Η Ηρώ σκούπισε διακριτικά τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της κι έσφιξε ελαφρά το χέρι του Αντώνη, του πατέρα της, χαμογελώντας του τρυφερά. Τα μάτια του ήταν θολά κι η ανάσα του βαριά κι ακανόνιστη. Το τέλος ήταν κοντά, το ένιωθαν όλοι, μα δεν ήθελαν να το παραδεχτούν ούτε στους εαυτούς τους.
– Σε λίγο θα δράσει το φάρμακο και θα γίνεις περδίκι! είπε ο Πέτρος, ο γιος του Αντώνη, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να κάνει τη φωνή του να μοιάζει αισιόδοξη
Η Ηρώ γύρισε και κοίταξε τον αδερφό της, που στεκόταν όρθιος πίσω της κι ένιωσε την καρδιά της να σπάει σε χίλια κομμάτια. Θαρρείς και είχε χάσει όλο το αίμα απ’ το σώμα του. Χλωμός, άχρωμος, κουρασμένος… Και πώς να μην είναι κι αυτός; Τρεις εβδομάδες στις καρέκλες του νοσοκομείου την είχαν βγάλει κι οι δυο, μαζί με την αγωνία για το αν θα συνέλθει ο πατέρας τους. Χώρια τα πήγαινε-έλα των τελευταίων χρόνων στα επείγοντα κάθε τρεις και λίγο. Μα και τι να έκαναν; Πατέρας τους ήταν. Μόνο αυτούς είχε. Κι εκείνοι μόνο εκείνον είχαν, από τότε που η μητέρα τους, τους εγκατέλειψε.
Ήταν δεν θα ήταν πέντε χρονών και τα δυο, όταν ξύπνησαν ένα πρωί και τους ενημέρωσε ο Αντώνης πως η μητέρα τους έφυγε. Μάζεψε δυο ρούχα σε μια βαλίτσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω της χωρίς καν να τους αποχαιρετήσει. Μικρά ήταν και τα δυο, μα σαν να ένιωθαν την ατμόσφαιρα βαριά από πάντα. Εκείνη τ’ αγκάλιαζε, τα φιλούσε, τα φρόντιζε, μα έρχονταν στιγμές που γινόταν απόμακρη, σκεπτική. Μνήμες πολλές δεν είχαν από τότε, μα οι αισθήσεις μένουν μέσα σου ακόμη κι απ’ όταν δεν είσαι σε θέση να τις κάνεις λέξεις. Βανίλια και πορτοκάλι, αυτές οι μυρωδιές θύμιζαν στην Ηρώ πάντα τη μαμά της. Τα κοντά μαύρα της μαλλιά και τα τρυφερά της χέρια, θυμόταν από εκείνη ο Πέτρος. Αυτές τις θολές μνήμες και μια παλιά φωτογραφία με τον πατέρα τους στην πίσω αυλή του σπιτιού τους, αυτά είχαν μείνει μόνο από κείνη. “Την είχαμε βγάλει λίγο μετά που γεννηθήκατε. Τι χαρές είχαμε να ξέρατε! Όλοι μας καμάρωναν, οι πρώτοι στο χωριό που κάναμε δίδυμα!” τους έλεγε ο Αντώνης κοιτώντας την φωτογραφία νοσταλγικά και χαϊδεύοντας κρυφά το λαμπερό χαμόγελό της.
Δεν μιλούσαν πολύ για εκείνη στο σπίτι τους, τα παιδιά απ’ όταν άρχισαν να καταλαβαίνουν, αντιλαμβάνονταν ότι τον πονούσε τον Αντώνη να μιλάει για αυτήν και το απέφευγαν. Από ένα σημείο και μετά δεν ρωτούσαν, δεν έψαχναν, λειτουργούσαν σαν αυτό να ήταν η φυσιολογική συνθήκη. Κι ας μην ήταν. Γιατί πόσο εύκολο να δεχτούν δυο παιδιά σ’ αυτή την ηλικία ότι δεν θα ξαναπούν τη λέξη “μαμά”; Πόσο εύκολο να αποδεχτούν πως όταν γυρνούν στο σπίτι απ’ το σχολείο, δεν θα τα περιμένει η μητέρα τους, με μυρωδιές ψητού να βγαίνουν απ’ την κουζίνα; Πόσο εύκολο να αποδεχτούν πως δεν θα είναι η μάνα τους κοντά τους στις μικρές και μεγάλες τους στιγμές; Τότε που τελείωσαν το δημοτικό, τότε που πήραν το πτυχίο τους απ’ το πανεπιστήμιο, στην πρώτη ερωτική τους απογοήτευση, τη μέρα που έπιασαν την πρώτη τους δουλειά… Αν δεν ήταν κι ο Αντώνης, να σταθεί μάνα και πατέρας δίπλα τους, ποιος ξέρει πού θα είχαν καταλήξει! Ευτυχώς είχαν εκείνον, να προσπαθεί όσο και όπως μπορεί να καλύψει την απουσία, να γεμίσει τα κενά. Γράμματα πολλά δεν ήξερε, μα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε και η Ηρώ κι ο Πέτρος τον είχαν πάνω απ’ όλα κι όλους. Και να που είχε φτάσει πια η στιγμή να τους αφήσει κι αυτός, γιατί οι γιατροί το είχαν πει καθαρά πως η κατάστασή του ήταν μη αναστρέψιμη, είχε ξεπεράσει από καιρό το προσδόκιμο ζωής για την κατάστασή του. “Είναι γερό σκαρί, μα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Δυστυχώς μετράμε αντίστροφα…” τους είχε πει ο γιατρός που τον παρακολουθούσε τα τελευταία χρόνια κι όσο κι αν δεν ήθελαν να το πιστέψουν, έπρεπε να βρουν τρόπο να αποδεχτούν το αναπόφευκτο.
– Νιώθεις καθόλου καλύτερα μπαμπά; Πρέπει να άρχισε η δράση απ’ τα φάρμακα, σαν να σε βλέπω καλύτερα. είπε η Ηρώ, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της περισσότερο
– Θέλω να σας μιλήσω… σχεδόν ψιθύρισε ο Αντώνης
– Κάτσε να συνέλθεις τελείως και θα τα πούμε όλα, δεν υπάρχει λόγος να ζορίζεσαι τώρα! επενέβη ο Πέτρος
– Τώρα! είπε ο Αντώνης και παρά την εξαντλημένη όψη του, η φωνή του είχε κάτι από προσταγή
Η Ηρώ έκανε νόημα στον Πέτρο να σωπάσει και να καθίσει δίπλα της. Ο Πέτρος ακολούθησε την άηχη προτροπή της αδερφής του.
– Μη με διακόψετε, δεν έχω δυνάμεις για διαφωνίες… Αυτή η φωτογραφία εδώ δίπλα στο κομοδίνο, είναι ό,τι έχει μείνει από τη μάνα σας. Είναι ό,τι άφησα να σας συντροφεύει από εκείνη. Σας μεγάλωσα μόνος, με όλες τις δυσκολίες και τις στερήσεις. Σας μεγάλωσα μόνος και σας αγαπώ όσο τίποτα και δεν μετάνιωσα στιγμή για κάθε τι που έκανα για σας, γιατί ο στόχος μου ήταν να γίνετε σωστοί άνθρωποι, καλόψυχοι και συμπονετικοί. Και, ένας Θεός ξέρει πώς, τα κατάφερα. Εγώ, ο τιποτένιος, έβγαλα στην κοινωνία δυο παιδιά τίμια, δίκαια και άξια. Τον πέτυχα τον στόχο μου λοιπόν, γίνατε όλα αυτά που έπρεπε να γίνετε, δεν γίνατε σαν κι εμένα…
– Μπαμπά τι λες! φώναξε αγανακτισμένος ο Πέτρος, ενώ η Ηρώ του έκανε νόημα να σωπάσει, απ’ το ύφος του πατέρα της καταλάβαινε πως θα άκουγαν κάτι πολύ σημαντικό
– Η Ασπασία, η μητέρα σας, ήταν δεκαεπτά χρονών όταν της έστειλα τα προξενιά. Ο πατέρας της είχε σκοτωθεί απ’ όταν ήταν μωρό και τη μεγάλωνε μόνη της η μάνα της. Αδέρφια δεν είχε, στον ήλιο μοίρα δεν είχε σαν να λέμε. Ήταν όμορφη! Όμορφη σαν νεράιδα, μα χωρίς προίκα, κανείς δεν θα την έπαιρνε. Όταν έστειλα σημάδι πως θέλω να την κάνω γυναίκα μου, η μάνα της έλαμψε κι ας ήμουν είκοσι χρόνια μεγαλύτερος. Είχα παράδες και δεν ήθελα δραχμή, αυτά ήταν αρκετά. Μου την έδωσε χωρίς πολλά πολλά, χωρίς καν να τη ρωτήσει, μα έτσι γινόταν τότε, με τον καιρό θα μ’ αγαπούσε. Και το προσπάθησε, εγώ όμως… Ήμουν αλλιώς μαθημένος, αλλιώς μεγαλωμένος, κι αν έλεγα πως την αγαπούσα κι ήθελα να την παντρευτώ, δεν ήμουν τίποτα άλλο από ένα κακομαθημένο παιδί, που ζήλεψε το γυαλιστερό παιχνίδι και το ήθελε μέχρι να το αποκτήσει. Κι όσο γλυκιά κι αν γινόταν μαζί μου, όσο υπομονετική, όσο ήρεμη, τόσο αγρίευα εγώ και της φερόμουν άσχημα, θαρρείς και της είχα κάνει χάρη που την παντρεύτηκα. Λίγους μήνες μετά το γάμο μας, έμεινε έγκυος σε σας, τότε σαν να με καβάλησε ο διάολος κι αντί να ηρεμήσω, έγινα τρεις φορές χειρότερος. Την πρώτη φορά που σήκωσα το χέρι μου και την χτύπησα, ήταν όταν ήσασταν δυο μηνών. Δεν θυμάμαι το γιατί, θυμάμαι μόνο να σας έχει πάρει αγκαλιά και τα δυο και να κλαίει κουλουριασμένη πίσω απ’ την πόρτα. Και θυμάμαι πως δεν ένιωσα στιγμή να τη λυπάμαι. Ήταν γλυκιά και συμπονετική, ήρεμη και καλόκαρδη. Φρόντιζε το σπίτι μας, που μύριζε πάντα βανίλια και πορτοκάλι. Φρόντιζε κι εσάς, σας χάιδευε και σας αγκάλιαζε συνέχεια. Φρόντιζε κι εμένα, ακόμη και τις φορές που γυρνούσα σπίτι τύφλα απ’ το μεθύσι και της φερόμουν απαίσια. Μ’ αγκάλιαζε και με τα τρυφερά της χέρια μου χάιδευε το πρόσωπο, όσο προσπαθούσε να με βάλει στο κρεβάτι να ξαπλώσω, να συνέλθω. Έτσι έγινε και το βράδυ που σας είπα ότι έφυγε, γύρισα σπίτι διαλυμένος απ’ το ποτό και το ξενύχτι και το μόνο που μου είπε ήταν να μη φωνάζω και σας ξυπνήσω. Κι εγώ… εγώ τη χτύπησα. Πολύ. Τόσο πολύ που κάποια στιγμή μέσα στη θολούρα μου την είδα ξαπλωμένη κι ακίνητη στο πάτωμα. Δεν ξέρω πότε κατάλαβα ότι δεν ανέπνεε, αλλά ήταν η στιγμή που σαν να ξεμέθυσα απότομα. Στο πηγάδι. Στο πηγάδι στην πίσω αυλή την πέταξα. Και μετά το κάλυψα μ’ έναν παλιό μουσαμά και μπήκα στο σπίτι να καθαρίσω τα πάντα, μην τυχόν και δει κανείς και καταλάβει. Την άλλη μέρα το πρωί σας είπα ότι έφυγε και το ίδιο εκείνο απόγευμα έχτισα το πηγάδι. Στο χωριό είπα ότι μ’ άφησε κι επειδή όλοι ήξεραν πόσο την κακομεταχειριζόμουν, πείστηκαν πως η καημένη δεν άντεξε άλλο και μας εγκατέλειψε. Και με τα χρόνια, βλέποντάς με να σας φροντίζω με τόση αγάπη, κατάφερα να τους πείσω όλους πως είχα καταλάβει τα λάθη μου κι είχα αλλάξει. Στα μάτια τους έγινα ήρωας! Ο καλός και στοργικός πατέρας! Και κόντευα κι εγώ να το πιστέψω στο τέλος, βλέποντας πόσο μ’ αγαπούσατε κι εσείς… Και σ’ εκείνο το σημείο που πια νόμιζα πως είχα ξεχάσει τα πάντα κι είχα μια δεύτερη ευκαιρία, ήρθε αυτή η αρρώστια να μου θυμίσει πως ο Θεός δεν λησμονά. Και με τυράννησε σχεδόν επτά χρόνια, ίσως γιατί πίστευε πως θα λύγιζα και θα ζητούσα συγχώρεση τουλάχιστον από εσάς. Μα στάθηκα κατώτερος των περιστάσεων ξανά και μόνο τώρα, που βλέπω εκείνον με τα μαύρα ρούχα να με περιμένει στη γωνία να με πάρει μαζί του, αποφάσισα να σας πω όλη την αλήθεια. Δεν σας ζητώ συγχώρεση, δεν μου αξίζει. Σας είπα την αλήθεια μόνο για να μην μισείτε εκείνη, δεν της άξιζε.
Η Ηρώ καθισμένη ακόμη δίπλα του, είχε ασπρίσει κι ο Πέτρος της έσφιγγε το χέρι δυνατά, παγωμένος κι ανέκφραστος. Ο Αντώνης, με όσες δυνάμεις είχε, προσπαθούσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, κάνοντας σπασμωδικές κινήσεις και είχε τα μάτια του γουρλωμένα θαρρείς από φόβο και κολλημένα στο ταβάνι. Λες και πάλευε να ξεφύγει από το χάρο που είχε έρθει να τον πάρει και να τον οδηγήσει εκεί που ίσως του άξιζε.
Και μετά σιωπή. Ο ήχος απ’ τα μηχανήματα γύρω τους εκκωφαντικός, μα η Ηρώ κι ο Πέτρος ακίνητοι στο ίδιο ακριβώς σημείο, αμίλητα κι ακούνητα αγάλματα. Γιατροί μπήκαν βιαστικά στο δωμάτιο, τους έβγαλαν έξω κι έκαναν κάθε δυνατή προσπάθεια να τον επαναφέρουν στη ζωή, μα μάταια, ο Αντώνης είχε πάρει το δρόμο χωρίς επιστροφή.
Η Ηρώ κι ο Πέτρος δεν ξαναπάτησαν ποτέ στο νεκροταφείο μετά την κηδεία, ούτε και μίλησαν σε κανέναν ή και μεταξύ τους για όσα τους είπε εκείνη τη μέρα στο νοσοκομείο. Πούλησαν κοινή συναινέσει το οικόπεδο που κάποτε φιλοξενούσε το πατρικό τους σπίτι, το οποίο είχε από χρόνια γκρεμιστεί και δεν ξαναεμφανίστηκαν ποτέ ούτε στο χωριό τους.
Ο τάφος του Αντώνη, στη γωνία του νεκροταφείου του χωριού, παραμένει εδώ και είκοσι χρόνια παρατημένος και διαλυμένος και στην παλιοκαιρισμένη κορνίζα, ξεχωρίζει κανείς ακόμη μια παλιά φωτογραφία με δυο χαμογελαστούς νέους κι ένα παιδικό καροτσάκι δίπλα τους.
Κική Γιοβανοπούλου

One response to “Κλειστές πόρτες”
Συγκλονιστικό!!