Το τοστάκι

Η κυρία Τασία σήκωσε το τηλέφωνο σχηματίζοντας το νούμερο της κόρης της. Τόσα χρόνια δεν μπόρεσε να το μάθει, πίσω από την συσκευή είχε γραμμένα τα τηλέφωνα πρώτης ανάγκης σε ένα τετράγωνο μικρό χαρτόνι. Τα νούμερα και τα γράμματα μεγάλα, έβγαζαν μάτι, μάλλον για τυφλούς προορίζονταν.

Η γυναίκα πήρε μια ανάσα, σχημάτισε το νούμερο: 6977556083, κάτοχος Μαρία. Η κόρη. Ο σωτήρας. Η άμεσος δράση. Κάθε φορά που είχε θέμα με τον “στρατηγό”, δηλαδή τον άντρα της, τον κύριο Αργύρη, καλούσε την κόρη για να της παραπονεθεί. Αυτό γινόταν κάθε μέρα, οι αιτίες για αυτές τις κλήσεις πολλές και διάφορες.

Το τηλέφωνο χτύπησε μία, δύο, τρεις, στην τέταρτη ακούστηκε μια φωνή από το βάθος.
– Ναιιιι, έλα μάνα. Τι έγινε πάλι;
– Πώς με καταλαβαίνεις βρε παιδί μου! Έλα από δω, δεν μπορώ να τα λέω από το τηλέφωνο, να με δεις κιόλας, που έχω να σε δω τόσες μέρες.
– Τι λες βρε μάνα; Άλλη δουλειά δεν έχω να κάνω; προχθές δεν ήμουν σε σας; Έχω να πάω τον μικρό στην προπόνηση, έπειτα να πεταχτώ στο σούπερ μάρκετ, αφού τον παραλάβω να τον πάω και για κούρεμα. Ε, μετά να πάω σπίτι μου, λέω εγώ τώρα.
– Κουράστηκα μόνο που σε ακούω. Τέλος πάντων αυτός ο πατέρας σου δεν υποφέρεται πια. Όλο παράπονα κάνει, δεν του αρέσει η μαγειρική μου, την βαρέθηκε. Ακούς; Πού είσαι καλέ;
– Ακούω ρε μάνα, ακούω, τι να πω! Δεν έχετε με τίποτα άλλο να ασχοληθείτε, και τα βάλατε τώρα και με τις κατσαρόλες. Τι σας φταίνε τα κατσαρολικά και οι κουτάλες;
– Μα παιδί μου του έφτιαξα σήμερα μακαρόνια με κιμά και τα βρήκε άνοστα. Τα μακαρόνια, λέει, είχαν γίνει λάσπη, ο κιμάς νερουλός και ανάλατος. Μα αφού αυτό το φαΐ είναι η σπεσιαλιτέ μου. Και πόσο αλάτι να του βάλω; Μα δεν κάνει να τρώει καθόλου με αυτή την πίεση που έχει, πόσο να φτάσει; Στον Θεό; Και το τυράκι που βάζει από πάνω, σαν χιονισμένο βουνό μοιάζει το πιάτο με τόσο κεφαλοτύρι. Και δεν μιλάμε για κανονικό, για την μεγάλη πιατέλα, μέχρι πάνω, να ξεχειλίζει από μακαρόνια και σάλτσα. Έλεος πια!
– Εντάξει, εντάξει με κάλυψες. Και τι θες να κάνω εγώ τώρα; για λέγε; να έρθω να τον μαλώσω, να τον βάλω τιμωρία; Να κρύψω τις πιατέλες;
– Ναι, αν δεν μπορείς να έρθεις, να τον πάρεις τηλέφωνο να του τα ψάλλεις! Να μείνω ήσυχη; Θα τον πάρεις τώρα; Σε πόση ώρα; Να πάω εγώ στο μπάνιο για λίγο, μου ήρθε να κάνω την ανάγκη μου. Άντε, τώρα σε αφήνω, κοίτα μην οδηγείς με το τηλέφωνο αγκαλιά, απαγορεύεται. Μην ξεχνάς, τώρα πάρε, πριν πάει για ύπνο, τρομάρα του θέλει και σιέστα.

Η Μαρία πάντα έπαιρνε το μέρος της μάνας της, ο κύριος Αργύρης είχε τις ιδιοτροπίες του. Τα ήθελε όλα στο χέρι, το καθαρό σπίτι, το καλό φαγητό, τα σιδερωμένα ρούχα. Όλα στην θέση τους και στην ώρα τους. Και η κυρία Τασία έτρεχε κάθε πρωί να του έχει το τσάι στην φλιτζάνα μαζί με δυο μουστοκούλουρα που τα είχε φτιάξει η ίδια: “Σιγά μην αγοράζω από τον φούρνο, δεν τρώγονται καλέ αυτά, σαν λάσπη είναι!”.
Και ο κύριος Αργύρης χαιρόταν το τσάι με τα κουλούρια βάζοντας στην τσέπη του κανένα λαθραίο, να το μασουλήσει στην δουλειά μαζί με τον καφέ.

Τον είχε καλομάθει ή κακομάθει η κυρά του, όπως το πάρει κανείς.

Η Τασία του ήταν η πιο καλή νοικοκυρά του κόσμου, λάτρευε την καθαριότητα και την μαγειρική. Τον είχε στα όπα όπα. Κανείς από τους φίλους του δεν είχε τέτοια τύχη. Όταν έμπαινε στο γραφείο όλοι γύριζαν να τον κοιτάξουν. Μοσχομύριζαν τα ρούχα του μαλακτικό και ο ίδιος αφρόλουτρο λεβάντα. Το αγαπημένο του. Ήθελε δυο μεγάλα μπουκάλια κάθε μήνα.

Την πρόσεχε την γυναίκα του, την φρόντιζε. Την πρώτη Κυριακή του μήνα έβγαιναν έξω για φαγητό, είχε πληρωθεί κιόλας, να ευχαριστηθεί και εκείνη και να μην χώνεται στην κουζίνα όλη την ώρα. Φτάνουν οι άλλες τρεις Κυριακές! Όταν επέστρεφε το μεσημέρι πάντα τον περίμενε και μια έκπληξη. Φαγητό καλοφτιαγμένο, φρέσκο ψωμί, τυρί και λίγο κρασάκι.

Το τραπέζι στρωμένο με τραπεζομάντηλο και ασορτί πετσέτες, σαν να βρισκόταν στο καλύτερο εστιατόριο. Ποτέ δεν τσακωνόταν με την Τασία του, ότι ήθελε εκείνη, αυτή ήταν η αρχηγός και το ήξερε καλά εκείνος. Δεν τον συνέφερε να τα βάζει μαζί της, ήταν και μεγαλύτερός της.

Ε, καμιά φορά, αν το νερό δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί όταν ήταν να κάνει το μπάνιο του, μια φωνή την έβαζε: “Βρε γυναίκα, πάλι τράβηξες νερό, αμάν αυτά τα πιάτα, πώς θα πλυθώ εγώ τώρα;”
Το ήθελε το νερό καυτό ο κύριος Αργύρης, να του κάψει το δέρμα, να κοκκινήσει, να μοιάζει με Ινδιάνο.

Ε, άλλες φορές, αν ξέχναγε η κυρά του να κλείσει τον θερμοσίφωνα και τον άφηνε ανοιχτό, αχ τι την περίμενε. Τρίτος παγκόσμιος πόλεμος! Κι άμα άφηνε τα παράθυρα ανοιχτά το καλοκαίρι και τα κουνούπια έκαναν την επιδρομή τους, ποιος τον άκουγε!

Κατά τα άλλα ο κύριος Αργύρης ήταν ένας εύκολος άνθρωπος. Δεν είχε καμία ιδιοτροπία!! Και η κυρία Τασία, σαν καλή σύζυγος, τον είχε καλομάθει σε όλα του.

Η Μαρία, από μικρή είχε μια αδυναμία στην μάνα της. Την πόναγε την καημένη που έτρεχε από το πρωί, από την μαύρη νύχτα, να τους τα έχει όλα στο χέρι. Στα παιδικά της μάτια η μάνα της ήταν μια ηρωίδα. Τον πατέρα της, αντίθετα, τον έβλεπε σαν τον στρατηγό που όταν κάνει επιθεώρηση τα θέλει όλα και όλους στην εντέλεια. Μεγαλώνοντας κατάλαβε ότι και εκείνος είχε τις αρετές του. Όταν του ζητούσε μια χάρη δεν της χάλαγε χατίρι. Εκδρομή ήθελε η μικρή να πάει; κανένα πρόβλημα. Στον χορό; στο πάρτι; πάντα ήταν μέσα σε όλα. Χωρίς αντιρρήσεις!

Στα μάτια του Αργύρη το πρόβλημα δεν ήταν η κόρη, η μάνα της ήταν. Και επειδή του ήταν μικρότερη, όμορφη και τσαχπίνα, ο κύριος Αργύρης είχε το θεματάκι του. Γιατί πολύ απλά ζήλευε. Δεν του ήταν αρκετό ότι τον είχε σαν πασά στα Γιάννενα, πάντα επιζητούσε το παραπάνω.

Όταν πέρασαν τα χρόνια και η κόρη έφυγε από το σπίτι, τα πράγματα άλλαξαν. Είχε βγει και στην σύνταξη, όλη μέρα μέσα στα πόδια της γυναίκας του ήταν. Το πρωί τα δύο μουστοκούλουρα δεν του ήταν αρκετά, ήθελε και ένα αυγουλάκι συνοδευτικό. Κι αν ήταν και τηγανητό ακόμη καλύτερα.

Δεν προλάβαινε η τελευταία γουλιά του καφέ να βρει την θέση της μαζί με το ψωμί και το αυγό και από το στόμα του έβγαιναν πάντα οι ίδιες λέξεις: “τι θα φάμε σήμερα γυναίκα;”.

-Τι θες εσύ να φας; Για λέγε. Να κάνω φακές;
– Τιι;;;; Φακές; προχθές φάγαμε.
-Σιγά μην ήταν προχθές. Δεν θυμάσαι καλά. Πριν δέκα μέρες ήταν. Προχθές που ήταν Τετάρτη κάναμε φασόλια γίγαντες. Δεν είπαμε να τηρούμε την Τετάρτη και την Παρασκευή να μην τρώμε κρέας τουλάχιστον; Χριστιανοί είμαστε, όχι μουσουλμάνοι.
-Εγώ άλλο όσπριο δεν τρώω. Με πειράζουν. Μου φέρνουν φούσκωμα.
– Τώρα τα όσπρια σου φταίνε; Δεν λες ότι τρως λαίμαργα, σαν να φοβάσαι μην σου πάρει κανείς το φαΐ από το στόμα. Τόσος αέρας μπαίνει στο στομάχι. Να κάνω κανένα λαδερό; Φασολάκια;
-Σιγά μην χορτάσω με φασολάκια, εκτός αν βάλεις και κανένα κομμάτι μοσχάρι δίπλα του. Τότε μάλιστα!
-Σκέτο φασολάκια, άμα θες. απάντησε με κόφτη φωνή η κυρία Τασία.
-Ωραία, κάνε μακαρόνια, καιρό έχουμε να φάμε. Αλλά πρόσεχε μην τα λασπώσεις πάλι και δεν τρώγονται. Α, ξέχασα, βάλε και κιμαδάκι δίπλα, δηλαδή από πάνω. Μην είναι ορφανά.
-Παναγία μου, μακαρόνια με κιμά να κάνω σήμερα μέρα που είναι. ‘Ημαρτον!

Και η κυρία Τασία χώθηκε στην κουζίνα και του έκανε το χατίρι. Μακαρόνια με κιμά που ήταν και η σπεσιαλιτέ της. Τώρα λίγο αλάτι του έλειπε, πολύ σκόρδο δεν έβαλε γιατί έχει και το πρόβλημα με την υπόταση. Μην το παρακάνει και πέσει κάτω.
Έτσι το ήθελε το φαγητό, έτσι το έκανε. Πού να φανταστεί την αντίδραση του αντρούλη της!

Όλο γκρίνια ήταν αυτός ο άνθρωπος. Με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος. Πού είναι εκείνες οι εποχές που ό,τι έφτιαχνε έπαιρνε τα εύσημα; Περασμένα μεγαλεία! Και πού είναι αυτή η κόρη πια και δεν παίρνει κανένα τηλέφωνο; Να του τα ψάλλει ένα χεράκι, να δει!

Σε λίγη ώρα ο κύριος Αργύρης πήρε την εφημερίδα του και κίνησε για το δωμάτιό του.
-Πάω να ξαπλώσω τώρα, να χωνέψω το άνοστο φαγητό που με τάισες. Μην ακούσω κανένα θόρυβο όσο εγώ κοιμάμαι. Γιατί σε ξέρω τι είσαι. Όταν κοιμάμαι τότε θυμάσαι να πλύνεις τα πιάτα, λες και δεν υπάρχει άλλη ώρα για αυτό.
Η κύρια Τασία κούνησε το κεφάλι.. :”μωρέ ξύλο που θες εσύ! Θα σου πω εγώ αύριο, βραστές πατάτες θα φας!”.

Η Μαρία δεν πρόλαβε να τηλεφωνήσει στον πατέρα της, πού να προλάβει η καημένη, πέρα δώθε.

Η κυρία Τασία δεν ήθελε και πολλές φασαρίες, ξάπλωσε κι αυτή στον καναπέ και άφησε τα πιάτα για μετά. Όταν ήρθε το απόγευμα, ο κύριος Αργύρης κάθισε στην πολυθρόνα του περιμένοντας το απογευματινό του καφεδάκι. Ελληνικός καφές, ντεκαφεινέ, γιατί ήταν λίγο αργά για καφεΐνη. Έπρεπε να προσέχει την υγεία του, ούτε πολύ ζάχαρη ούτε υπερβολές στο αλάτι.

-Μην ξεχάσεις γυναίκα, δυο κουταλιές ζάχαρη στον καφέ, αλλιώς δεν θα πίνεται.
‘’Μα τι βάσανο αυτός ο καφές’’, σκέφτηκε από μέσα της η Τασία. Αφού ζάχαρη δεν κάνει να βάζει στο στόμα του, τι να του κάνει να τον ξεγελάσει; “Αα, το βρήκα, θα του βάλω μισή κουταλιά στέβια”.
-Και μην διανοηθείς να μου βάλεις στέβια, μόνο ζάχαρη. Και δύο γεμάτες κουταλιές, όχι τσιγγουνιές.

Ο καφές ψήθηκε σιγά σιγά στο μάτι της κουζίνας, να κάνει και καϊμάκι. Αλλά ζάχαρη δεν έβαλε, παρά μόνο στην μύτη του μικρού κουταλιού. Τον σέρβιρε ωραία ωραία και του τον πήγε στο μικρό φλιτζάνι του Λουμίδη με συνοδεία ένα κουλουράκι από εκείνα τα άγλυκα.
“Ωχ, τι θα πιώ ο άμοιρος πάλι, κανένα νεροζούμι θα έχει φτιάξει”.

-Αμάν βρε γυναίκα τι είναι πάλι αυτό; Κατοχή έχουμε και δεν το ξέρω; νερό με μια ιδέα καφέ μου σέρβιρες;
-Να είσαι ευγνώμων που το πίνεις κι αυτό, έτσι με τις πιέσεις και τα ζάχαρα που σε τρώνε. Σκέτο νερό θα έπρεπε να πίνεις τώρα.
Με τις κουβέντες, ο ένας έκοβε, ο άλλος έραβε, ήρθε και το βραδάκι.

Ο κύριος Αργύρης σηκώθηκε πήγε στο ψυγείο, το άνοιξε πήρε το ψωμί του τοστ, το τυρί, την γαλοπούλα και έφτιαξε ένα περιποιημένο τοστάκι. Το έβαλε στην τοστιέρα και το έψησε ωραία ωραία. Μετά το σέρβιρε στο πιατάκι και το ακούμπησε στο τραπεζάκι.
-Έλα γυναίκα, σου έφτιαξα και το τοστάκι σου, έλα κορίτσι μου, κάτσε να ξεκουραστείς, θα αρχίσει και η σειρά που βλέπεις σε λίγο.
Ο κύριος Αργύρης κάθισε κι αυτός δίπλα στην γυναίκα του. Εκείνη τον χαϊδέψει στο μάγουλο όπως τότε όταν ήταν νέοι. Ακόμα και τώρα ήταν ερωτευμένη μαζί του, τον αγάπαγε τον Αργύρη της, τον πόναγε, τον ένιωθε ένα με εκείνη.

Έπειτα πήρε την κουβερτούλα και την έριξε στα πόδια του να μην κρυώνουν. Κάθισε ο ένας δίπλα στον άλλο σαν δυο περιστέρια .
-Σουττ, αρχίζει.
Η Τασία έκοψε με τα χέρια της το τοστ στην μέση και έδωσε το μισό στον άντρα της.

Τι να κάνουμε, ο έχων δυο χιτώνες δίνει τον ένα. Είμαστε χριστιανοί ή όχι;

Το βράδυ τους βρήκε αγκαλιασμένους και μονιασμένους γιατί από τα νιάτα τους το είχαν ιερό, να μην πέφτουν για ύπνο μαλωμένοι. Αύριο θα είναι άλλη μία μέρα με εντάσεις και τσακωμούς, αλλά τι πειράζει; Ένα τοστάκι μισό μισό είναι ότι πρέπει για καληνύχτα.

Δήμητρα Καμπόλη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading