* [Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»). Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων. Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος. Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας». Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση. Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.] *
Η θεραπεία του Σάλεμ
Του Πωλ Μπρέντναν
(Τεύχος Ιανουαρίου, 1899, σελ. 3-6)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Το όνομα του κυρίου Μπρέντναν πρέπει να σου είναι ήδη γνωστό, καθώς πολλά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό μας. Για όσους τον διαβάζουν για πρώτη φορά, ωστόσο, να πούμε ότι ο εν λόγω συγγραφέας καταπιάνεται στις ιστορίες του κυρίως με το επίμαχο ζήτημα του «κυνηγιού μαγισσών» και ειδικά με την περίπτωση του Σάλεμ του δεκάτου εβδόμου αιώνος. Ενδεικτικά, παραπέμπουμε στα Τεύχη Μαΐου του 1875 (σελ. 10-27) και Φεβρουαρίου, 1898 (σελ. 9-15).
Το παρακάτω κείμενο, σύμφωνα με τον κύριο Μπρέντναν, είναι το πρώτο που είχε γράψει όντας σε νεαρή ηλικία και έχοντας ακούσει πρόσφατα για τις άδικες δολοφονίες που διεπράχθησαν στο Σάλεμ.
Θα διαπιστώσεις, αγαπητέ αναγνώστη, πως το κείμενο είναι γραμμένο πιο απλά σε σύγκριση με τα προηγούμενα διηγήματα του συγγραφέα που δημοσιεύσαμε και ότι τελειώνει λίγο απότομα, αφήνοντάς μας μονάχα τις υπόνοιες για το πώς επήλθε η «θεραπεία του Σάλεμ», όμως, ειλικρινά, δεν νομίζω ότι χρειάζεται περισσότερες λεπτομέρειες. Η φρίκη είναι ούτως ή άλλως απτή, και δεν αναφέρομαι μόνο σε όσα θα γίνουν, μα και σε όσα προηγήθηκαν.
Πάντως, οφείλω να πω ότι, όπως και στα προηγούμενα κείμενα του κυρίου Μπρέντναν, έτσι και εδώ θίγεται ένα ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει: τι γίνεται όταν οι άνθρωποι αναβιώνουν μεθόδους «δικαιοσύνης» (ή δικαιολογίες για βασανιστήρια, θα έλεγα) που έχουν καταργηθεί;
Λοιπόν, ο συγγραφέας μας έχει απάντηση. Και αμφιβάλλω αν οι υπαίτιοι θα χαρούν με τη λύση που δίνει.
Κλαρκ Μέιχεμ
Τα τραγούδια για τη συμπλήρωση ενός έτους από τη «λύτρωση του Σάλεμ» από τη μαγεία σταμάτησαν, όπως και οι χοροί και τα γέλια. Όλοι οι κάτοικοι σοβάρεψαν και στράφηκαν προς τον κοντινό λόφο και τον νεοφερμένο, ο οποίος είχε έρθει με μια μαύρη άμαξα. Το μαύρο άτι που έσερνε το κλειστό κάρο χλιμίντριζε δυνατά και χτυπούσε τις οπλές του στο έδαφος. Οι παρευρισκόμενοι τύλιξαν γύρω τους τα πανωφόρια τους, καθώς φύσηξε παγερός αέρας. Το σκοτάδι έμοιαζε να έχει μαζευτεί πάνω από την πόλη, ενώ τα φύλλα των δέντρων ψιθύριζαν αναμεταξύ τους, όπως έκαναν τώρα και οι ταραγμένοι άνθρωποι.
Στο φως των φαναριών που κρέμονταν στα πλαϊνά της άμαξας, όλοι αναρωτήθηκαν ποιος μπορεί να ήταν αυτός ο ξένος που ήταν ντυμένος στα μαύρα, με μια αλλόκοτη μάσκα σαν ράμφος πουλιού και καπέλο να καλύπτει το πρόσωπό του. Η σκοτεινή κάπα του ανέμιζε και τα γαντοφορεμένα χέρια του κρατούσαν τα χαλινάρια του αλόγου. Αυτό που ανησυχούσε πιο πολύ τους κατοίκους ήταν πως η περιβολή του νεοφερμένου έμοιαζε δυσάρεστα με εικόνες που είχαν δει σε παλιούς τόμους: εικόνες των λεγόμενων «γιατρών της πανούκλας», που δρούσαν τους παλαιότερους αιώνες στην Ευρώπη, όταν ο Μαύρος Θάνατος θέριζε τους άτυχους που βρίσκονταν στο διάβα του.
Διάφοροι άντρες προχώρησαν κατά τη μεριά του νεοφερμένου. Μερικοί εξ αυτών βάσταξαν τα πιστόλια που είχαν στη ζώνη τους, ενώ τρεις από δαύτους (που ήταν ντυμένοι με τη δική τους μαύρη στολή) στάθηκαν πιο μπροστά από όλους τους άλλους. Ο αρχηγός τους, ο Εζίκιελ Πέις, ένας άντρας που διατεινόταν ότι ήταν απόγονος του διάσημου κυνηγού μαγισσών Μάθιου Χόπκινς, ήταν αυτός που απευθύνθηκε πρώτος στον ξένο. Τον καλωσόρισε στον «ευλογημένο αυτό τόπο του Κυρίου ημών», όπως είπε χαρακτηριστικά. Και συνέχισε, λέγοντας με ευθυμία «Η όψη σου, κύριε, μοιάζει λιγάκι παλιομοδίτικη, και όχι ιδιαίτερα… καλόγουστη, μπορώ να πω. Κατ’ αυτό τον τρόπο ντύνεσαι συνήθως;».
«Εζίκιελ Πέις» φώναξε ο ξένος, κι υπήρχε πραγματικός θυμός, καυτή οργή στις λέξεις που ξεστόμιζε. «Τόμπι Πράις, Φόστερ Γουόρεν» συνέχισε αναφέροντας τα ονόματα των άλλων δύο αντρών που συνόδευαν τον Πέις. Ακολούθως, απαρίθμησε κι άλλους άντρες και μερικές γυναίκες. «Μου πήρατε την γυναίκα μου, ένα βράδυ σαν αυτό, πριν από ένα χρόνο. Ήρθατε μες στην άγρια νύχτα, σπάσατε την πόρτα του σπιτιού μου με τα τσεκούρια σας και ορμήσατε κατά πάνω μας. Οι άντρες σου, Εζίκιελ, άρπαξαν εμένα και με βγάλανε από το σπίτι, ενώ οι γυναίκες έδεσαν την Γκαλιλέα μου στο κρεβάτι μας. Εσύ, Εζίκιελ, φώναζες ανυπόστατες κατηγόριες περί μαγείας, χωρίς να δέχεσαι κανέναν αντίλογο. Ούτε τα ουρλιαχτά, ούτε οι τα παρακάλια, ούτε τον Θεό τον ίδιο δεν άκουγες».
Ο ξένος σταμάτησε να φωνάζει και επιβλήθηκε αμήχανη σιωπή. Όλοι είχαν αναγνωρίσει ποιος ήταν αυτός ο άντρας που κρυβόταν κάτω από την παράδοξη στολή. Ήταν ο Έλιοτ Άρμστρονγκ, ο γιατρός που κάποτε έσπευδε και βοηθούσε σχεδόν όλους τους κατοίκους που τον αποζητούσαν έγκαιρα. Κάποτε ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος. Μετά τη μοιραία νύχτα, οπότε και το σπίτι του κάηκε συθέμελα με την Γκαλιλέα μαζί του, ο Έλιοτ είχε εξαφανιστεί.
Και τώρα είχε επιστρέψει, ντυμένος με αυτή την απειλητική αμφίεση.
«Κύριε Άρμστρονγκ» είπε ο Πέις «καταλαβαίνω ότι είστε αναστατωμένος, αλλά πρέπει να καταλάβετε πως κάναμε απλώς το καθήκον μας. Η σύζυγός σας ήταν μια αμαρτωλή που επικαλούνταν τον Διάβολο, κι αυτό δεν μπορούσαμε να το επιτρέψουμε. Μπορεί οι νόμοι να άλλαξαν με την πάροδο των αιώνων, όμως εδώ στο Σάλεμ…».
Ο μασκοφορεμένος Έλιοτ διέκοψε τον Πέις. «ΚΑΨΑΤΕ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ! ΚΑΨΑΤΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ! ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΠΕΡΙΠΛΑΝΙΟΜΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΣΚΟΠΟ, ΜΗ ΞΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ, ΘΡΗΝΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΓΚΑΛΙΛΕΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΕΣΕΙΣ… ΕΣΕΙΣ ΟΙ ΜΑΝΙΑΚΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ, ΖΕΙΤΕ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΤΕ». Έδειξε με το γαντοφορεμένο χέρι του τους κατοίκους. «ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΞΕΡΑΤΕ ΟΤΙ Η ΓΚΑΛΙΛΕΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΑΘΩΑ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΣΥΝΕΡΓΗΣΑΤΕ ΣΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΔΙΕΠΡΑΧΘΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΤΙΘΕΜΕΝΟ ΚΥΝΗΓΟ ΜΑΓΙΣΣΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΤΡΕΛΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ! ΟΛΟΙ ΣΑΣ!».
Κανείς δεν μίλησε.
Ο Έλιοτ κατέβασε το κεφάλι και συνέχισε, ψιθυρίζοντας, σαν να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό του. «Δεν μπόρεσα να κάνω το παραμικρό για εκείνη. Ακόμα ακούω τις κραυγές της, ακόμα βλέπω τις φλόγες να καταπίνουν το σπίτι μου, σαν αδηφάγα τέρατα. Έχασα την πίστη μου, εκτός από την γυναίκα μου και το σπίτι μου. Μέχρι και ο όρκος μου έπαψε να καθοδηγεί τη συνείδησή μου. Μου τα πήρατε. Όλα».
Τους κοίταξε ξανά. «Ξέρετε, θα μπορούσα να έχω πάει στις Αρχές, στο σερίφη της κομητείας. Θα μπορούσα να αναζητήσω βοήθεια. Αλλά συνειδητοποίησα ότι δεν θα μου αρκούσε. Ό,τι και να σας έκαναν, δεν θα μου ήταν αρκετό».
«Εντάξει, αρκετά. Αρκετά!» είπε ο Πέις, που προσπαθούσε να μη φανεί ταραγμένος, παρότι ενδόμυχα ήξερε (όπως και όλοι οι άλλοι κάτοικοι) πως ο Άρμστρονγκ είχε δίκιο, αλλά αυτό λίγο τον ενδιέφερε, μιας και ήταν υπέρμαχος των διωγμών ανθρώπων που έχαναν την πίστη τους σε αυτή την ταραγμένη χώρα. Εκείνη τη βραδιά που είχαν κάψει το σπίτι και την γυναίκα του Άρμστρονγκ, έπρεπε να ξεπαστρέψουν και τον ίδιο τον γιατρό. Το ότι αυτός ερχόταν στην εκκλησία και επικαλούνταν τον Κύριο ήταν που τους είχε μπερδέψει και τον άφησαν να ζήσει, αλλά τώρα ο Πέις συνειδητοποιούσε ότι αυτά ήταν κόλπα του άλλου, για να κρύψει την υποστήριξή του προς την Γκαλιλέα. Ο Πέις αποφάσισε να διορθώσει αυτό το λάθος τους και χαιρόταν που ο Άρμστρονγκ είχε επιστρέψει ο ίδιος για να τους διευκολύνει (να μην τον ψάχνουν σε όλη την Αμερική). Ίσως έτσι αναγνώριζε το αμάρτημά του (να συνάψει σχέση με μία δούλη του Διαβόλου και να παραμείνει μαζί της ως το τέλος) και μπορεί να σωζόταν τελικά η ψυχή του. Ωστόσο, ήθελε να τον περιορίσουν άμεσα, καθότι και ο ίδιος ανησυχούσε με την εμφάνιση του Άρμστρονγκ: τον έκανε να νιώθει άβολα, σαν να κινδύνευε. Ο Πέις στράφηκε προς τους δικούς του. «Η ψυχή του ανθρώπου έχει εμφανώς καταρρακωθεί από τη δούλη του Διαβόλου, η οποία τον είχε μαγέψει με τα φίλτρα και τον δήθεν έρωτά της. Ας τον μαζέψουμε, πριν ξεκουτιάνει τελείως. Φόστερ, Τόμπι, κατεβάστε τον από το άλογο». Είπε και σε άλλους να βοηθήσουν.
Οι άντρες άρχισαν να κινούνται εναντίον του Έλιοτ.
Αλλά αυτός τους πρόλαβε. Κατέβηκε μοναχός του από την άμαξα. Άρπαξε ένα από τα φανάρια και πήγε στο πλάι της, όπου έπιασε το χερούλι της πόρτας. Αυτό προκάλεσε περισσότερη ταραχή στον κόσμο. Για κάποιο λόγο, δεν ήθελαν να ανοίξει εκείνη η σκοτεινή πύλη. Ίσως να έφταιγε που εκείνη τη στιγμή, καθώς ο Άρμστρονγκ κρατούσε το χερούλι, ήταν που πρόσεξαν πως το κλειστό κάρο ταρακουνιόταν και από μέσα του ακούγονταν στριγκλίσματα.
«Αυτός ο τόπος είναι καταραμένος» είπε ο πικραμένος Έλιοτ. «Είναι διαποτισμένος με αίμα αθώων, όχι μόνο της Γκαλιλέα, μα και άλλων γυναικών και αντρών που κάποτε καταδικάστηκαν αδίκως σε φριχτό θάνατο. Κανένας από τους υπαίτιους δεν τιμωρήθηκε ποτέ, όχι ουσιαστικά, όχι όπως έπρεπε. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά, ή τουλάχιστον αυτό ελπίζω». Έδειξε ξανά τον Πέις, τους άντρες του και όλο το υπόλοιπο Σάλεμ. «Θέλατε να αναβιώσετε τον θεσμό του κυνηγιού μαγισσών, ε; Τώρα εγώ θα αναβιώσω έναν άλλο θεσμό, μια άλλη παράνοια». Πολλοί άρχισαν να οπισθοχωρούν, ψάχνοντας διεξόδους.
Ο Πέις παραμέρισε το πανωφόρι του και αναζήτησε το πιστόλι του. «Ό,τι κι αν σκέφτεσαι να κάνεις, Άρμστρονγκ…» έκανε να πει. «Κυρίες και κύριοι που δεν αξίζετε αυτούς τους τίτλους» τον διέκοψε ο γιατρός της πανούκλας, καθώς άνοιγε την πόρτα και στο φως του φαναριού εμφανίστηκαν δεκάδες γκρίζα ή καφετιά ποντίκια και έτρεχαν με αδηφάγα μανία, σπάζοντας τη σιωπή, «καλωσορίστε στο Σάλεμ τον Μαύρο Θάνατο!».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Ο Πωλ Μπρέντναν γεννήθηκε το 1836. Ζει με την οικογένειά του στο Λονδίνο, αλλά οι εμπορικές δουλειές του συχνά τον οδηγούν και σε άλλες περιοχές της χώρας. Έχει μεγάλη αγάπη για την Λογοτεχνία, ειδικά για την εργογραφία του Ναθάνιελ Χώθορν. Θεωρεί το «Άλικο γράμμα» ως ένα από τα κορυφαία βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ. Ξεκίνησε να γράφει δικές του ιστορίες το 1869.
Τάκης Κομνηνός
——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/
