Η πίστη σου σ’ εμένα – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Η κηδεία έγινε παρουσία όλου του χωριού σε κλίμα συγκίνησης, καθώς ο πατέρας του ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Είχε βοηθήσει πολλούς ανθρώπους σε δύσκολες στιγμές, σε καιρούς που έπεσε μεγάλη πείνα και ένα κομμάτι ψωμί ήταν τότε θησαυρός. Έδωσε φαγητό σε οικογένειες, σε χήρες, σε ορφανά, άγνωστο πού έβρισκε τότε τα λεφτά για να το κάνει. Κανείς δεν αναρωτήθηκε, γιατί όσο το φαΐ τους κρατούσε ζωντανούς, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν οι πιο πολλοί από αυτούς πέθαναν, τα παιδιά και τα εγγόνια τους ήταν πλέον ευγνώμονες σε αυτόν τον άνθρωπο και ήρθαν σήμερα να τον τιμήσουν.

«Αυτήν θα την τσουρομαδήσω!», διέκοψε τις σκέψεις του η Έλενα ενώ έπιναν καφέ στο καφενείο μετά το νεκροταφείο.
Γύρισε και την κοίταξε που έπαιζε με τα μαλλιά της και τον κοιτούσε στα μάτια. «Δεν ξέρω, αλήθεια, τι την έχει πιάσει. Δεν ξέρω γιατί ήρθε εδώ, γιατί φέρεται έτσι. Και δεν με ενδιαφέρει», την καθησύχασε.
«Και αυτή πάλι ποια είναι;»
«Η Έλλη!» σηκώθηκε και πήγε κοντά της. «Νόμιζα ότι δεν θα έρθεις!», ξαφνιάστηκε.
«Πώς να το χάσω, γλυκέ μου; Βλέπω πρόφτασε και η Στέλλα», την χαιρέτισε με έναν μορφασμό. «Και αυτή εδώ ποια είναι; Πολλές δεν μαζευτήκαμε;» γέλασε δήθεν και έδωσε το χέρι της.

Τα επόμενα λεπτά του φάνηκαν σαν αιώνας, ένας αιώνας άβολης έντασης ανάμεσα στις τρεις γυναίκες και στην μέση ο Αντώνης που προσπαθούσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί όλο αυτό του φαινόταν πολύ ύποπτο.

Φεύγοντας από το καφενείο, χαιρέτισαν την Έλενα και έφυγαν να πάρουν τα πράγματά τους και να γυρίσουν στην πόλη. Εκείνος ένιωθε ότι άφηνε ένα μέρος του μαζί της, παρόλο που πήγε εκεί θέλοντας να κλείσει για πάντα ένα κομμάτι της ζωής του.

Μιλώντας με την αρραβωνιαστικιά του, αποφάσισαν να πουλήσουν το σπίτι. Τον έπεισε μάλιστα να επισπεύσουν τον γάμο τους σε δύο μήνες, μόλις τελειώσει ο χειμώνας. Είχαν έρθει ξανά κοντά και δεν υπήρχαν πια νεύρα και φωνές από πλευράς της. Είχαν ηρεμήσει πολύ τα πράγματα. Πάρα πολύ…

Λίγες βδομάδες πριν το γάμο, κοιτούσαν τις προσκλήσεις και της πρότεινε να στείλει και στο χωριό του, μιας και όταν πήγε τον υποδέχτηκαν με τόση καλοσύνη. Εκείνη αδιαφόρησε καθώς δεν την ένοιαζε ποιοι θα ήταν εκεί. Μόνο να γίνει γρήγορα ο γάμος.

Η άνοιξη είχε κάνει την διαδρομή να μοιάζει καταπληκτική. Τα λουλούδια και τα φυτά που προσπερνούσε, οι μυρωδιές από το ανοιχτό παράθυρο, ο ήλιος που ζέσταινε το δέρμα του, όλα του έφερναν αναμνήσεις. Θυμήθηκε εκείνη τη μέρα στο λεωφορείο που έφευγε για την πόλη. Την τελευταία φορά που είδε την μάνα του. Τα δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια της. Πόσο την στεναχώρησε. Άραγε τον συγχώρεσε ποτέ; Οι φωνές του πατέρα του, που τώρα του έμοιαζαν με παρακάλια απελπισίας. Τους άφησε μόνους. Μα είχε δικαίωμα να φύγει… Αλλά να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του; Να μην τους ξαναδεί ποτέ; Σκούπισε τα μάτια του και κοίταξε τον δρόμο. Λίγο έμενε ακόμα. Θυμήθηκε πόσο ζορίστηκε να πατήσει στα πόδια του. Νέος ήταν, μα μόνος σε έναν ξένο τόπο. Έκανε λάθη, έχασε, έμαθε. Σηκώθηκε, δούλεψε, τα κατάφερε. Γνώρισε γυναίκες, έχασε έρωτες. Τώρα, σε αυτήν την ηλικία, κόλλησε πέντε χρόνια με την Έλλη, χωρίς να περιμένει αυτήν την κατάληξη. Οι αμφιβολίες του είχαν χαθεί πλέον, η αλλαγή της ήταν μεγάλη. Ίσως έκανε λάθος που την αμφισβήτησε. Είδε το χωριό, έστριψε δεξιά και μπήκε. Αυτή τη φορά δεν του έκανε εντύπωση που τον περίμενε η Έλενα.

«Είδες το μήνυμά μου», της είπε κλείνοντας την πόρτα του αυτοκινήτου.
«Δεν ήταν ανάγκη να έρθεις ως εδώ. Μπορούσες να στείλεις τις προσκλήσεις», χαμογέλασε και τον αγκάλιασε. Ένιωσαν και οι δύο σαν να ήταν η τελευταία φορά. «Είδα το πωλητήριο. Αυτό ήταν, λοιπόν…», ανασήκωσε τους ώμους της.
«Αυτό ήταν, ναι», κούνησε το κεφάλι.
«Και γιατί ήρθες ως εδώ;»
«Για μια τελευταία αγκαλιά».

Γύρισε νωρίτερα στο σπίτι και πέταξε την ζακέτα του στον καναπέ. Έβαζε ένα ποτό όταν άκουσε ψιθύρους από το υπνοδωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα και είδε την Έλλη να ντύνεται και στο κρεβάτι τον Γιάννη, τον μάνατζέρ της. Φεύγοντας απότομα, χωρίς να περιμένει εξηγήσεις και δικαιολογίες, πέτυχε την Στέλλα να ανεβαίνει στο διαμέρισμα. Βλέποντάς τον να φεύγει φουριόζος, κατάλαβε και τον πήρε στο κατόπι να του μιλήσει. Τον σταμάτησε μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο και από τύψεις και ντροπή, του τα αποκάλυψε όλα.

Του είπε πως και εκείνη για την περιουσία τον προσέγγισε, μήπως κατάφερνε να τους χωρίσει, βλέποντας αυτήν αντί για την Έλλη να είναι δίπλα του. Και ότι ήθελαν κάποιον να επιβλέπει τον κόσμο μήπως δουν τα παιδιά του φίλου του πατέρα του. Του ζήτησε συγγνώμη και έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι.

Ο Αντώνης δεν ξαναγύρισε ποτέ εκεί.

Όταν πουλήθηκε το σπίτι της Έλενας, κατέρρευσε. Μάζεψε τα πιο σημαντικά από τα πράγματά της σε μια βαλίτσα και προσπάθησε να μοιράσει τα ζώα στους συγχωριανούς της. Μα πώς να τα αποχωριστεί που τα αγαπούσε τόσο πολύ; Τα φιλούσε και τους μιλούσε για να μη νομίζουν ότι τα εγκαταλείπει. Εκείνη θα τράβαγε τον δρόμο της κι όπου την βγάλει. Έσερνε την βαλίτσα της στο δρόμο, είχε βγει σχεδόν από το χωριό. Το αμάξι του μπήκε με ορμή στην στροφή και εκείνη τρόμαξε και έκανε στην άκρη.

«Πώς;»
«Πώς και είμαι εδώ;»
«Όχι. Πώς τρέχεις έτσι;»
Ο Αντώνης χαμογέλασε και της έκανε νόημα να μπει μέσα. Εκείνη κάθισε μπροστά και έβαλε στα πόδια της την βαλίτσα.

«Δεν είναι ανάγκη να με πας κάπου».
«Γιατί ξέρεις πού πας;»
«Πολύ θάρρος πήρες μου φαίνεται», γέλασε.
«Ναι, μόνο εσύ έχεις το δικαίωμα, το ξέχασα. Βιαζόμουν να σε προλάβω. Έλα, κράτα τα».
«Τι είναι αυτά;»
«Τα κλειδιά του νέου μου σπιτιού».
«Δεν το πιστεύω!» τα καλοκοίταξε. «Αυτά είναι του δικού μου σπιτιού!»
«Σωστά, αλλά θα σου εξηγήσω. Αρχικά, έβαλα ένα μέρος από όσα είχα στην άκρη και το πήρα. Για εσένα. Επίσης, υποτίθεται ότι ο πατέρας μου μου άφησε κάποια κρυμμένη περιουσία. Ναι, ξαφνιάστηκα όσο και εσύ. Για αυτό δεν σε άφησε ποτέ να αγγίξεις τον κήπο. Ίσως δεν στο αποκάλυψε, γιατί ήλπιζε ότι κάποια στιγμή θα γυρίσω. Ίσως περίμενε μέχρι και την τελευταία στιγμή να με ξαναδεί. Δεν ξέρω… Κράτησα και το δικό μου σπίτι. Προς το παρόν τουλάχιστον. Θα είμαστε γείτονες πάλι! Αν και ελπίζω και…»
«Τι λες; Περίμενε… Δεν ξέρω αν αυτό το χαμόγελό σου με τρομάζει ή μου αρέσει».
«Ακύρωσα τον γάμο».
«Φτου και είχα πάρει δώρο! Πες μου ότι για αυτό κουβαλήθηκαν αυτές οι σαύρες στο χωριό! Α! Και ένα ζευγάρι μου είπαν σκάβει τα χωράφια σου και νόμιζα ότι είχες βάλει εργάτες».
«Άσε τους να σκάβουν! Λοιπόν, θα μείνω μόνιμα στο χωριό. Σκέφτομαι να μεταφέρω εδώ το κτηνιατρείο μου. Θα πάρουμε πίσω και τα ζώα σου. Για αυτό σου είπα «προς το παρόν» γιατί ίσως το κάνω ιατρείο ή το δωρίσω ως σχολείο για να μην φεύγουν τα παιδιά στην πόλη. Ποιος ξέρει; Ούτως ή άλλως η ζωή μου δεν μπορεί να γίνει πιο απρόβλεπτη!»
«Κτηνίατρος είσαι;»
«Τώρα ποια είναι αδιάβαστη; Λοιπόν, τι λες;»
«Πώς θα τα κάνουμε όλα αυτά;»
«Είσαι έτοιμη να λερωθείς;» κατέβηκαν από το αμάξι και έκλεισαν τις πόρτες.

Δεν ήξεραν τι θα βρουν στο χώμα, αλλά ήξεραν τι είχε απομείνει μέσα τους. Στέκονταν μπροστά στα σπίτια τους ξανά και κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου, όχι πια σαν παιδιά αλλά σαν μεγάλοι μπροστά στην αρχή της νέας τους ζωής.
«Δηλαδή, αυτό ήταν. Θα μείνεις εδώ. Δεν έχασα το σπίτι μου. Δεν έχασα εσένα», επανέλαβε με δισταγμό.
«Δεν έχασες την πίστη σου σ’ εμένα», της έπιασε το χέρι και περίμενε να δει πώς θα τον κοιτάξει για να καταλάβει αν η καρδιά της, που ήταν δική του, μπορούσε να χωρέσει έναν μεγάλο έρωτα. Και εκείνη του χαμογέλασε και είδε στα μάτια της εκείνο το μικρό κορίτσι που ό,τι του υποσχέθηκε το έκανε. Εκείνο το κορίτσι που δεν τον ξέχασε, που τον περίμενε, που τον συγχώρεσε, που τον υποδέχτηκε και τον αγκάλιασε και τον αγάπησε σαν τον εαυτό της. Εκείνο το κορίτσι, που έσκυψε τώρα και τον φίλησε και κλείδωσε την καρδιά του για πάντα στα χέρια της. Γιατί εκείνο το κορίτσι, ποτέ δεν έχασε την πίστη της σ’ εκείνον.

Στον κήπο ο πατέρας του είχε θάψει τον πραγματικό θησαυρό, ένα μεγάλο μεταλλικό κουτί με φωτογραφίες και γράμματα. Όλη τους η ζωή όσο έλειπε ήταν εκεί, όσα ήθελαν να του πουν, όσα ήθελαν να μοιραστούν μαζί του. Όλη η αγάπη των γονιών του σε ένα κουτί. Εκεί βρήκε την συγχώρεση του πατέρα του και της μητέρας του και την συγγνώμη τους μαζί. Και κατάλαβε ότι όταν το πεπρωμένο σου είναι δικό σου, κανείς δεν μπορεί να στο πάρει. Όταν η ζωή σου έχει έναν δρόμο, από όπου και να πας πάλι εκεί θα βγεις. Όσο αργά και να νομίζεις ότι είναι, πάλι υπάρχει ελπίδα. Και όταν έχεις ανθρώπους να πιστεύουν σε εσένα, όλα μπορείς να τα καταφέρεις.

CC

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading