Δύο ξένοι

Μετά από πενήντα πέντε χρόνια γάμου, μετά από δύο παιδιά, τέσσερα εγγόνια και μια ολάκερη ζωή με χαρές, λύπες, αγωνίες, διαφωνίες, τσακωμούς, μονιάσματα, αγάπη, συντροφικότητα, έμεινε μόνος. Η γυναίκα του έφυγε ήσυχα, ξαφνικά, χωρίς να ταλαιπωρήσει κανέναν και τον άφησε να τριγυρίζει σε ένα αδειανό σπίτι. Οι γιοι του τον επισκέπτονταν εναλλάξ, το ίδιο και τα δύο μεγαλύτερα εγγόνια του. Τα άλλα δύο ήταν φοιτητές, σε μακρινές πόλεις. Μα πόσο μπορούν οι νέοι, να αφήσουν οικογένειες και δουλειές… Δεν είχε παράπονο, η πόρτα του άνοιγε κάθε μέρα, η αγκαλιά του γέμιζε κάθε μέρα, τίποτα όμως δεν αντικαθιστούσε την παρουσία της Μίνας του. Του έλειπε τόσο πολύ!

Είκοσι μέρες χωρίς εκείνη κι όλα είχαν χάσει το νόημα τους. Έπινε μόνος το πρωινό ελληνικό καφεδάκι στο κουζινάκι τους. Δεν είχε την ίδια γεύση πια ο καφές. Τόσα χρόνια, τον έπιναν σκέτο και οι δύο, μα τώρα του φαινόταν πικρός. Χάιδευε την κενή καρέκλα δίπλα του και η πίκρα δεν περιοριζόταν στον ουρανίσκο του, ταξίδευε και στην ψυχή του και φώλιαζε εκεί. Δεν είχε όρεξη ούτε να φάει κι ας έστελναν χίλια φαγητά και καλούδια οι νύφες του, ούτε να βγει από το σπίτι. Μονάχα έπαιρνε τον δρόμο και πήγαινε στο κοιμητήριο. Το χώμα ήταν ακόμα φρέσκο, το μνήμα άφτιαχτο. Του είπαν πως σε λίγες μέρες θα το ετοίμαζαν. Περνούσε λίγες στιγμές εκεί, την μάλωνε που έφυγε και δεν τον πήρε μαζί της, που τον άφησε να περιπλανιέται μόνος, της υποσχόταν πως θα πήγαινε την επομένη πάλι κι έφευγε.

Καθώς περπατούσε με σκυφτό το κεφάλι και χαμένος στη θλίψη του προς την έξοδο των κοιμητηρίων, πέρασε δίπλα από ένα παγκάκι που καθόταν ένας άντρας, πάνω κάτω στην ηλικία του κι έκλαιγε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σαν κάτι να τον τραβούσε, σταμάτησε μπροστά του αμίλητος. Ο άντρας στο παγκάκι, σήκωσε το κεφάλι του και από δύο γαλάζιους ουρανούς έτρεχαν βροχή τα δάκρυα. Έκατσε δίπλα του, σταθερά αμίλητος. Άφησε να περάσουν κάποιες στιγμές και μετά, με μια απλότητα, συστήθηκε.
– Αντώνης.

Ο θλιμμένος γαλανομάτης, αρχικά δεν κατάλαβε. Ήταν τόσο απορροφημένος στη δυστυχία του. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ήρθε σε επαφή με το περιβάλλον.
– Πασχάλης.
– Είκοσι μέρες έχει που έχασα την γυναίκα μου, την Μίνα μου.
– Χθες κήδεψα την δική μου, την Έλλη μου.
– Σε καταλαβαίνω. Αν θέλεις να μείνεις μόνος, να σε αφήσω.
Δεν απάντησε, πήρε λίγο χρόνο, μα δεν πήρε τα μάτια του από πάνω του. Κάτι στη φωνή του, άγγιξε ευαίσθητη χορδή μέσα του. Αυτό το “σε καταλαβαίνω”, ακούστηκε βάλσαμο. Κάτι στο πονεμένο του βλέμμα, ταίριασε στο δικό του. Κάτι γνώριμο και οικείο αισθάνθηκε.

– Όχι, αν έχεις χρόνο, μείνε, του απάντησε, σκουπίζοντας τα δάκρυά του.
– Χρόνο; Και να γυρίσω στο σπίτι, τι; Σαν την άδικη κατάρα περιφέρομαι.
– Συνηθίζεται η απώλεια;
– Όχι!
– Τουλάχιστον εσύ, που το περνάς, δεν μου χρυσώνεις το χάπι όπως οι υπόλοιποι.
– Ξέρω τι σου λένε. Αυτά περί χρόνου, που τα γιατρεύει όλα. Δεν ξέρω καν πόσο χρόνο έχω στη διάθεσή μου κι ούτε με νοιάζει. Είμαι ογδόντα τέσσερα χρονών και ιδανικά, θα ήθελα μαζί να φεύγαμε ή να έφευγα πρώτος. Χωρίς εκείνη, τίποτα δεν έχει ουσία. Μοναξιά κι ερημιά.
– Σα να μιλάς στη ψυχή μου. Στα ογδόντα πια, τι να τον κάνω τον χρόνο που όλοι αναφέρονται σε αυτόν σαν κάτι ανακουφιστικό, αφού δεν θα έχω εκείνη πλάι μου; Λέγαμε πάντα μεταξύ μας, “μαζί, μέχρι τα βαθιά μας γεράματα” και τελικά έμεινα μόνος.

Ο Αντώνης ακούγοντάς τον, σφίχτηκε. Ένιωθε στο πετσί του τον πόνο του άγνωστου άντρα. Τα βίωνε. Και με την ίδια απλότητα, συνέχισε τον διάλογο.
– Δεν φταίνε κι αυτοί. Κάτι πρέπει να πουν. Τα παιδιά μας προσπαθούν να μας κάνουν να νιώσουμε καλύτερα.
– Πόσα παιδιά έχεις;
– Δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια. Ο μεγαλύτερος εγγονός μου, μόλις άνοιξε δικό του δερματολογικό ιατρείο.
– Να τα χαίρεσαι όλα, παιδιά κι εγγόνια και να καμαρώνεις!
– Ας είναι καλά όλοι. Τα δικά σου;
– Δεν έχω παιδιά. Δεν έχω κανέναν.
Ο Αντώνης δαγκώθηκε, τι ήθελε να ρωτήσει… Κόμπιασε, δεν ήξερε πώς να το καλύψει. Ο Πασχάλης το κατάλαβε και βλέποντάς τον, αμήχανο, είχε κάτι αστείο ο τρόπος του και για μια στιγμή, ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα πικραμένα του χείλη.

– Μη σκας Αντώνη. Πού να ξέρεις; Δεν κάναμε παιδιά, δεν ήθελε ο Θεός.
– Ο Θεός! Όλοι κάτω από Αυτόν είμαστε. Του έχω θυμώσει όμως, που μου την πήρε πρώτη.
– Κατά καιρούς και κυρίως όταν ήμουν νεότερος, του είχα θυμώσει για πολλά. Η Έλλη ήταν πάντα εκεί, να μας συμφιλιώνει. Παρόλο που δεν μας χάρισε παιδιά κι ας λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο, παρόλο που την τυράννησε πολλά χρόνια με θέματα υγείας, εκείνη είχε πίστη και προσπαθούσε να την μεταδώσει και σε μένα.
– Πρέπει να ήταν σπουδαία γυναίκα!
– Ήταν! Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί με διάλεξε, γιατί με αγάπησε. Ήταν σε όλα ανώτερή μου.
– Σίγουρα κάτι ξεχώρισε σε σένα και μείνατε μαζί μέχρι τώρα.
– Εμένα έπρεπε να πάρει ο Θεός, η γυναίκα μου ήταν μόνο εβδομήντα δύο χρονών και ένα κομμάτι μάλαμα.
– Δεν έχω κάτι παρήγορο να σου πω Πασχάλη. Ναι, κρίμα! Είχε ακόμα χρόνια η κυρά σου. Κι εγώ δεν μπορώ να διαχειριστώ που πήρε πρώτη την δικιά μου. Και τρία χρόνια μικρότερη ήταν από μένα και ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας και μια υπέροχη γυναίκα.

Οι δύο άντρες, ταυτόχρονα, έβγαλαν έναν αναστεναγμό και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Δύο ξένοι, που είχαν ένα κοινό καημό. Δύο άγνωστοι που μοιράστηκαν τον πόνο τους και κομμάτια της ζωής τους, σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Δύο άντρες που έμειναν μόνοι και που ο ένας καταλάβαινε τον άλλο, όσο κανείς.

– Εδώ κοντά μένεις Αντώνη;, πήρε το θάρρος να ρωτήσει ο Πασχάλης.
– Ναι, ακριβώς πίσω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.
– Αλήθεια; Δύο στενά πιο κάτω μένω εγώ.

Σηκώθηκαν μαζί, για τον δρόμο προς τα σπίτια τους, παίρνοντας θαρρείς ο ένας, λίγο από το ψυχικό φορτίο του άλλου. Από την επόμενη μέρα, κάθε πρωί, ο Πασχάλης πήγαινε στο σπίτι του Αντώνη για να πίνουν παρέα το ελληνικό καφεδάκι κι άρχισε να αποκτά ξανά και για τους δύο την παλιά, ευχάριστη γεύση. Φρόντιζε πάντα να έχει κουλουρούκια, τσουρέκι, κάτι συνοδευτικό, για να γλυκαίνει τον καινούργιο του φίλο. Οι ώρες που πριν λίγο καιρό ήταν βασανιστικές, που δεν κυλούσαν, τώρα, περνούσαν σα νεράκι. Τόσων ετών στιγμές και μνήμες είχαν να μοιραστούν. Γνωριμίες, έρωτες, καντάδες, γάμους, γιορτές, γενέθλια, ταξίδια, κόπο, αγώνα, γλέντια, γέλια, κλάματα, ζωές γεμάτες από την παρουσία δύο γυναικών. Συχνά, έβλεπαν φωτογραφίες, με τα δάκρυα και τα χάδια πάνω στα άλμπουμ, αναπόφευκτα. Η Μίνα και η Έλλη, ήταν πάντα εκεί μαζί τους, μέσω των αφηγήσεων, μέσω των φωτογραφιών. Αυτό είχαν ανάγκη οι δύο ηλικιωμένοι άντρες. Να τις αναφέρουν, να τις θυμούνται, να νοσταλγούν. Οι άνθρωποι γύρω τους, νόμιζαν πως τους προστάτευαν αν δεν τους θύμιζαν τις γυναίκες τους, νόμιζαν πως έτσι θα μειωνόταν ο πόνος, πως θα συνήθιζαν. Εκείνοι όμως, είχαν βρει μεταξύ τους, αυτό που πραγματικά τους μαλάκωνε τον πόνο. Είχαν ο ένας τον άλλον και τις αναμνήσεις τους που δεν φοβόντουσαν να τις ανασύρουν από το χρονοντούλαπο του νου και της καρδιάς τους. Κάνοντας παρέα, γίνονταν όλα πιο υποφερτά. Καταλάβαινε ο ένας τον άλλον γιατί βρέθηκαν στο ίδιο σημείο. Εκείνο της απώλειας, της μοναξιάς σε αυτήν την ηλικία, ενώ είχαν τόσο ανάγκη την συντροφικότητα. Ήξεραν και οι δύο πόσο δύσκολο είναι να χάνεις τον άνθρωπο που έχεις μοιραστεί ολόκληρη τη ζωή σου, να μένεις μόνος σε ένα σπίτι γεμάτο εικόνες του “μαζί” και να πρέπει να συνηθίσεις σε έναν άλλο τρόπο ζωής, της μοναξιάς, με αποκλειστική συντροφιά τις θύμησες.

Μαζί άντεξαν κι όλα τα μνημόσυνα των γυναικών τους, με τις ματιές τους να μαρτυρούν τον πόνο, δίνοντας δύναμη ο ένας στον άλλον κι έχοντας από κοντά όλους τους ανθρώπους που τους νοιάζονταν. Μαζί επισκέπτονταν τους τάφους, τους φρόντιζαν κι έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής παρέα.

Οι γιοι του Αντώνη ένιωθαν ευγνωμοσύνη για τον φίλο που βρέθηκε στον δρόμο του μπαμπά τους. Έβλεπαν πόσο καλό του έκανε η παρουσία του. Στα Κυριακάτικα τραπέζια, είχαν προσθέσει μια καρέκλα κι ένα σερβίτσιο για τον γαλανομάτη με τα θλιμμένα μάτια. Κι εκείνος, στο τέλος πια της διαδρομής του, απέκτησε έστω κι έτσι γιους και εγγόνια.

Ποιος ξέρει; Ίσως από κει ψηλά, δύο γυναίκες που έφυγαν με διαφορά λίγων ημερών, να τα είχαν οργανώσει όλα, να τους έβλεπαν, ανακουφισμένες πια και να έκλειναν το μάτι η μία στην άλλη, συνωμοτικά. Η αγάπη δεν χάνεται ποτέ, πάντα βρίσκει τον τρόπο να ζεστάνει, να τυλίξει, να βρει λύση. Ο θάνατος χωρίζει τα σώματα προσωρινά, ποτέ όμως τις ψυχές.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading