει και αφού έλαβε τις εξηγήσεις τους χαμογέλασε ευγενικά.
-Με τιμάτε, ευχαριστώ. Με μεγάλη χαρά θα σας βοηθήσω, αλλά όχι τώρα, γιατί είναι αργά και η γιαγιά μου θα ανησυχεί. Αύριο το πρωί στις 10 στο ίδιο σημείο θα είμαστε εδώ, εντάξει;
-Σύμφωνοι, απάντησαν ομόφωνα αστακοί και γαρίδες. Αύριο θα δοθεί ένα τέλος να ξέρουμε κι εμείς τι θα κάνουμε.
Η Νάντια όλο το βράδυ έμεινε ξάγρυπνη, το πρόβλημα που της είχε τεθεί στριφογυρνούσε στο μυαλό της και προσπαθούσε να βρει μία ικανοποιητική λύση. Δεν ήθελε να στεναχωρήσει τους φίλους της, γιατί τόσο καιρό με τις βόλτες της στο νερό είχε συμπαθήσει τα ψάρια, τις γαρίδες, τα καβουράκια, ακόμη και τους αχινούς. Αλλά τις τσούχτρες, όχι ποτέ!
Φύσαγε και ξεφύσαγε, αναστέναζε βαθιά μέχρι που ο αδελφός της ξύπνησε κι αυτός.
-Τι θα γίνει βρε κορίτσι μου, θα κοιμηθούμε απόψε; την ρώτησε μισοκοιμισμένος.
-Γύρνα πλευρό εσύ και κοιμήσου. Θα σου πω αύριο.
-Όχι, τώρα θα μου πεις. Με ξύπνησες καλά καλά και τώρα άντε να κοιμηθώ. Άσε που γουργουρίζει και η κοιλίτσα μου.
-Καλά, άκου κι εσύ προσεκτικά. η Νάντια του εξιστόρησε τα γεγονότα και μετά τον ρώτησε αν έχει καμία ιδέα.
-Τι;;; Έγιναν όλα αυτά και δεν μου είπες τίποτα; Θα έρθω κι εγώ μαζί σας.
-Καλύτερα να καθίσεις με την γιαγιά να την απασχολείς, για να μην έχει την έννοια της σε μένα και με ψάχνει.
Τα μικρά μετά από λίγη ώρα κοιμήθηκαν, ακόμη δεν είχαν βρει λύση στο πρόβλημα. Η νύχτα πέρασε γρήγορα και το πρωί έφτασε φανερώνοντας έναν ήλιο πίσω από τα βουνά, ενώ τα πουλάκια άρχισαν το τραγούδι τους από πολύ νωρίς παρέα με τα τζιτζίκια. Σίγουρα θα έκανε ζέστη από το πρωί και τα παιδιά σηκώθηκαν νωρίς με την δικαιολογία ότι ήθελαν να πάνε στην θάλασσα πριν αρχίσει ο ήλιος να βαράει. Ο Ιάκωβος προσποιήθηκε ότι ήθελε να παίξει με τα μαγνητάκια του και τα αυτοκινητάκια του, ενώ η Νάντια χωρίς να πιεί ούτε μία γουλιά γάλα, φόρεσε μαγιό και κατέβηκε στην παραλία. Η γιαγιά είχε πάρει την γνωστή θέση στο παράθυρο να πλένει τα πιάτα και να έχει καρφωμένα τα μάτια στην θάλασσα, να παρακολουθεί την εγγονή της.
Κάτι περίεργο συμβαίνει, σκέφτηκε η γυναίκα. Περίεργες συμπεριφορές τις τελευταίες μέρες και από τους δύο. Συνήθως τους αρέσει το χουζούρι, σαν νωρίς δεν σηκώνονται τώρα τελευταία; Μπα, θα έχουν ξεκουραστεί και δεν τους χωράει πια το κρεβάτι…
Η μικρή εξοπλίστηκε με τα απαραίτητα και κατέβηκε στην θάλασσα. Ακόμη δεν είχε βρει λύση, αλλά κάτι θα σκεφτώ, είπε από μέσα της Αφού μπήκε στο νερό και απομακρύνθηκε για λίγο, έκανε μία βουτιά να δει τι γίνεται κάτω στον βυθό. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους, τα ψάρια είχαν ξυπνήσει από την μαύρη νύχτα, μερικά είχαν ανέβει στην επιφάνεια της θάλασσας κυνηγώντας το φως του φεγγαριού και έριχναν έναν ελαφρύ υπνάκο τώρα πάνω στα βράχια για να ξεκουραστούν λίγο. Η Νάντια έψαχνε με τα μάτια της την χελώνα που φάνηκε καθυστερημένη. Είχε ξεχαστεί λόγω του πρωινού μπουφέ. Έτσι αποκαλούσε τα καλαμάρια που έτυχαν να περνούν από μπροστά της την ώρα που άρχιζε να πεινάει. Μα τι φαγητό ήταν αυτό, τι μεζές!
Το κορίτσι ανέβηκε στην πλάτη της και άρχισε το ταξίδι της για να αναλάβει τα σπουδαία καθήκοντα του δικαστή. Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στους φίλους της, την ρώτησαν αν είχε βρει μία λύση. Τι κρίμα, δεν της είχε κατέβει τίποτα στο μυαλό της ή μήπως όχι; Ξαφνικά ένας θόρυβος που έκανε μία βάρκα πιο κάτω, της έδωσε την ιδέα. Για να μπορούν να προστατεύονται οι καραβίδες και οι αστακοί, θα έπρεπε να φτιάξουν τοιχώματα με βότσαλα και πέτρες που θα τα κάλυπταν με φύκια γύρω από τις μικρές σπηλιές που έχουν βρει. Κι αν δεν χωρούν όλοι μαζί μέσα σε αυτές, θα τις χρησιμοποιούν εκ περιτροπής, ενώ η άλλη ομάδα που θα είναι εκτεθειμένη στους κινδύνους, θα κρύβονται πίσω από τα τοιχώματα. Οι πιο γενναίοι και μεγαλόσωμοι αστακοί θα φρουρούν την σπηλιά και το ίδιο οι γαρίδες θα φρουρούν τα τοιχώματα. Και έτσι θα είναι όλοι ασφαλείς και ευχαριστημένοι. Έτσι τους τα εξήγησε και συμφώνησαν αμέσως, στην χαρά τους έβγαλαν μία φωνή όλοι μαζί “Ζήτω η χελώνα και η φίλη της!”. “Μα τόσο απλό ήταν, πώς δεν το είχαμε σκεφτεί εμείς;” αναρωτήθηκαν οι αρχηγοί τους.
Η Νάντια χάρηκε που βοήθησε, τους χαιρέτησε και τους υποσχέθηκε ότι θα τους επισκεπτόταν σύντομα να δει πώς πάνε οι εργασίες. Σε πολύ λίγο ανέβηκε στην επιφάνεια και βγαίνοντας έξω κατάλαβε ότι μάλλον θα γινόταν καλή δικηγόρος ή κάτι παρόμοιο. Το άδικο δεν της πήγαινε καθόλου.
Όταν έφτασε στο σπίτι, εξιστόρησε τα πάντα με την παραμικρή λεπτομέρεια στον αδελφό της. Και επειδή η ώρα είχε περάσει και τα στομάχια γουργούριζαν, η Νάντια ρώτησε την γιαγιά για το μεσημεριανό φαγητό.
-Γιαγιά τι θα φάμε σήμερα;
-Ααα, ο ψαράς μας έφερε γαρίδες και έναν μεγάλο αστακό και θα τα κάνω με μακαρόνια που σας αρέσουν!
-Τιιιι; είπαν και τα δύο μαζί. Δεν μας κάνεις κανένα αυγουλάκι τηγανητό καλύτερα; Άσε τα θαλασσινά για άλλη μέρα.
Πώς να τα φάνε τώρα που γίνανε φίλοι… Ο βασιλιάς των εδεσμάτων ας μείνει στο βασίλειό του και οι γλυκύτατες γαρίδες ας παίξουν λίγο περισσότερο με τα καβουράκια. Τα πιο απλά φαγητά είναι και τα πιο ωραία τελικά. Καλή μας όρεξη!
Δήμητρα Καμπόλη
