Κοντοστάθηκε περνώντας έξω από το γραφείο του κυρίου Μάρκου. Από την μισάνοιχτη πόρτα τον είδε να πιάνει την κορνίζα με την φωτογραφία της γυναίκας του και να την σφίγγει στο στέρνο του. «Αγαπημένη μου…», μουρμούρισε και σκούπισε τα δάκρυά του.
Η Κατερίνα έπιασε δουλειά στο βιβλιοπωλείο πριν δύο χρόνια, πηγαίνοντας πρώτη φορά εκεί για να αγοράσει ένα βιβλίο. Ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης μαγεύτηκε από την ευγένεια και την γλυκύτητά της και την ρώτησε αν έψαχνε για δουλειά. Ήταν 19 ετών και εργαζόταν για πρώτη φορά.
Το ερωτεύτηκε το βιβλιοπωλείο. Την μυρωδιά του, τον φωτισμό του, τα μικρά καδράκια στον τοίχο, το κόκκινο χαλί στην είσοδο, τα ψεύτικα λουλούδια διάσπαρτα στο μαγαζί, τις θέσεις των βιβλίων, όλα της έλεγαν ότι υπήρξε εκεί μια γυναίκα που το αγάπησε και αυτή πολύ.
«Ήταν δέκα χρόνια μικρότερή μου, αέρινη σαν άγγελος με ξανθά μαλλιά. Και αυτά τα μάτια της, ήξερα ότι η ευτυχία μου κρυβόταν μέσα τους!», θυμήθηκε τα λόγια του όταν της μίλησε για την γυναίκα του. Κόντευαν πια τρία χρόνια που την έχασε και δεν είχαν κάνει παιδιά. Είχαν ο ένας τον άλλον.
Έμπαινε κάθε μέρα στο μαγαζί φορώντας τα ίδια ρούχα, το μπεζ του παντελόνι με τις τιράντες και μια καφέ μπλούζα με γιακά. Ίσιωνε τα γυαλιά του και έβλεπε την Κατερίνα να έχει ήδη ετοιμάσει το βιβλιοπωλείο για άνοιγμα και ευφραινόταν η καρδιά του που ήταν όλα τόσο περιποιημένα. Σαν δώρο από τον Θεό μπορούσε μόνο να βλέπει το κορίτσι αυτό στην ζωή του. Ευχόταν η γυναίκα του να είχε την ευκαιρία να την γνωρίσει.
Τις τελευταίες μέρες η Κατερίνα παρατήρησε κάποιους περίεργους άντρες να εμφανίζονται, να κοιτούν τα βιβλία και να φεύγουν χωρίς να αγοράσουν τίποτα. Της φάνηκε ότι ο κύριος Μάρκος ένιωθε άβολα όταν αυτοί οι δύο τον πλησίαζαν. Το χαμόγελό του ήταν ψυχρό και έκανε ένα δύο βήματα πίσω για να τους μιλήσει. Ήθελε να βρει μια ευκαιρία να μάθει τι συνέβαινε.
«Κύριε Μάρκο, να σας απασχολήσω λίγο;»
«Έλα, κάτσε, παιδί μου», την προσφωνούσε έτσι με όλη του την ψυχή. «Γύρε λίγο την πόρτα, ήθελα και εγώ να σου μιλήσω».
«Έχω την αίσθηση ότι είστε κάπως ταραγμένος αυτές τις μέρες. Έχει γίνει κάτι; Μπορώ να σας βοηθήσω;»
«Όχι, παιδί μου. Καλά είμαι», απάντησε με το ίδιο αμήχανο χαμόγελο.
«Είστε σίγουρος; Μήπως έχει σχέση με αυτούς τους περίεργους άντρες που έρχονται τελευταία στο μαγαζί;»
«Αυτοί… Απλά νομίζουν ότι από κάπου με ξέρουν. Δεν είναι τίποτα, αλήθεια, μην ανησυχείς. Ήθελα να σου δώσω λίγες μέρες άδεια να κάτσεις να ξεκουραστείς».
«Έτσι, χωρίς λόγο;»
«Ναι, καλή μου. Να ξεκουραστείς», επανέλαβε.
«Μάλιστα. Εντάξει, κύριε Μάρκο. Θα φύγω για λίγες μέρες από το μαγαζί. Αν θέλετε να μιλήσουμε για κάτι άλλο πάντως, εδώ είμαι. Το ξέρετε».
Τον είδε να ξεσπάει ξαφνικά σε κλάματα και έτρεξε να του φέρει χαρτί. Έσυρε πιο κοντά την καρέκλα της και τον άκουσε να ανοίγει την καρδιά του πρώτη φορά για την ληστεία.
«Τα έχασα όταν τον είδα. Με σημάδευε με το όπλο και έλεγε ότι θα κάνει κακό στην γυναίκα μου. Ότι θα την σκοτώσει. Πολλά χρήματα δεν είχα να του δώσω και εκείνος εξαγριώθηκε. Ούτε κατάλαβα πώς ήρθε τόσο κοντά μου, ούτε κατάλαβα πώς του πήρα το όπλο. Τον είδα να πέφτει στο πάτωμα και ευχόμουν να αντέξει, να μην πεθάνει. Δεν ήθελα ποτέ να κάτω κάτι τέτοιο. Μου πήρε λίγα λεπτά να καταλάβω, να σκεφτώ, να συνέλθω. Έπειτα φώναξα το ασθενοφόρο, ήρθε η αστυνομία. Ήμουν σε αυτοάμυνα, είπαν».
Πέρασαν μέρες που η Κατερίνα προσπαθούσε, αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει όσα είχε μάθει. Τώρα καταλάβαινε απόλυτα το βάρος που σήκωνε ο ηλικιωμένος τόσο καιρό. Η άδειά της τελείωσε και επέστρεψε στο βιβλιοπωλείο.
Αντίκρυσε την αστυνομία να συλλαμβάνει τους δύο ύποπτους άντρες και τον κύριο Μάρκο. Σε έξαλλη κατάσταση τους παρακαλούσε να μην τον πάρουν. Την κράτησαν και της έκαναν ερωτήσεις.
«Σας τα είπα όλα! Δεν ξέρω κάτι άλλο για αυτούς. Ούτε καν ότι ήταν συνεργάτες του ληστή! Πείτε μου, τώρα, για τον ιδιοκτήτη, γιατί τον πήρατε, τι θα του συμβεί;»
«Δεν τελείωσα. Τι γνωρίζετε για την απαγωγή της γυναίκας του;»
«Μα… Νόμιζα ότι σκοτώθηκε στην ληστεία».
«Έτσι σας είπε;»
«Όχι, έτσι, με αυτά τα λόγια. Από την αφήγησή του πίστεψα ότι βρισκόταν εδώ την ώρα της ληστείας. Έτσι κατάλαβα. Ποιος την απήγαγε;»
«Ισχυρίστηκε ότι το έκανε ο δράστης. Υποψιαζόμαστε τώρα ότι πήγε να ζητήσει χρήματα γιατί ίσως υπήρχε κάτι που ήξερε και τους απειλούσε με αυτό. Οι έρευνες σταμάτησαν μετά από καιρό και η γυναίκα δεν βρέθηκε ποτέ».
«Τι μαρτύριο είναι αυτό να μην ξέρει τι απέγινε η γυναίκα του! Και εσείς τον κρατάτε σαν να είναι κανένας εγκληματίας!»
«Από ό,τι φαίνεται είπε ψέματα και θέλουμε να μάθουμε τι άλλο σας είπε. Ελάτε μαζί μας, παρακαλώ».
Λίγες μέρες μετά, η Κατερίνα τον επισκέφτηκε στην φυλακή. Την καθησύχασε ότι όλα θα πάνε καλά, ότι ο δικηγόρος του είναι εξαίρετος και ισχύει ακόμα ότι ήταν σε αυτοάμυνα. Τα νέα στοιχεία δεν αρκούσαν για να τον καταδικάσουν για κάτι. Η γυναίκα του είχε κάνει πολλά λάθη στο παρελθόν τα οποία τους στοίχιζαν ακόμα. Με αυτά προσπαθούσαν να τον εκβιάσουν. Τώρα που τους έπιασαν, μπορούσε πλέον να φύγει ελεύθερος, αλλά δεν γινόταν να γυρίσει ξανά στο βιβλιοπωλείο.
«Είναι δικό σου, παιδί μου. Για εμένα αυτό το κομμάτι της ζωής μου έχει κλείσει», της ανακοίνωσε. «Κάτι άλλο θα ξεκινήσει τώρα. Μα πρέπει να περιμένουμε».
«Τι να περιμένουμε;»
«Να περιμένουμε να βασιλέψει ο ήλιος!»
Ένα χρόνο μετά, το βιβλιοπωλείο αναβίωνε τις παλιές του δόξες και ο κόσμος δεν σταματούσε να συγχαίρει την νεαρή κοπέλα για το θαύμα που είχε φτιάξει με την αγάπη και το μεράκι της. Κάποια στιγμή άκουσε ένα ζευγάρι να συζητάει και έμεινε να τους ακούει.
«Αν έρθει και σε ψάχνει και απόψε η ανισόρροπη η φίλη σου, να ξέρεις ότι έτσι και την δω, θα σε πάρω αμέσως τηλέφωνο και θα σου πω να φύγεις τρέχοντας», είπε ο νεαρός και γέλασαν και οι δύο.
«Ήρωά μου! Σιγά μη με φυγαδέψεις κιόλας!», του έδωσε ένα φιλί η κοπέλα του και πήγαν προς το ταμείο.
Η Κατερίνα έκανε νόημα στην υπάλληλό της να τους εξυπηρετήσει και πάλεψε να ανασάνει για να καταπιεί την αλήθεια. Ότι θα κάνεις τα πάντα για να προστατέψεις τον άνθρωπο που αγαπάς.
«Να περιμένουμε να βασιλέψει ο ήλιος!» μουρμούρισε και έτρεξε στο βάθος του βιβλιοπωλείου. Μπήκε στο γραφείο και σε ένα συρτάρι καταχωνιασμένο, ξέθαψε τον «Μικρό Πρίγκιπα». Έτσι αποφάσισε ο κύριος Μάρκος να της χαρίσει ένα κομμάτι από την καρδιά του και την αλήθεια που έκρυβε. Έτσι επέλεξε να της πει ευχαριστώ και αντίο. Σήκωσε το βιβλίο με χέρια που έτρεμαν και το ξεφύλλισε βιαστικά αφήνοντας να αποκαλυφθεί μια κάρτ ποστάλ.
«Μου λείπεις τόσο πολύ. Ανυπομονώ να σε δω ξανά. Η αγαπημένη σου».
CC

One response to “Το βιβλιοπωλείο”
[…] Το βιβλιοπωλείο Το βιβλιοπωλείο της αγάπης […]