Μυρωδιά βρεγμένου χώματος κυριαρχούσε. Το γκρίζο του ουρανού προμήνυε νέα καταιγίδα. Η Μαρούλα έτρεχε να προλάβει να μπει στο σχολείο, γιατί δεν είχε πάρει μαζί της ομπρέλα. Το σχολείο στους πρόποδες ενός καταπράσινου λόφου με πεύκα, θάμνους και μυρτιές, έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι. Στο κέντρο της κυκλικής αυλής του σχολείου, υπήρχαν δύο μεγάλοι ευκάλυπτοι, στα παρτέρια γλάστρες με γεράνια και στην περίμετρο κάθε λογής λουλούδια, που άνθιζαν κάθε άνοιξη. Τριγύρω από το σχολείο τα σπίτια ήταν χαμηλά, με ασβεστωμένες αυλές και καμινάδες, που εκείνη τη μέρα ξεφυσούσαν γκρίζο καπνό. Μπαίνοντας στην αυλή, η Μαρούλα ανακουφίστηκε που πρόλαβε και έφτασε πριν να ξεκινήσει η καταιγίδα. Η πλάτη της πονούσε από το κουβάλημα της δερμάτινης σάκας, μα μόλις μπήκε και αυτή στο πολύβουο μελίσσι, άρχισε να παίζει κυνηγητό. Οι δάσκαλοι άρχισαν να σφυρίζουν στα παιδιά να σταματήσουν, γιατί υπήρχε κίνδυνος να γλιστρήσουν. Ο Ηλίας μόνο δεν υπάκουσε και συνέχισε να τρέχει μόνος του γύρω γύρω στο προαύλιο.
Το κουδούνι χτύπησε και όλοι μαζεύτηκαν στις τάξεις. Στην τάξη της Μαρούλας και του Ηλία, δασκάλα ήταν η κυρία Αλεξάνδρα. Μια δεσποινίδα προχωρημένης ηλικίας, με σπινά μάτια, αυστηρό βλέμμα και με απόλυτη απουσία χαμόγελου. “Ξέρετε πολύ καλά ότι ο Ιησούς δεν επιθυμεί ανυπακοή” είπε και και πήρε τη παχιά ξύλινη ράβδο της και άρχισε να χτυπά τον Ηλία. Εκείνος ανέκφραστος την εξόργισε ακόμα περισσότερο και τα χτυπήματα που ακολούθησαν ήταν με τα χέρια της στο κεφάλι και στο πρόσωπό του, μέχρι που άνοιξε η μύτη του και ψυχρά τον έστειλε να πλυθεί και του συνέστησε άλλη φορά να είναι υπάκουος. Τα παιδιά είχαν λουφάξει από τον φόβο. Η μέρα εκείνη συνεχίστηκε με παρόμοιο τρόπο με άλλα παιδιά, όπως γινόταν εξάλλου σε καθημερινή βάση. Η Μαρούλα εκείνη την ημέρα έφαγε ανάποδες, γιατί δε φορούσε κορδέλα στα μαλλιά. “Γιατί δε φόρεσες την κορδέλα σου;” τη ρώτησε η δασκάλα. Η Μαρούλα είχε καταπιεί τη γλώσσα της. Ακολούθησαν χαστούκια και τραβήγματα στα αυτιά.
“Μισώ το σχολείο!” φώναζε η Μαρούλα στη μάνα της, η οποία την επομένη πήγε στη δασκάλα και της είπε ότι λόγω καιρού, οι κορδέλες, που τις είχε πλύνει, δεν είχαν στεγνώσει και ότι αν επιθυμούσε να δώσει χαστούκια, σίγουρα αυτά δεν έπρεπε να τα δώσει στη Μαρούλα. Η δασκάλα δεν απάντησε, απλά σπίνωσε κι άλλο τα ήδη σπινά μάτια της. Από εκείνη την ημέρα άσκησε ένα είδος αποκλεισμού στο κορίτσι. Δεν τη σήκωνε ποτέ για μάθημα, δεν τη ρωτούσε τίποτα, δεν της έριχνε ούτε ένα βλέμμα. Ο καιρός πέρασε και επιτέλους η Μαρούλα θα πήγαινε γυμνάσιο και θα γλίτωνε από τη στρίγγλα.
Το γυμνάσιο συστεγαζόταν με το δημοτικό και λειτουργούσαν σε διαφορετικές βάρδιες εναλλάξ. Στο γυμνάσιο πλέον οι περισσότεροι καθηγητές ήταν και αυτοί απότομοι, δε δίσταζαν να ρίχνουν χαστούκια και να δίνουν αποβολές ακόμα και για θέματα που δεν αφορούσαν στο σχολείο, όπως για παράδειγμα αν έβλεπαν μία μαθήτρια στον δρόμο με κάποιον νεαρό, που δεν ήταν διαπιστωμένα συγγενής της. Το μάθημα διεξαγόταν μέσα στον φόβο μην πουν οι μαθητές κάτι λάθος. Δεν υπήρχε δικαίωμα για έκφραση αποριών και ήταν συχνά τα κοσμητικά επίθετα τύπου, ζώο, άχρηστη, βλαμμένο, κνόδαλο, κ.α. Όλο αυτό το κλίμα συσκότιζε τη σκέψη και δεν άφηνε περιθώρια για προσωπική πνευματική και ψυχική ανάπτυξη.
Τα χρόνια πέρασαν και η Μαρούλα, ως Μαρία πια και μητέρα, έπρεπε να πάει την κόρη της στο ίδιο σχολείο που πήγαινε εκείνη, καθώς είχε κληρονομήσει το πατρικό της σπίτι. Στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, θαύμαζε την ομορφιά αυτού του σχολείου και φαινόταν ότι είχε ξεχάσει το παρελθόν. Όμως την πρώτη μέρα που πήγαινε την κόρη της, τα χέρια της ίδρωναν και ένιωθε μια θολούρα. Ακόμα και οι ήχοι ήταν ασαφείς και αισθανόταν ότι όλη η φασαρία τούτου του κόσμου είχε με κάποιον τρόπο εισβάλει στο κεφάλι της. Κάθε μέρα αγωνιούσε για το παιδί της. Φοβόταν. Μα εκείνο γυρνούσε από το σχολείο χαρούμενο και της μιλούσε για τον γλυκομίλητο δάσκαλο, για το μάθημα περιβάλλοντος στην αυλή του σχολείου και για τους υπέροχους περιπάτους στο κοντινό δασάκι. “Άλλαξαν οι εποχές” σκεφτόταν η Μαρία, “Δόξα σοι ο Θεός”.
Κάπως έτσι κύλησε το δημοτικό για την κόρη της, τη Γερασιμίνα. Οι μαθητές ήταν χαρούμενοι και επιτέλους μπορούσαν να επικοινωνούν με τους δασκάλους καλύτερα από τα προηγούμενα χρόνια. Στο γυμνάσιο πλέον οι εκπαιδευτικοί ήταν ήπιοι, αν και κάποιοι δεν έκαναν μάθημα. Η φιλόλογος συχνά έφερνε στην τάξη τα παιδιά της ή έκανε δουλειές, όπως να κόβει φασολάκια ή να ράβει στριφώματα. Ο μαθηματικός μιλούσε ακατάληπτα και απλά έβαζε χαμηλούς βαθμούς. Ο γυμνασιάρχης ήταν το αποκορύφωμα. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να δίνει αποβολές. Πολύ κόσμο κατέστρεψε αναίτια με αλλαγές περιβάλλοντος, ακόμα και αλλαγές νομού, με αποτέλεσμα αρκετοί μαθητές να αναγκάζονται να διακόψουν το σχολείο, μόνο και μόνο γιατί είχαν διαφωνήσει με κάποιον καθηγητή σε κάτι ή με τον ίδιο τον διευθυντή.
Το μάθημα γινόταν μέσα από τεράστιο όγκο φωτοτυπιών, που δε βοηθούσε στην απορρόφηση των γνώσεων για προσωπικό όφελος. Αρκετά παρατράγουδα υπήρχαν, αλλά σε γενικές γραμμές τα πράγματα ήταν καλύτερα από το παρελθόν. Το ξύλο είχε εξαλειφθεί και γενικά δεν υπήρχε φόβος ούτε απορία να εκφραστεί, ούτε φόβος εξευτελισμού, σε περίπτωση που κάποιος μαθητής δεν είχε διαβάσει επαρκώς. Αργότερα θυμόταν η Γερασιμίνα τις αθώες φάρσες στη μαθηματικό, που όλοι αγαπούσαν, θυμόταν τα μπουγέλα στο τέλος κάθε χρονιάς και τα κλάματα την τελευταία μέρα της Γ λυκείου. Το σχολείο ήταν κάτι που θα της έλειπε. Έτσι αισθανόταν.
Εκείνο το πρωί η Γερασιμίνα ετοίμαζε τον δικό της πλέον γιο για την πρώτη μέρα στο σχολείο και η Μαρία ένιωθε συγκίνηση, που το περιστέρι τους άνοιγε σιγά σιγά τα φτερά του. Έμεναν στο ίδιο σπίτι, το πατρογονικό της Μαρίας, που εντωμεταξύ το είχαν ανακαινίσει και είχαν ρίξει κι άλλο όροφο. Ο μικρός είχε πολλή χαρά. Στο προαύλιο του σχολείου τα μικρά ζουζούνια έκαναν σκανδαλιές και οι δάσκαλοι τα φρόντιζαν, ώστε να μη χτυπήσουν. Από την τρίτη δημοτικού και μετά, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, οι μαθητές χάζευαν στα κινητά, έκαναν αστεία μεταξύ τους και κορόιδευαν τους δασκάλους, που αν τύχαινε να κάνουν παρατήρηση είχαν να αντιμετωπίσουν τις απειλές και τις αναφορές σε βάρος τους από τους γονείς.
Στο γυμνάσιο πλέον, τι και αν απαγορεύτηκε η χρήση κινητών στα σχολεία, πάντα οι μαθητές έβρισκαν τρόπο να τα χρησιμοποιούν. Στις τουαλέτες αιφνίδια άνοιγαν τις πόρτες και τραβούσαν βίντεο σε πολύ προσωπική στιγμή, τον κάθε έκπληκτο συμμαθητή ή συμμαθήτριά τους και τα ανέβαζαν στα σόσιαλ. Αγαπημένη επίσης συνήθεια των μαθητών ήταν πλέον να κάνουν bullying σε συμμαθητές και συμμαθήτριές τους μέχρι να τους/τις εξοντώσουν ψυχολογικά. Η μόνιμη ασχολία τους βέβαια ήταν να ανεβάζουν προκλητικές φωτογραφίες στα σόσιαλ μίντια, για να δείχνουν πόσο σέξι και “γαμάtoi” ήταν, καθώς έλεγαν. Η καθημερινή τους ενασχόληση, εκτός του κινητού, ήταν οι σeξοuαλiκeς συζητήσεις χυδαίου περιεχομένου. “Η γενιά μου”, σκέφτηκε ο Αποστόλης, “έχει απωλέσει κάθε παιδικότητα και ρομαντισμό. Από γράμματα οι περισσότεροι δε σκαμπάζουν γρι και φυσικά αυτό όχι μόνο δεν τους απασχολεί, αλλά τούς κάνει να νιώθουν πολύ έξυπνοι και μάγκες. Εξάλλου έχουν θεωρίες ότι μπορούν να βγάλουν πολλά λεφτά με ‘άλλους’ τρόπους. Φυσικά πάντα υπάρχουν και εκείνα τα παιδιά που προσπαθούν, όπως η Μάγδα και ο Αντώνης, που παρόλες τις δυσκολίες, έχουν ακόμα αξίες. Κάποιοι το οφείλουμε στον εαυτό μας να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι”. Αυτές οι σκέψεις τον είχαν κατακλύσει, γιατί και ο ίδιος είχε δεχτεί απίστευτο bullying, γιατί απλά ήθελε να διαβάζει. Φυτό τον ανέβαζαν, ηλiθio τον κατέβαζαν και άλλα πολύ χειρότερα. Το σχολείο τον έπνιγε, αλλά κατάφερε και πέρασε στο πανεπιστήμιο σε πολύ καλή σχολή, όξυνε το πνεύμα του, γλύκανε την καρδιά και έκανε πραγματικούς φίλους.
Ο Αποστόλης σήμερα βλέπει όλα τα τομάρια του σχολείου να βολεύουν τις ζωές τους σε βάρος των άλλων και κανείς να μην αντιδρά, σαν αυτό να είναι το επιθυμητό. “Πολλοί από εκείνα τα ανεγκέφαλα τομάρια”, σκέφτηκε ο Αποστόλης, “θα βρεθούν να ορίζουν την τύχη μου, καθώς ήδη έχουν βάλει πλώρη να ασχοληθούν με την πολιτική, στην οποία θα πετύχουν, καθώς είναι χαμερπή, χειριστικά όντα”. Πολλά τα άσχημα αυτής της γενιάς, όμως ο Αποστόλης μέσα του πάντα κάνει μια ευχή: “Ας αποκτήσει επιτέλους το σχολείο τη θέση και τον ρόλο που του αξίζει, που όλοι μας αξίζουμε, ώστε να καταφέρουμε να γίνουμε μια πιο υγιής κοινωνία”.
Φωτεινή Νικολοπούλου

One response to “Σχολείο, μια βαθιά πληγή”
Με αυτή την βόλτα στον χωροχρόνο, τα είπατε όλα!