Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Κάρσον και Μπέτσι

[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Κάρσον και Μπέτσι

Της Ντέλφα Μακντόναλντ
(Τεύχος Ιανουαρίου, 1899, σελ. 9-19, Τεύχος Φεβρουαρίου, 1899, σελ. 5-15)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Το εν λόγω διήγημα είναι αρκετά εκτενές, οπότε θα το δημοσιεύσουμε σε δύο Τεύχη του Weird Literature. Η κυρία Μακντόναλντ έχει γράψει ξανά ιστορία για το περιοδικό μας («Ο δαιμονισμός της Ντόροθι Έλλις», Τεύχος Φεβρουαρίου, 1898, σελ. 17-19).
Το διήγημα που θα διαβάσεις, αγαπητέ αναγνώστη, είναι αναμφίβολα από τα μεγαλύτερα που έχουμε δημοσιεύσει (ο ίδιος ο δημιουργός του περιοδικού, ο Τζον Μπάρλοου, είχε γράψει την πρώτη ιστορία «Οι Κόριγκαν του Φόρεστι» που ταυτόχρονα κόντευε τις 20 σελίδες). Είναι πολύ ωραίο, συνδυάζει τον τρόμο με το χιούμορ, με έναν τρόπο που το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Πιστεύω ότι θα το απολαύσεις!
Κλαρκ Μέιχεμ

Το δάσος του Έπινγκ έχει τα δικά του φαντάσματα να το στοιχειώνουν. Ανάμεσα σε βελανιδιές και σημύδες, σε πουρνάρια, σε σφεντάμια, φλαμουριές και μαύρες καρυδιές λέγεται πως κυκλοφορούν μορφές που κάποτε ήταν άνθρωποι, οι οποίοι δολοφονήθηκαν αδίκως. Λεγόταν, επίσης, ότι το πνεύμα του ληστή του 18ου αιώνα, Ντικ Τέρπιν, κυκλοφορούσε ανάμεσα στα δέντρα, ενώ ακούγονταν και δεισιδαιμονίες περί ενός ακέφαλου φαντάσματος.
Κι αν οι οπτασίες αυτές ήταν καταδικασμένες να αλωνίζουν στο δάσος χωρίς σκοπό, σύντομα θα αποκτούσαν το δικό τους στοιχειωμένο σπίτι και τους δικούς τους ιπτάμενους τροβαδούρους.

Ήταν μια βροχερή μέρα και ο Κάρσον προσπάθησε να δείξει περίλυπος κατά την ταφή της συζύγου του, Μπέτσι. Απέφευγε να κοιτάζει τους άλλους παρευρισκόμενους, μένοντας προσηλωμένος στο φέρετρο που τώρα τοποθετούνταν στο χώμα που ήδη μετατρεπόταν σε λάσπη. Στεκόταν με καμπουριαστούς τους ώμους του, τυλιγμένος με το καλύτερο κουστούμι του, ένας άντρας μικροκαμωμένος. Είχε φροντίσει ακόμα και να μη φέρει μαζί του μια ομπρέλα ή να φορέσει έστω ένα πανωφόρι με κουκούλα, ενώ το καπέλο του το βαστούσε στα ενωμένα χέρια του. Τα γυαλιά του, όπως και τα ρούχα του, είχαν βραχεί πολύ, κι έτσι ο Κάρσον τα είχε βγάλει, όπως είχε βγάλει από μέσα του με την πάροδο των ετών τις όποιες ηθικές αξίες του είχαν μάθει οι γονείς και οι παιδαγωγοί του. Κι έτσι τώρα έβλεπε θολά, σχεδόν ακαθόριστα σχήματα, σαν να προσδοκούσε να μεταφέρει τον ψυχισμό του στον έξω κόσμο. Αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν αφενός να πείσει τους άλλους ότι πενθούσε και να τελειώνουν με την ταφή της Μπέτσι, μιας νεαρής, καλόκαρδης κοπέλας, την οποία ο Κάρσον δεν είχε αγαπήσει ποτέ ουσιαστικά, εκτός ίσως από την περιουσία που θα έφερνε μαζί της η Μπέτσι όταν πέθαινε και ο πατέρας της (ο Θεός να τον αναπαύει, είχε πεθάνει τελικά, δύο χρόνια πριν πεθάνει και η κόρη του), κι ο λόγος που ο Κάρσον δεν την είχε ερωτευτεί ήταν το γεγονός πως η Μπέτσι (ακόμα και πριν αρρωστήσει βαριά) ήταν πολύ πιο αδύνατη και συνεσταλμένη, απ’ όσο εκείνος θα ήθελε. Επίσης, η Μπέτσι είχε την κακή συνήθεια που είχαν και οι πρόγονοί της, να κρατάει διάφορα παλιοπράματα στη σοφίτα και το υπόγειο.

Ο γκρίζος ουρανός και ο χώρος του νεκροταφείου, το κρύο και τα δέντρα που δεν ήταν ανθισμένα, αλλά σαν να είχαν καεί, θα βοηθούσε ώστε πολλοί και πολλές που ήταν κοντά στον πενθούντα σε εκείνη την κηδεία να έλεγαν αργότερα πόσο καταρρακωμένος ήταν ο Κάρσον, ότι έκλαιγε συνεχώς για την αγαπημένη του και ότι θα θαβόταν και ο ίδιος κάτω από την επερχόμενη μιζέρια. Αγνοούσαν, βέβαια, τις μύχιες σκέψεις του (το ονειρεμένο παλιό σπίτι, τα χρήματα στην τράπεζα και τις γυναίκες που θα παρήλαυναν στην ζωή του), ενώ το ξυρισμένο πρόσωπό του πράγματι γέμιζε με υγρές σταγόνες, αλλά από σταγόνες βροχής και όχι δακρύων (η κίνησή του, όμως, να σκουπίζει τα μάγουλά του τους έδινε την εντύπωση που αυτός προσδοκούσε).

Ένα κοράκι έκρωξε όταν ο Κάρσον έριξε πρώτος χώμα στο φέρετρο. Το ίδιο κοράκι έκρωξε κι όταν ο χήρος στάθηκε πάνω από τον τάφο, μοναχός του, και ψιθύρισε «Τώρα θα ευτυχήσω επιτέλους. Σε ευχαριστώ, αγαπημένη μου Μπέτσι!». Ο Κάρσον χαμογέλασε ελαφρώς, πριν σηκωθεί, πάρει ξανά το πονεμένο ύφος του και στραφεί να αντιμετωπίσει τους άλλους άνδρες και τις γυναίκες που ελάχιστα ήξερε, αλλά, αφού είχαν έρθει στην κηδεία και τώρα τον περίμεναν, θα τους έκανε τη χάρη να τον συλλυπηθούν ξανά.

Έκανε να απομακρυνθεί από τον τάφο, για να αφήσει και τους εργάτες του νεκροταφείου να ρίξουν τις τελειωτικές φτυαριές, όταν πάγωσε στην θέση του, καθότι του φάνηκε ότι άκουσε ένα γδούπο από το φέρετρο. Γύρισε και κοίταξε πάλι, φορώντας ξανά τα γυαλιά του. Η βροχή δυνάμωνε και ο Κάρσον αναγκάστηκε να φορέσει έστω το καπέλο του. Έσκυψε πιο κοντά, αγνοώντας τα βλέμματα των γύρω του, και ειδικά των εργατών που δεν καταλάβαιναν τι έκανε.

Ο Κάρσον σκέφτηκε ότι παραλογιζόταν και σηκώθηκε, αλλά έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. Ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει και γούρλωσε τα μάτια. Δεν έδωσε σημασία στο κοράκι που πάλι είχε κρώξει, αλλά στο φέρετρο. Θα έπαιρνε όρκο πως είδε το καφετί καπάκι να αναπηδά. Σε συνδυασμό με το βραχνό ήχο που έβγαλε το πουλί, η ψυχή του Κάρσον (ό,τι είχε απομείνει, δηλαδή) πετάρισε, λες και ήθελε να φύγει μακριά από το σώμα του.
«Τι συνέβη, κύριε; Είστε καλά;» ρώτησε ένας από τους εργάτες.
Ο Κάρσον σηκώθηκε βιαστικά και χαμογέλασε συγκρατημένα στον άντρα. «Ναι, φυσικά. Όσο καλά θα μπορούσα να είμαι, δηλαδή» είπε, κατεβάζοντας το κεφάλι. Έδειξε το φέρετρο. «Μου είναι δύσκολο, ξέρετε, να το δεχτώ. Να δεχτώ ότι εκείνη, η γυναίκα μου, πέθανε και είναι θαμμένη».
«Πέθανε, κύριε, αυτό είναι σίγουρο» είπε ο εργάτης, που τώρα στεκόταν στη λαβή του φτυαριού του. «Αλλά με όλο το σεβασμό, δεν είναι ακόμα θαμμένη». Έδειξε τα φτυάρια τους. «Τώρα θα τη θάψουμε».

Ο κόρακας έκρωξε πάλι, αναγκάζοντας τους δύο άντρες να αναθεματίσουν.
Όταν ηρέμησε, ο Κάρσον κατένευσε. «Ναι, ναι, έχετε δίκιο» είπε στον άντρα. «Θα σας αφήσω, όμως, γιατί με περιμένουν. Η μέρα θα είναι ατελείωτη, απ’ ό,τι φαίνεται».
«Συλλυπητήρια και πάλι, κύριε». Ο εργάτης έριξε μια ματιά στους άλλους που περίμεναν και ήρθε πιο κοντά στον Κάρσον. Του ψιθύρισε «Αν μου επιτρέπετε, κύριε, ξέρω πώς είναι αυτές οι δουλειές και ξέρω πως ένας άντρας που πενθεί θέλει να μείνει μόνος του κι όχι να του τριβελίζουν το μυαλό άλλοι, που αργότερα θα χαθούν από τη ζωή του. Για αυτό, προτείνω, να τους ξεφορτωθείτε, κύριε. Δειπνήστε για λίγο μαζί τους και μετά διώξτε τους, αν έρθουν στην οικία σας. Ή φύγετε εσείς, να φάτε κάπου έξω. Φύγετε για να πιείτε και να πενθήσετε όπως εσείς θέλετε».

Ο Κάρσον συμφώνησε και πάλι, θάβοντας το χαμόγελό του. Ο ανθρωπάκος μιλούσε με κατανόηση, για να παρηγορήσει τον χήρο, αλλά δεν είχε ιδέα τι περνούσε από το μυαλό του. Ο Κάρσον ήδη έφερνε στον νου του υποψήφιες γυναίκες που θα έφερνε στο μεγάλο σπίτι που είχε κληρονομήσει η Μπέτσι και που πλέον ήταν δικό του. «Σας ευχαριστώ, κύριε» είπε στον άλλο, χτυπώντας τον ελαφρώς στον ώμο. «Θα πράξω ακριβώς όπως μου υποδείξατε».
Ο Κάρσον απομακρύνθηκε από τον άντρα, χαιρετώντας και τον φίλο του.
Τότε ήταν που έφυγε και το κοράκι.

Το σπίτι που είχε κληρονομήσει η Μπέτσι βρισκόταν στο δάσος του Έπινγκ, όχι πολύ μακριά από το Λονδίνο. Ήταν περικυκλωμένο από ξύλινο φράχτη, πλαισιωμένο με κήπο, πηγάδι και στάβλο. Είχε τρεις ορόφους, εκτός από το ισόγειο, το υπόγειο, το αναγνωστήριο και τη σοφίτα. Η οικογένεια της Μπέτσι ήταν ανέκαθεν πολυπληθής και κάποτε, που το σπίτι δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, κρίθηκε αναγκαίο να το επεκτείνουν, για να μπορούν να φιλοξενήσουν και τα παιδιά, και άλλους συγγενείς. Το υπηρετικό προσωπικό φρόντιζε να διατηρεί το σπίτι καθαρό και να παρέχει στους κυρίους και τις κυρίες ό,τι χρειάζονταν. Πολλά από τα δωμάτια των τριών ορόφων θα έμεναν κενά, από τη στιγμή που ο Κάρσον και η Μπέτσι δεν είχαν αποκτήσει παιδιά και εφόσον ο πατέρας της είχε αφήσει το σπίτι σε εκείνη, που με τη σειρά της το άφησε στον σύζυγό της, ο οποίος καμία όρεξη δεν είχε να αφήσει να μείνουν σε αυτό άλλοι, πέραν του ιδίου και του προσωπικού (τα μέλη του οποίου φιλοξενούνταν σε δικά τους δωμάτια στο ισόγειο).

Ο Κάρσον άφησε το προηγούμενο βράδυ και το τωρινό να μείνουν οι συγγενείς της Μπέτσι στο αρχοντικό, αλλά την επόμενη μέρα τους συνόδευσε στην έξοδο και πιο μετά είπε στους υπηρέτες να μην επιτρέψουν σε κανέναν άλλο να μπει, χωρίς να τον ρωτήσουν. Αρκετά είχε ανεχτεί ανθρώπους που δεν ήθελε να τους ξέρει. Αυτό δεν το είπε στους υπηρέτες, βέβαια. Ούτε τους είπε και πως και την Μπέτσι πιότερο την ανεχόταν, παρά την ήθελε κοντά του.

Το μεσημέρι, που το προσωπικό αποσύρθηκε για δύο ώρες, ο Κάρσον κάθισε στην μεγάλη τραπεζαρία του ισογείου, απολαμβάνοντας το κρασί του (το φαγητό το άγγιξε ελάχιστα, γιατί δεν πεινούσε). Χαμογελούσε συνεχώς και, αφού μέριασε τα πιάτα, είχε βάλει τις μπότες του πάνω στην όμορφη ταπετσαρία. Κοίταξε τον αχανή χώρο γύρω του. Έκανε γκριμάτσες κοροϊδίας στα πορτραίτα των προγόνων της Μπέτσι, σκεπτόμενος ότι θα έπρεπε να τα διώξει και να βάλει άλλους πίνακες, με πιο ενδιαφέροντα σκίτσα. Η ματιά του Κάρσον στάθηκε σε έναν διαφορετικό πίνακα, πιο μικρό, μα και πιο σύγχρονης τεχνοτροπίας. Κοίταξε μια φωτογραφία της Μπέτσι, όπου η ξανθιά κοπέλα αντιγύριζε το βλέμμα στον Κάρσον. Εκείνος πρόσεξε ξανά με ενόχληση το πόσο αδύνατη ήταν η νεκρή (και θαμμένη πια, όπως σίγουρα θα έλεγε εκείνος ο εργάτης) γυναίκα του. Απόδιωξε αμέσως μνήμες από τις φορές είχε πλαγιάσει σιμά της.

Κάποια στιγμή, αποκοιμήθηκε σε αυτή τη θέση, αλλά τον ξύπνησε το κρώξιμο που ήρθε απ’ έξω. Ο Κάρσον αναπήδησε, σπάζοντας στο δάπεδο το ποτήρι και χύνοντας το κρασί του, ενώ, όπως έσπρωξε τα πόδια του πάνω στο τραπέζι, ανάγκασε την καρέκλα να γείρει. Βρέθηκε σωριασμένος στο πάτωμα, με τα ρούχα του λερωμένα από το κρασί και το δεξί χέρι του να πονάει από τα λείψανα του ποτηριού που τον είχαν χαράξει και τρυπήσει. Για καλή του τύχη, τα γυαλιά που φορούσε δεν είχαν πέσει ούτε τραυμάτισαν τα μάτια του.
«Π’ ανάθεμά σε!» είπε και σηκώθηκε. Συνειδητοποίησε ότι είχε σκοτεινιάσει έξω και ο χώρος γύρω του ήταν γεμάτος σκιές. Ευτυχώς, είχε προνοήσει: είχε ανάψει τα κεριά σε ένα από τα κηροπήγια της τραπεζαρίας, τα οποία προσέφεραν αρκετό φως. Τα πήρε μαζί του και έτρεξε φουριόζος στο παράθυρο και παραμέρισε τις κουρτίνες. Δεν είδε τίποτα κι έτσι πήγε στο επόμενο παράθυρο και μετά στο τελευταίο. Δεν είδε κανένα κοράκι ή άλλο πουλί. Σκέφτηκε ότι θα ήταν αδύνατο να δει κάτι με τόσο πηχτό σκοτάδι. Αλλά δεν ανησύχησε. Αν το πρωί άκουγε ξανά κάποιο πουλί, και ειδικά κάποιο κοράκι, θα έβαζε κάποιον από τους υπηρέτες να το πυροβολήσει.

Ο Κάρσον κοίταξε τα ρούχα του και το χέρι του που είχε ματώσει. Έβρισε ξανά και έφυγε από την τραπεζαρία. Θα καθάριζε τον εαυτό του, θα έβαζε ένα άλλο κουστούμι και θα έβγαινε, για να πάει στο Λονδίνο. Τώρα δεν είχε κανέναν να ελέγχει πού πήγαινε και πόσο θα έλειπε. Ό,τι ήθελε θα έκανε.

Σκέφτηκε να μαζέψει τα πιάτα και το διαλυμένο ποτήρι, αλλά, σκέφτηκε, αν το έκανε, τότε τι τους ήθελε τους υπηρέτες; Όχι, εκείνοι θα το αναλάμβαναν, το πρωί.

Λίγη ώρα αργότερα, βγήκε από τον στάβλο, έχοντας ζώσει ένα άλογο στην άμαξα που είχε εδώ και πάνω από εκατό χρόνια η οικογένεια της Μπέτσι. Έκλεισε πίσω του την θύρα του κήπου και έδωσε εντολή στο άλογο να τρέξει.
Ούτε που είδε το κοράκι που τον παρατηρούσε από το παράθυρο της σοφίτας.

Το ίδιο βράδυ, κι αφού ζήτησε από το προσωπικό να αποσυρθεί νωρίς, ο Κάρσον είχε φέρει στο σπίτι την πρώτη αγαπητικιά του, την όμορφη Εστέλα. Ήταν ντυμένη με ένα ανοιχτόχρωμο φόρεμα, κάτω από ένα βαρύ πανωφόρι, και αντίστοιχο καπέλο, ενώ τα χέρια της ήταν καλυμμένα με λευκά γάντια. Είχε μακριά, μαύρα μαλλιά και υπέροχο χαμόγελο, και φυσικά δεν ήταν περισσότερο αδύνατη απ’ όσο θα ήθελε ο Κάρσον.

Η Εστέλα μπήκε στο αρχοντικό εκστασιασμένη, μα και ανήσυχη. Πίστευε ότι δεν ήταν σωστό που είχε έρθει στο σπίτι ενός άντρα που μόλις τον είχε γνωρίσει, και οι γονείς της θα έφριτταν στην ιδέα, αλλά τι κατάφερε που εικοσιπέντε χρόνια τώρα άκουγε μόνο εκείνους και δεν έκανε ό,τι η ίδια ποθούσε; Άλλωστε, ο Κάρσον είχε συμπεριφερθεί καλά απέναντί της, διαβεβαιώνοντάς τη πως απλά θα δειπνούσαν και έπειτα θα την μετέφερε με ασφάλεια ο ίδιος όπου εκείνη ήθελε.
«Μόνος σας μένετε σε αυτό το τεράστιο σπίτι;» τον ρώτησε, όταν πέρασε το κατώφλι. Κοιτούσε τα πάντα γύρω της, χαμογελώντας. Χάρη στα φανάρια που κρέμονταν στους τοίχους, μπορούσε να δει όλο το μεγαλείο της εισόδου.
«Μένουν και οι υπηρέτες, αλλά τώρα κοιμούνται» της είπε εκείνος, κλείνοντας την πόρτα, αλλά χωρίς να έχει πάρει τα μάτια του από την Εστέλα. Ακόμα ήταν πάρα πολύ νωρίς, αλλά μπορούσε να τη φανταστεί να μένει εδώ μόνιμα. Ή και όχι, να έρχεται εδώ σαν «επισκέπτριά του».
«Πάμε στην τραπεζαρία, να φάμε…». Ο Κάρσον σταμάτησε, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα ήταν καλή ιδέα να δει η Εστέλα σε τι χάλι ήταν η τραπεζαρία του ισογείου.
«Ναι, γιατί όχι; Αλλά ποιος θα μας μαγειρέψει; Είπατε ότι οι υπηρέτες κοιμούνται…»
«Έχετε δίκιο, βέβαια». Ο Κάρσον αναθεμάτισε. Το θέμα του φαγητού ήταν κάτι που θα έπρεπε να το φροντίζει κάθε φορά που θα ερχόταν με γυναίκα. Συλλογίστηκε αν θα ήταν καλή ιδέα να φάνε από το μεσημεριανό, αλλά την απέρριψε. Δεν θα ήταν το ίδιο καλό πια. Οπότε… τι θα έτρωγαν;
Ο Κάρσον σκέφτηκε κάτι και είπε «Εσείς, Εστέλα, ξέρετε να μαγειρεύετε; Είμαι σίγουρος ότι είστε καταπληκτική μαγείρισσα».
Η κοπέλα κοκκίνισε. «Ναι, ξέρω, αλλά…»
«Αλλά; Τι σας προβληματίζει;» ρώτησε ο Κάρσον, αφού την πλησίασε, αλλά όχι τόσο ώστε να τη φοβίσει.
Η κοπέλα έριξε άλλη μια ματιά στο χώρο. «Δεν ξέρω, κάτι…». Έτριψε τα μπράτσα της. «Σαν να κάνει πολύ κρύο εδώ μέσα. Συμφωνείτε;»
Ο Κάρσον κούνησε το κεφάλι και έσφιξε τις γροθιές του. Κι εκείνος κρύωνε. Πώς δεν το είχε καταλάβει; Είπε «Ω, μην ανησυχείτε, Εστέλα, φταίει που ανοίξαμε την πόρτα. Σε λίγο θα είναι ξανά αρκετά ζεστά εδώ. Στην κουζίνα, μάλιστα, θα είναι ακόμα πιο ζεστά, τι λέτε;»
Η Εστέλα ανασήκωσε τους ώμους. «Υποθέτω» είπε.
«Πολύ ωραία! Πάμε; Μετά από εσάς, παρακαλώ». Ο Κάρσον την κοίταξε κατάματα, χαμογελώντας. «Μην ανησυχείτε, Εστέλα, θα σας καθοδηγώ εγώ».

Πήγαν στην κουζίνα, λοιπόν.
Σύντομα, η Εστέλα είχε βγάλει το πανωφόρι, το καπέλο και τα γάντια της και είχε ξεκινήσει να φτιάχνει κάτι να φάνε. Ανά διαστήματα, γύριζε και τον κοιτούσε, με ένα κουρασμένο μεν, αλλά φωτεινό χαμόγελο, δε. Ο Κάρσον καθόταν σε μια καρέκλα, πίνοντας κρασί και παρατηρώντας τη. Στο φως των κεριών, του τζακιού και των φαναριών, δεν μπορούσε να μην τη θαυμάσει. Κρίνοντας και από την ευωδία του φαγητού, έμοιαζε ιδανική μαγείρισσα. Οι προηγούμενες σκέψεις του περί της διαμονής της εδώ επέστρεψαν και επιβεβαιώνονταν όσο περνούσε η ώρα.

Αργότερα, καθώς δειπνούσαν, τη ρώτησε αν της άρεσε το σπίτι και αν θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να μένει εδώ. Ήξερε ότι ήταν ρίσκο να αρχίσει από τόσο νωρίς να θέτει τέτοια ζητήματα, αλλά είχε καταλάβει ότι η Εστέλα δεν θα τον απόπαιρνε, ούτε θα έφευγε μακριά του.

Εκείνη κόντεψε να πνιγεί με το κρασί της. Σκούπισε το στόμα της και, κοιτώντας τον σοβαρά, προσπάθησε να μιλήσει, μα τα λόγια της μπερδεύονταν και κατέληξε να βγάζει άναρθρους ήχους.

Ο Κάρσον ακούμπησε απαλά το χέρι της και της είπε: «Δε χρειάζεται να απαντήσεις τώρα, Εστέλα. Μια ερώτηση έκανα. Μπορούμε να προχωρήσουμε στο…»

Σταμάτησε να μιλάει, γιατί τότε ήταν η πρώτη φορά που ο Κάρσον κατάλαβε ότι δεν είχε γλιτώσει από την Μπέτσι. Επίσης, κατάλαβε και πως η νεκρή σύζυγός του είχε κάποιο είδος διεστραμμένης κωμικής διάθεσης, την οποία ποτέ της δεν είχε επιδείξει όσο ζούσε, αλλά, είτε την είχε βρει μετά θάνατον, είτε τώρα αποφάσισε να την αποκαλύψει.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε η Εστέλα, που δεν είχε δει τι γινόταν πίσω της. Δεν το είχε δει ακόμα. Αλλά θα το έβλεπε, ο Κάρσον δεν αμφέβαλλε για αυτό. Αμφέβαλλε για τα λογικά του και για όσα νόμιζε ότι ισχύουν στην ζωή, αλλά ήταν βέβαιος πως η Εστέλα θα έβλεπε τι γινόταν και τι πιθανώς θα γινόταν. Και μπορούσε να φανταστεί και ποια θα ήταν η αντίδρασή της με το γεγονός.
«Κάρσον, είστε καλά; Τι πάθατε;»
Ο Κάρσον δεν απάντησε. Κοιτούσε σαν χάνος την κατσαρόλα με την αχνιστή ακόμα σάλτσα. Το πρόβλημα δεν ήταν το ίδιο το σκεύος, αλλά το ότι αυτό δεν ήταν ακουμπισμένο στη βάση του πάνω από τη φωτιά του τζακιού, αλλά είχε σηκωθεί, είχε βγει από τη θέση του και… πετούσε. Ταρακουνιόταν στον αέρα, γέρνοντας ελαφρώς και βγάζοντας λευκό καπνό. Ήταν σαν να το κρατούσε κάποιος άνθρωπος, ο οποίος όμως ήταν άφαντος. Σαν οπτασία…
Πώς; αναρωτήθηκε ο Κάρσον. «Πώς;» ψιθύρισε.
«Πώς τι, Κάρσον;» επέμεινε η Εστέλα. «Μα τι σας συμβαίνει πια;»
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να πείσει τον εαυτό του ότι έκανε λάθος για ό,τι έβλεπε.
Μα κάθε φορά που κοιτούσε πίσω από τα γυαλιά του, η κατσαρόλα πετούσε. Έμενε σταθερά πάνω από τη φωτιά, αλλά δεν ακουμπούσε πουθενά. Είχε υψωθεί στον αέρα της κουζίνας, και άχνιζε σαν να ανέπνεε.
Άχνιζε.

«Αχνίζει» ψιθύρισε ο Κάρσον. «Γιατί καίει. Η σάλτσα… καίει».
«Μα φυσικά και καίει η σάλτσα, Κάρσον» είπε η Εστέλα. «Αφού τη ζεστάναμε…». Σταμάτησε, όταν αυτός δεν απάντησε. Χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι, φωνάζοντας «Κάρσον! Απαιτώ να μου πείτε τι συμβαίνει!»
Ο Κάρσον δεν απάντησε, παρά έπιασε την καρέκλα του και την έκανε πίσω. Το δέρμα του ανατρίχιασε από το κρύο που είχε εισβάλλει στην κουζίνα, αναχαιτίζοντας τη θέρμη του τζακιού. «Άκουσέ με…»
«Τι να ακούσω, Κάρσον; Συμπεριφέρεστε απαράδεκτα. Αν δεν μου πείτε τι πάθατε, θα…»
«Πάψε, αναθεματισμένη!» σύριξε εκείνος. «Πάψε και άκου». Έγλειψε τα ξερά χείλη του. «Θα σηκωθείς και θα τρέξεις. Όταν σου πω, κάνε λίγο πίσω την καρέκλα και φύγε, τρέξε. Πήγαινε στην πόρτα και φύγε».
«Α, ώστε με διώχνεις! Με έφερες εδώ, μες στο δάσος, να σου μαγειρέψω και τώρα με διώχνεις!»
Η κατσαρόλα υψώθηκε λίγο περισσότερο. Τώρα είχε φτάσει στο ύψος ενός άντρα μετρίου αναστήματος.

«Εστέλα, για όνομα του Θεού, κάνε ό,τι σου λέω».
«Σιγά μην περιμένω να μου πείτε τι θα κάνω. Τώρα αμέσως θα φύγω. Εσείς θα με πάτε με την άμαξα στο σπίτι μου. Κακώς σας ακολούθησα. Είστε ένας άθλιος, ένας τιποτένιος, ένας…»
«Εστέλα!» ούρλιαξε ο Κάρσον και έπεσε στο πλάι. Σε αντίθεση με την κοπέλα, εκείνος απέφυγε τα χειρότερα.
Η κατσαρόλα κινήθηκε μπροστά και έγειρε, περιχύνοντας την ζεστή σάλτσα.

Η Εστέλα ούρλιαξε, καθώς το κεφάλι και το σώμα και το καλό της φόρεμα τσιτσίριζαν και έχαναν την ομορφιά τους. Κάποιες λίγες σταγόνες έπεσαν και στο παντελόνι του Κάρσον, αλλά ούτε καν τις αισθάνθηκε.

Σιωπή έπεσε στην κουζίνα. Θα αναταρασσόταν σε λίγο, καθώς η Εστέλα θα άρχιζε να κλαίει γοερά και οι υπηρέτες θα έρχονταν τρομαγμένοι, όμως για μερικές στιγμές επικράτησε ησυχία. Ο Κάρσον έμεινε πεσμένος στο πάτωμα, δεύτερη φορά σήμερα, και είδε την κατσαρόλα να επιστρέφει μόνη της στη θέση της.
Τότε έχασε τις αισθήσεις του.

Ο οδηγός του Κάρσον πήγε την κοπέλα στο σπίτι της, αφού πρώτα την βοήθησαν οι υπηρέτριες, ώστε να καθαριστεί και να φορέσει ένα από τα φουστάνια της Μπέτσι. Η Εστέλα δεν ήξερε να τους πει τι είχε συμβεί και ούτε θα μάθαιναν από το αφεντικό τους τι είχε γίνει πραγματικά. Μόνο θα υπέθεταν ότι είχε προκληθεί κάποιο πολύ δυσάρεστο ατύχημα. Φυσικά, το ότι ανακάλυψαν μια άλλη γυναίκα στο σπίτι της κυρίας τους (ο Θεός να την αναπαύει στον Παράδεισο) δεν θα το άφηναν ασχολίαστο, όμως φρόντισαν να μην το θίξουν ποτέ ανοιχτά, και ειδικά μπροστά στον κύριο.

Η Εστέλα, όντας ντροπιασμένη, δεν κυνήγησε (νομικά ή με άλλον τρόπο) τον Κάρσον, ούτε είπε τίποτα στους γονείς της. Παραδόξως, με εξαίρεση το φόρεμα και την αξιοπρέπειά της, δεν είχε πληγεί περισσότερο. Το δέρμα της θα έγιανε σε λίγες μέρες, το ήξερε. Από καιρού εις καιρόν, θα αναρωτιόταν τι είχε συμβεί, πώς είχε χυθεί πάνω της η σάλτσα, αλλά άκρη δεν θα έβγαζε, και δεν υπήρχε περίπτωση να απευθυνθεί στον Κάρσον, ούτε να επιστρέψει σε εκείνο το… το στοιχειωμένο σπίτι.

Ένας μήνας πέρασε, μέχρι ο Κάρσον να φέρει άλλη γυναίκα στο αρχοντικό. Στο μεσοδιάστημα, είδε πολλούς εφιάλτες και συχνά έπιανε τον εαυτό του να παγώνει σε χώρους που μέχρι πρότινος ήταν ζεστοί. Ερωτήσεις τριβέλισαν το μυαλό του, χωρίς ωστόσο να μοιραστεί τις ανησυχίες του με το προσωπικό ή με οποιονδήποτε άλλο. Κάποιοι συγγενείς της Μπέτσι προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί του, ακόμα και να τον επισκεφτούν, αλλά πάντα τους το αρνιόταν μέσω των υπηρετών του.
Κάποια βράδια, άκουγε κρωξίματα και μερικές φορές αναζήτησε το πουλί ή τα πουλιά που τον ενοχλούσαν. Ζήτησε από τους υπηρέτες να τα ψάξουν και να τα διώξουν, ει δυνατόν να τα σκοτώσουν, αλλά κανείς δε βρήκε κάποιο από αυτά. Και κανείς δεν επιβεβαίωσε στον Κάρσον ότι πράγματι ακούγονταν κρωξίματα.

Η δεύτερη γυναίκα ονομαζόταν Λούλα. Ήταν λίγο πιο ψηλή από την Εστέλα, με ξανθά μαλλιά, πονηρό χαμόγελο και περιπαιχτική διάθεση. Εργαζόταν για την μαντάμ Άισι, η οποία λειτουργούσε ένα συγκεκριμένο σπίτι στο Γουαιτσάπελ, στο οποίο ζούσαν νεαρές γυναίκες που παρείχαν συντροφιά σε ενδιαφερόμενους κυρίους. Ο Κάρσον δεν ήθελε να τον δουν σε αυτό το σπίτι, για αυτό και είχε φροντίσει να στείλει ένα γράμμα εκεί, για να κανονίσει το ραντεβού σε έναν άλλο, λιγότερο κακόφημο δρόμο. Επίσης, έδεσε ένα μαντήλι στα μάτια της Λούλα, για να μη δει πού έμενε, εφόσον βέβαια της έδωσε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, το οποίο είχε σκοπό να αυξήσει αργότερα. Η Λούλα, που είχε έρθει αντιμέτωπη με καθάρματα πολύ χειρότερα από αυτόν τον «γυαλάκια» (όπως σκεφτόταν τον Κάρσον), δεν είχε πρόβλημα με το να μη γνωρίζει πού την πήγαινε. Δεν την ανησυχούσε μη τη βλάψει. Αν χρειαζόταν, είχε πάνω της ένα μαχαίρι, το οποίο παλιότερα είχε χρησιμοποιήσει για να διώξει μερικούς μεθυσμένους που την είχαν ενοχλήσει.

Αυτή τη φορά, ο Κάρσον δεν είχε σκοπό να ταΐσει τη Λούλα (εκτός του ότι, μετά από το περιστατικό με την κατσαρόλα, απέφευγε την κουζίνα), οπότε, όταν έφτασαν και μπήκαν στο σπίτι, της είπε ότι θα πήγαιναν στον δεύτερο όροφο, σε ένα δωμάτιο που είχε μείνει πολύ καιρό κλειστό «και είναι κρίμα να μένει αχρησιμοποίητο», όπως σχολίασε χαμογελώντας.
«Ό,τι πεις, αφεντικό» του είπε η Λούλα, χαϊδεύοντας τη γραβάτα του, τυλίγοντάς τη γύρω από τη γροθιά της. «Εσύ κάνεις κουμάντο, άλλωστε».
«Σωστά, εγώ κάνω κουμάντο».

Καθώς ανέβαιναν, του είπε «Είπες ότι το δωμάτιο είναι κλειστό, αχρησιμοποίητο».
«Ναι».
«Μήπως να έφερνες κεριά; Γιατί κάνει κρύο και δεν έχω καμιά όρεξη να πουντιάσω».

Κρύο;
Ο Κάρσον σταμάτησε στα μισά της σκάλας. Δάγκωσε το κάτω χείλος του. Αναθεμάτισε ξανά, καθώς ένιωθε να κρυώνει και ο ίδιος. Πάλι δεν το κατάλαβα αμέσως, σκέφτηκε. Αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να φύγουν από το σπίτι, να πάνε κάπου αλλού.

Η Λούλα χαμογέλασε και πέρασε το μπράτσο της γύρω του. «Ω έλα τώρα, δε χρειάζεται να προβληματίζεις το μυαλουδάκι σου. Είμαι σίγουρη ότι θα βρούμε κάποια λύση, για να μην ψοφήσουμε από το κρύο».

Ο Κάρσον δεν της απάντησε. Αναρωτήθηκε: Να είναι εδώ; Ξανά; Αυτό… που σήκωσε την κατσαρόλα στον αέρα; Να είναι και σε άλλους χώρους του σπιτιού; Και… τι είναι, τέλος πάντων; Η Μπέτσι δεν μου είπε ποτέ ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο.
Όμως, από το μυαλό του πέρασαν κάποια λόγια μεγαλύτερων ανθρώπων που μιλούσαν για το δάσος Έπινγκ. Αναφέρονταν σε φαντάσματα που κυκλοφορούσαν εκεί πέρα και τυραννούσαν όποιον περαστικό έβρισκαν. Ο Κάρσον δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβείς λεπτομέρειες, γιατί πάντα του φαίνονταν ανόητες αυτές οι δεισιδαιμονίες, αλλά τα πρόσφατα, φαινομενικά παράλογα γεγονότα είχαν αρχίσει να επηρεάζουν τις απόψεις του για το υπερφυσικό.
«Ε, κύριος!» τον ταρακούνησε η Λούλα. «Άκου, δεν έχω όλο το βράδυ. Πρέπει να γυρίσω στης μαντάμ Άισι. Είναι εντολή της να μη μένουμε εκτός σπιτιού για όλη τη νύχτα». Ξεφύσησε. «Καταλαβαίνεις, έτσι;» Όταν δεν της απάντησε, του είπε «Ακόμα, βαυκαλιζόμαστε από εκείνον τον άθλιο, τον Αντεροβγάλτη. Έχουν περάσει πολλά χρόνια, βέβαια, αλλά μας στιγμάτισε. Μας χαράκωσε όλες. Μας φόβισε. Και η μαντάμ σκέφτεται τα κορίτσια της, τα νοιάζεται. Κι εμένα μαζί, φυσικά. Οπότε έλα, σε παρακαλώ, να τελειώνουμε. Δεν πειράζει αν δεν έχεις κεριά, θα το λύσουμε, ε, τι λες;»

Ο Κάρσον σκεφτόταν άλλα, όμως η Λούλα, έχοντας την ανάλογη πείρα, φρόντισε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Κατάφερε να τον κάνει να διώξει όποιες άλλες έγνοιες είχε και μαζί βρέθηκαν στο δωμάτιο που είχε κατά νου ο Κάρσον.

Υπήρχε ένα κηροπήγιο με τέσσερα κεριά, τα οποία άναψαν. Το δωμάτιο γέμισε σκιές, αλλά και λίγη ζέστη.

Η Λούλα στράφηκε προς τον άντρα, χαμογελώντας του και έχοντας υψωμένα τα φρύδια της. «Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;». Κοίταξε το στρωμένο κρεβάτι προσποιητά, σαν να μην το είχε δει ως τώρα. «Ω, μάλιστα. Κατάλαβα. Είχαμε μια δουλειά να κάνουμε. Να περάσουμε καλά».
Τον πλησίασε και τα χείλη τους έσμιξαν.
Αγνόησαν το ψύχος που τους άρχισε να τους περιβάλλει.
Όμως, ο Κάρσον, που είχε τα μάτια του κλειστά, τα άνοιξε, καθότι κάτι του φάνηκε να κινείται, ενώ και η θερμότητα σαν να είχε αυξηθεί. Η Λούλα του είχε βγάλει τα γυαλιά και τα είχε ακουμπήσει στο κομοδίνο, αλλά δεν τα χρειάστηκε. Μπόρεσε να δει αρκετά καθαρά τα αντικείμενα που τους είχαν πλησιάσει: δύο λευκά μαξιλάρια και το κηροπήγιο με τα αναμμένα κεριά.

Η Λούλα, που ετοιμαζόταν να προχωρήσει στη δουλειά της, έφριξε και τρόμαξε όταν ο Κάρσον ούρλιαξε μες στο στόμα της. Τον έσπρωξε και εκείνος βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. «Μα τι έπαθες;» τον ρώτησε. «Γιατί φώναξες έτσι; Δεν πιστεύω να μην έμεινες ευχαριστημένος με το φιλί μου; Αλίμονο σου έτσι και πεις κάτι τέτοιο! Γιατί θα βρω τον μπελά μου με τη μαντάμ, άπαξ και μάθει ότι κάποιος πελάτης δεν ικανοποιήθηκε από ένα κορίτσι της».

Όσο έλεγε αυτά, τα μαξιλάρια και το κηροπήγιο την πλησίασαν κι άλλο.
«Εχμ, άκουσέ με, κορίτσι μου» είπε ο Κάρσον, που σκεφτόταν Θεέ μου, συμβαίνει ξανά! «Άκουσέ με. Φύγε γρήγορα. Άνοιξε την πόρτα και τρέξε. Τρέξε. Τρέξε!»
«Έι, να σου πω, κύριος…»

Τότε η Λούλα πρόσεξε δύο πράγματα: ότι οι σκιές απέναντί της και στο πάτωμα άλλαζαν γωνία, αλλά και ότι ένιωθε να ζεσταίνεται το κεφάλι της.
«Τρέξε!» φώναξε ο Κάρσον και σηκώθηκε να την πιάσει.

Όμως, η Λούλα, αντί να τον ακούσει, γύρισε και είδε ένα μαξιλάρι να πέφτει με δύναμη πάνω στο πρόσωπό της. Παράπεσε και χρειάστηκε να στηριχτεί σε μια καρέκλα για να μη σωριαστεί στο πάτωμα.

Ο Κάρσον προσπάθησε να τη φτάσει, αλλά το άλλο μαξιλάρι χτύπησε εκείνον, μία, δύο, τρεις φορές. Κι άλλες μετά, για να τον κρατήσει μακριά.

Η Λούλα στάθηκε ξανά σταθερά στα πόδια της. Και είδε: πρώτα, το μαξιλάρι που χτυπούσε τον Κάρσον και έπειτα το άλλο, αυτό που είχε χτυπήσει εκείνη (είχε ένα βαθούλωμα)… και το κηροπήγιο με τα αναμμένα κεριά. Μια φριχτή εικόνα κατέκτησε τον νου της: το μαξιλάρι να πέφτει στο πρόσωπό της και τα κεριά να του βάζουν φωτιά, καίγοντας και την ίδια. Δεν ήξερε τι συνέβαινε, δεν μπορούσε να δώσει καμιά εξήγηση σε ό,τι έβλεπε και σκεφτόταν, όμως αποφάσισε τι θα έκανε στη συνέχεια.

Έβγαλε τα χρήματα που της είχε δώσει ο Κάρσον και είπε «Να σου πω, κύριε, κράτα τα λεφτά σου. Δεν σε χρεώνω τίποτα. Απλά, θα φύγω και… δεν θα με ξαναδείς. Και μην ξανάρθεις στης μαντάμ Άισι, μ’ ακούς; Ποτέ!»

Η Λούλα, χωρίς να πάρει τα μάτια της από το ιπτάμενο μαξιλάρι και το επίσης ιπτάμενο κηροπήγιο, άνοιξε την πόρτα του δωματίου και οπισθοχώρησε στο διάδρομο. Κατέβηκε προσεχτικά τα σκαλιά και σύντομα έφτασε στο ισόγειο. Όλη αυτή την ώρα κοιτούσε τα αντικείμενα που την απειλούσαν και που την ακολουθούσαν… πετώντας. Η Λούλα, πριν φτάσει στην έξοδο, έπεσε πάνω σε έναν άντρα, έναν από τους υπηρέτες προφανώς. Εκείνος τη ρώτησε ποια είναι και τι γύρευε στο σπίτι του κυρίου του. Εκείνη του έδειξε προς τις σκάλες, αλλά συνειδητοποίησε ότι το μαξιλάρι και το κηροπήγιο δεν ήταν στο ισόγειο.

Η Λούλα έφυγε από το σπίτι, χωρίς να απαντήσει στον υπηρέτη. Δεν έβγαινε ούτε λόγος από τα χείλη της. Δεν μπορούσε να σκεφτεί το παραμικρό. Οπότε απλά έφυγε, περπατώντας στο δάσος του Έπινγκ, με προορισμό το σπίτι της κυράς της. Θα έβρισκε τι να της πει που γυρνούσε με άδεια χέρια, αλλά σίγουρα όχι την αλήθεια. Αδιαφόρησε για το κρύο, ενώ δεν είδε ποτέ το κοράκι που στεκόταν στο παράθυρο της σοφίτας του αρχοντικού.

Ο υπηρέτης βρήκε τον Κάρσον στο κρεβάτι του δωματίου που είχαν πάει με τη Λούλα. Τον βρήκε ξαπλωμένο με τα ρούχα και με τα μαλλιά ανακατωμένα. Δεν ακουμπούσε το κεφάλι στα τακτοποιημένα μαξιλάρια, αλλά στα κλινοσκεπάσματα. Τα γυαλιά του τα είχε αφήσει δίπλα του και φαινόταν να έχει κλάψει. Τα κεριά έκαιγαν στο κομοδίνο.
Ο άντρας συλλογίστηκε τι μπορεί να είχε γίνει και αν έπρεπε να ξυπνήσει τους άλλους, για να βρουν εκείνη τη γυναίκα (που δεν έμοιαζε ηθικός άνθρωπος), μήπως και είχε κλέψει ή και χτυπήσει το κύριό τους. Έριξε μια ματιά τριγύρω και όλα φαίνονταν εντάξει. Πήγε και έψαξε και σε άλλους χώρους του σπιτιού, όπου φυλούσαν διάφορα πολύτιμα αντικείμενα, κειμήλια κλπ, αλλά όλα ήταν στη θέση τους. Αργότερα, μια υπηρέτρια θα έβρισκε τα πεσμένα χρήματα στο δωμάτιο και θα μάλωνε τον άντρα που δεν τα είχε δει. Επίσης, από εκείνους θα διαδιδόταν και στο λοιπό προσωπικό ότι ο κύριος είχε φέρει γυναίκα ελαφρών ηθών, με την οποία κάτι είχε πάει λάθος και δεν πέρασαν μαζί τη νύχτα. Μια από τις παλιές υπηρέτριες υπέθεσε ότι τον κύριο «θα τον έζωσαν οι τύψεις και για αυτό θα την έδιωξε. Κάτι τέτοιο πρέπει να έγινε και με την προηγούμενη».
«Ναι, αλλά εκείνη ήταν γεμάτη σάλτσα».
«Ε, ο κύριος θα το έκανε, πάνω στα νεύρα του, όταν αυτή θα τον πίεσε να την παντρευτεί. Δεν τις ξέρεις τώρα πώς συμπεριφέρονται μερικές-μερικές άμα δουν άντρα με λεφτά και τόσο ωραίο σπίτι;»
«Και γιατί ο κύριος ήταν αναίσθητος;»
«Εκείνη θα τον χτύπησε, σίγουρα, όταν αρνήθηκε να την κάνει κυρία του σπιτιού».

Η τρίτη γυναίκα που έφτασε στο αρχοντικό (τρεις μήνες μετά τη βραδιά με τη Λούλα) λεγόταν Μπίρτι και της άρεσε πολύ να διαβάζει ρομαντικές ιστορίες. Παντού κυκλοφορούσε με κάποιο βιβλίο παραμάσχαλα και χάρηκε πολύ όταν έμαθε ότι ο Κάρσον είχε ένα τεράστιο σπίτι με αναγνωστήριο, όπου στη βιβλιοθήκη θα μπορούσε να βρει παμπάλαιους τόμους.

Σε αντίθεση με τις δύο πρώτες γυναίκες, την Μπίρτι την έφερε το μεσημέρι, έχοντας δώσει εντολή στους υπηρέτες να αποσυρθούν για την υπόλοιπη μέρα (κάτι που εκείνοι κατάλαβαν τι σημαίνει). Η κοπέλα, πολύ πιο νέα από εκείνον, του τόνισε ότι δεν κυκλοφορούσε τα βράδια, γιατί φοβόταν. Οπότε, αν γινόταν, θα προτιμούσε να δει τη συλλογή του στο φως της ημέρας. Ο Κάρσον, που, για τις ανάγκες του «ρόλου του», είχε αλλάξει τον τρόπο ομιλίας του και την εμφάνισή του, ώστε να μπορέσει να πλησιάσει την Μπίρτι, συμφώνησε.

Η Μπίρτι θαύμασε όλη τη διαδρομή ως το αρχοντικό, ενώ, από τη στιγμή που πέρασαν το κατώφλι, και ακόμα περισσότερο, απ’ όταν είδε τη βιβλιοθήκη του σπιτιού, άρχισε να απαριθμεί φράσεις από βιβλία που ο Κάρσον δεν είχε διαβάσει ποτέ και ονόματα ποιητών που ο Κάρσον δεν τους είχε ακουστά, και ούτε τον ενδιέφεραν κιόλας. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κερδίσει την καρδιά της αγαθής Μπίρτι, η οποία, σαν παιδί που το ρίχνουν σε ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια και δεν ξέρει ποιο να πρωτοδιαλέξει, είχε ορμήσει στη βιβλιοθήκη και εξέταζε έναν προς έναν τους τόμους.
«Θα χρειαστώ εβδομάδες ολόκληρες, μήνες, μπορεί και χρόνια, για να τα διαβάσω όλα αυτά, όπως πρέπει» είπε εκείνη με ενθουσιασμό. «Μπορώ να τα μελετήσω μόνη μου ή είναι πολύ να σας ζητήσω κάτι τέτοιο; Αν αρνηθείτε, θα το καταλάβω».
«Διαβάστε με την ησυχία σας, Μπίρτι».

Ο Κάρσον είχε καθίσει σε μια από τις πολυθρόνες και είχε γεμίσει το ποτήρι του με μπράντι. Την έβλεπε με τι αιθέριες κινήσεις άνοιγε, διάβαζε λίγες σελίδες με προσήλωση, έκλεινε το κάθε βιβλίο και προχωρούσε στο επόμενο. Η Μπίρτι είχε μια άλικη κορδέλα στα μαλλιά της, η οποία της προσέδιδε πιο πολλή χάρη. Μπορούσε να τη φανταστεί να περνάει όλο τον καιρό της εδώ μέσα, με εκείνον να ασχολείται με σοβαρότερες δουλειές, αναμένοντας πότε θα αποσύρονταν στην κρεβατοκάμαρά τους.

Κάποια στιγμή, ο Κάρσον την άκουσε να λέει «Κύριε Κάρσον, γίνεται να ανάψετε το τζάκι; Κάνει πολύ κρύο, μου φαίνεται. Δεν θα ήθελα να φορέσω το πανωφόρι μου, γιατί με δυσκολεύει στις κινήσεις μου».

Ο Κάρσον δεν απάντησε αμέσως, όχι γιατί είχε διαπιστώσει και ο ίδιος ότι το ψύχος είχε εισβάλλει στο αναγνωστήριο, αλλά γιατί το μπράντι και η ησυχία με την οποία διάβαζε η Μπίρτι τον είχαν αποκοιμίσει.
«Κύριε Κάρσον; Με ακούτε;»
Εκείνος άρχισε να ανοιγοκλείνει τα μάτια.
«Συγνώμη που σας ενόχλησα, κύριε Κάρσον, απλώς, όπως έλεγα, κάνει κρύο εδώ και…»

Ο Κάρσον πετάχτηκε όρθιος και έτριψε τα μπράτσα του. Ω, που να πάρει! Όχι πάλι!
«Αν δεν μπορείτε, κύριε, μπορώ να ανάψω εγώ το τζάκι, με όλο το θάρρος, φυσικά».

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Έριξε μια ματιά τριγύρω, αλλά δεν είδε τίποτα αλλόκοτο. Σίγουρα, δεν είδε να ίπταται κάτι που έπρεπε να μένει καθηλωμένο στο έδαφος. Είπε «Άκουσέ με, Μπίρτι, ξέρω πώς θα ακουστεί, αλλά θα ήθελα να φύγεις τώρα. Θα συνεχίσεις την ανάγνωση μιαν άλλη φορά, εντάξει;»

Η κοπέλα δυσανασχέτησε. «Μα, κύριε, δε χρειάζεται να εξάπτεστε. Καταλαβαίνω, σας ζητάω πολλά, όμως, ειλικρινά, έχω εκστασιαστεί με τη συλλογή σας και θα ήθελα να διαβάσω κι άλλους τόμους…»
«Μπίρτι, καταλαβαίνω τον ενθουσιασμό σου» είπε, ξεφυσώντας, «όμως θέλω να φύγεις. Τώρα, σε παρακαλώ. Υπάρχει λόγος. Πίστεψέ με, κι εγώ θα ήθελα να μείνεις, αλλά τώρα δεν γίνεται».

Η κοπέλα κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε, αλλά και πίσω της, τα άλλα που περίμεναν επιτέλους κάποιον να τα διαβάσει. «Μα δεν καταλαβαίνω τι λάθος έκανα…» είπε, θιγμένη. «Είπατε ότι θέλατε να έρθουμε εδώ και να ρίξω μια ματιά στα βιβλία σας. Τώρα τι συνέβη, γιατί αλλάξατε γνώμη;»
«Δεν έχουμε χρόνο για αυτά, Μπίρτι» είπε ο Κάρσον και την άδραξε από τους ώμους. «Θα έρθεις ξανά, στο εγγυώμαι. Και τότε θα διαβάσεις όσα βιβλία θες, και ίσως μου διαβάσεις και εμένα κάποιο…»

Πάνω που η κοπέλα άρχισε να χαμογελάει, έβγαλε μια κραυγή και ο Κάρσον ένιωσε το σαγόνι του να συγκλονίζεται από πόνο. Έκανε πίσω, τρίβοντας το σημείο όπου είχε χτυπηθεί. «Να πάρει!» έβρισε, καταλαβαίνοντας τι είχε γίνει.

Είδε πρώτα το βαρύ, κλειστό βιβλίο που πριν λίγο κρατούσε η κοπέλα να είναι στον αέρα. Έπειτα, πρόσεξε την ίδια την Μπίρτι, που είχε καρφώσει τα γουρλωμένα μάτια της στον τόμο που πετούσε λίγο πιο ψηλά από εκείνη. «Θεέ μου, καλέ μου Θεούλη» ψέλλισε η κοπέλα και έκανε το σταυρό της.

Ο Κάρσον αντιλήφθηκε κι άλλη παράταιρη κίνηση: πίσω από την κοπέλα και την πορφυρή κορδέλα της, ένα-ένα τα βιβλία έπεφταν μπροστά και έμεναν μετέωρα λίγο μακριά από την Μπίρτι. Ήταν σαν να περίμεναν τη σειρά τους…
Θα πέσουν πάνω της! σκέφτηκε ο Κάρσον. Θα τη σκοτώσουν!
«Όχι!» φώναξε. «Σε παρακαλώ. Όχι, δεν της αξίζει κάτι τέτοιο. Σε παρακαλώ, μην τη βλάψεις. Θα φύγει, τώρα. Αλήθεια λέω. Θα φύγει και δεν θα έρθει ξανά».

Η Μπίρτι τον κοίταξε. Πρόσεξε ότι αυτός στρεφόταν και μιλούσε σε όλο το χώρο, αλλά εστίαζε κυρίως πίσω από την ίδια. Η κοπέλα γύρισε και είδε τη στοίβα από βαριούς τόμους να πετούν ελάχιστα μακριά της. Ψέλλισε «Θεέ μου, Θεέ μου, τι στοιχειωμένο σπίτι είναι αυτό! Σώσε με, Θεέ μου, καλέ μου Χριστούλη, σώσε με!»
«Όποιος κι αν είσαι, ό,τι κι αν είσαι» φώναξε ο Κάρσον, μη ξέροντας αν εισακουγόταν από το στοιχειό (ή ό,τι ήταν, τέλος πάντων), «σε παρακαλώ, μην τη βλάψεις. Να, βλέπεις».

Έπιασε την κοπέλα και άρχισε να τη σπρώχνει προς την έξοδο του αναγνωστηρίου. Η κορδέλα ανέμισε από την απότομη κίνηση. «Βλέπεις, φεύγει. Φεύγει, αλήθεια σου λέω. Φεύγει. Και δεν θα γυρίσει, ποτέ ξανά. Ποτέ ξανά!»
Η Μπίρτι αφέθηκε να την οδηγήσει ως την πόρτα.
Τα βιβλία παρέμεναν μετέωρα.

Ο Κάρσον είπε στο δωμάτιο «Σε παρακαλώ, αλήθεια… Τώρα, θα… θα την αφήσω. Θα βγει μοναχή της… Έλα, καλή μου. Να, άνοιξε την πόρτα, ωραία, και τώρα προχώρησε…»

Πριν, όμως, η Μπίρτι απομακρυνθεί από το αναγνωστήριο και προτού ο Κάρσον κλείσει την πόρτα, ένα βιβλίο πέρασε πάνω από το κεφάλι του και πέτυχε την Μπίρτι στην πλάτη. Η κοπέλα φώναξε και έπεσε στο πάτωμα, με την κορδέλα της να ακουμπάει στο χαλί, ενώ ένας υπηρέτης εμφανίστηκε. Ρώτησε τι έγινε, καθώς βοηθούσε την κοπέλα να σταθεί στα πόδια της.
Ο Κάρσον του είπε απλώς «Πήγαινέ την στο σπίτι της. Και μην πειράξει κανείς αυτό το βιβλίο» έδειξε τον τόμο στο πάτωμα του ισογείου. «Θα το μαζέψω εγώ».

Ο υπηρέτης ρώτησε μόνο μια φορά την Μπίρτι τι είχε γίνει. Εκείνη, σφίγγοντας περισσότερο το πανωφόρι της στο σώμα της, του είπε ότι το σπίτι του κυρίου του ήταν στοιχειωμένο. Του είπε για τα ιπτάμενα βιβλία και για το ψύχος που είχε επικρατήσει ξαφνικά στο δωμάτιο εκείνο. Του είπε πως έπρεπε να φύγουν όλοι από εκεί και να φέρουν κάποιον ιερέα να εξορκίσει το κακό. «Το ξέρετε, άλλωστε, ότι το δάσος Έπινγκ έχει τα δικά του φαντάσματα, δεν το ξέρετε; Δεν μπορεί να μην το γνωρίζετε».
«Ό,τι πείτε, κυρία» είπε ο υπηρέτης, που δεν έλαβε υπόψη του το παραμικρό από τις ασυναρτησίες της, αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε για τις παράλογες ιστορίες του δάσους. Αργότερα, ρώτησε σχετικά τον κύριο, αλλά και τα άλλα μέλη του προσωπικού, αν είχαν παρατηρήσει κάτι «περίεργο».
Όλοι είπαν «Όχι, τίποτα το περίεργο».

Ωστόσο, ο Κάρσον είχε θορυβηθεί, οι εφιάλτες του είχαν αυξηθεί και πλέον έμενε απομονωμένος. Όταν έβγαινε από την κρεβατοκάμαρα, το έκανε τις ώρες που ήξερε ότι οι υπηρέτες ήταν στο δωμάτιό τους. Κυκλοφορούσε σε όλο το σπίτι με ένα περίλυπο ύφος και διερωτώμενος τι μπορεί να συνέβαινε με το σπίτι. Τι θα μπορούσε να κάνει; Πώς θα έδιωχνε αυτό που στοίχειωνε το σπίτι; Και τι ήταν ακριβώς; Κάποιο φάντασμα από αυτά που λεγόταν ότι κυκλοφορούσαν στο Έπινγκ; Ποιανού να ήταν;
Δεν ήξερε. Αλλά δεν είχε σκοπό να σταματήσει να ψάχνει γυναικεία συντροφιά, μιας και το μυαλό του ακόμα έφερνε αντίσταση στην αποδοχή του υπερφυσικού που είχε εισβάλλει στο αρχοντικό.
Απλά, υποσχέθηκε στον εαυτό του, δεν θα έφερνε ξανά την εκάστοτε κοπέλα εδώ. Θα πήγαιναν έξω, οπουδήποτε αλλού. Αν κάτι στο σπίτι δεν ήθελε άλλες γυναίκες, τότε αυτός θα φρόντιζε να του κάνει το χατίρι, μήπως και εκείνο άφηνε ήσυχο τον ίδιο.
«Μ’ ακούς;» φώναξε ένα βράδυ σε αυτό το μυστηριώδες κάτι. «Δεν θα φέρω καμία εδώ. Ποτέ ξανά».
Δεν πήρε απάντηση. Ούτε περίμενε να πάρει.
Εκτός από το κρώξιμο ενός πουλιού.
Αλλά ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν είχε όρεξη ούτε να πάει να το βρει ή να πει σε άλλους να το βρουν. Άλλη φορά, σκέφτηκε και ξάπλωσε να κοιμηθεί.

Το είχε υποσχεθεί. Δεν θα έφερνε άλλη γυναίκα στο αρχοντικό.
Αλλά έφερε. Όλες τις γυναίκες που βρήκε τις έφερε σε αυτό το μεγάλο σπίτι. Ενώ ξεκινούσε με το σκεπτικό ότι θα κατέλυαν κάπου αλλού, εκείνος οδηγούσε την άμαξα στο αρχοντικό, σαν να ήταν δέσμιος, σαν να μην μπορούσε να ζήσει μακριά του.
Και κάθε φορά, κάτι συνέβαινε που ανάγκαζε την γυναίκα να φύγει κακήν κακώς και τον Κάρσον να μείνει απαρηγόρητος.

Μερικές περιπτώσεις που χαράχτηκαν για πάντα στην μνήμη του Κάρσον:
-Η Λιόλα, η οποία είχε μεγαλώσει στο Λονδίνο και δεν είχε φύγει ποτέ από την πόλη, με το που είδε το πηγάδι, πήγε κατευθείαν εκεί, αφαίρεσε το καπάκι και κοίταξε μέσα. Είδε το λαμπύρισμα του σκοτεινού νερού. Φώναξε τον Κάρσον να πλησιάσει και να δει κι αυτός. Όταν στάθηκαν μαζί, δίπλα-δίπλα, και παρατήρησαν το ανοιχτό στόμιο, ένας πίδακας νερού τους χτύπησε κατάμουτρα.
-Τη Φλο την ενδιέφεραν πολύ τα υπόγεια και γενικά οι χώροι που οι άνθρωποι προτιμούσαν να μη φαίνονται. Πίστευε ότι σε αυτά τα μέρη έβρισκε κανείς θησαυρούς ξεχασμένους κι από τον Θεό. Δεν το είπε στον (πλούσιο, αυτός σίγουρα είναι πλούσιος, έτσι τον σκεφτόταν όταν γνώρισε) Κάρσον, αλλά δέχτηκε να την πάει στο σπίτι του, όταν έμαθε (δήθεν τυχαία) πως εκεί υπάρχει υπόγειο και σοφίτα, δύο χώροι που οι ιδιοκτήτες έβαζαν ό,τι θεωρητικά δεν ήθελαν. Ποιος ξέρει τι θα έβρισκε εκεί; Έτσι, πήγε μαζί με τον Κάρσον στο υπόγειο. Τον έπεισε να ψάξουν μαζί, «για την περιέργεια, και μόνο», όπως του είπε, παρακάμπτοντας την εμφανή δυσαρέσκειά του για την κατάσταση που επικρατούσε σε αυτούς τους χώρους. Πριν περάσουν λίγα λεπτά, η Φλο βρέθηκε καταπλακωμένη από άχρηστα και βρόμικα πράγματα. Ο Κάρσον τη βοήθησε να σηκωθεί και τη συνόδευσε στα ξύλινα σκαλιά, αλλά πριν τα ανεβούν όλα, η σκάλα κατέρρευσε και αναγκάστηκαν να φωνάζουν για ώρα, μέχρι να ξυπνήσουν οι υπηρέτες και τους απεγκλωβίσουν. Κι αυτή η ώρα που έμειναν εκεί κάτω μόνο ευχάριστα δεν πέρασε, καθότι τους είχε καρφωθεί η ιδέα ότι κάτι κινούνταν ανάμεσα στα σκουπίδια.
-Η Κόνι φοβόταν να στέκεται κοντά στην άκρη ψηλών κτιρίων, αλλά αυτός ο φόβος της την εξήπτε κιόλας. Οπότε, όταν ήρθαν με τον Κάρσον στο αρχοντικό, του ζήτησε να πάνε στον τρίτο όροφο. Εκείνος δεν είχε πρόβλημα με αυτό. Η Κόνι έπραξε όπως ήθελε, κοίταξε κάτω από το μπαλκόνι ενός δωματίου του τρίτου ορόφου, νιώθοντας να ζαλίζεται, αλλά και με κάποια (παράξενη για τον Κάρσον) χαρά. «Έλα να δεις κι εσύ» του είπε, ενθουσιασμένη. Ο Κάρσον την πλησίασε με το ποτήρι του γεμάτο κρασί. Όμως, πριν φτάσει στα κάγκελα, το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια του και έγινε κομμάτια στο μπαλκόνι, γεμίζοντας γυαλιά και κρασί το πάτωμα γύρω από τα πόδια της Κόνι. Έκανε να της πει να προσέξει, όμως εκείνη μετακινήθηκε, περπάτησε, γλίστρησε και έπεσε προς τα πίσω. Ο κορμός του σώματός της πέρασε πάνω από τα κάγκελα, αλλά, πριν βρεθεί ολόκληρη στο κενό, ο Κάρσον την άρπαξε και την έφερε στην ασφάλεια της αγκαλιάς του. Όμως, αυτή, παρότι αρχικά ένιωσε θέρμη για εκείνον, έφυγε από κοντά του τρέχοντας, όταν της φάνηκε πως στη σοφίτα είδε τη σκοτεινή φιγούρας μιας γυναίκας να την κοιτάζει με μίσος.
-Η Χάριετ ήθελε να δει το στάβλο με τα άλογα και ο Κάρσον συμφώνησε μαζί της, σκεπτόμενος πως όλα τα άλογα που είχαν ήταν ήμερα. Όμως, εντέλει, αποδείχτηκε μεγάλο λάθος, γιατί εκείνο το βράδυ η Χάριετ και ο Κάρσον αναγκάστηκαν να τρέξουν, για να σωθούν από τα ζώα που με κάποιον τρόπο είχαν βρεθεί ελεύθερα και πολύ θυμωμένα μαζί τους.
-Η Ελέιν ήταν η τελευταία κοπέλα που ο Κάρσον έφερε στο αρχοντικό. Η εν λόγω κυρία ήθελε να πίνει όπου πήγαινε, κάτι που την είχε βάλει πάμπολλες φορές σε μπελάδες, αλλά δίχως να συνετιστεί ποτέ. Ο Κάρσον και εκείνη μέθυσαν πίνοντας το ένα ποτήρι κρασί μετά το άλλο (είχε φροντίσει να ζητήσει από τους υπηρέτες να του αφήσουν δυο μπουκάλια στο δωμάτιό του). Εκείνος, με θολωμένο μυαλό, της ανέφερε όλα τα περιστατικά που είχαν συμβεί από τότε που πέθανε η γυναίκα του και η Ελέιν, εξίσου μεθυσμένη, του είπε ότι το πνεύμα της νεκρής στοίχειωνε τούτο το σπίτι και προφανώς ήθελε δικό της τον Κάρσον, επ’ αόριστον. Ο Κάρσον γέλασε αρχικά, όμως σταδιακά, ενώ η Ελέιν έχανε κάθε επαφή με την πραγματικότητα, σοβάρεψε και αναρωτήθηκε κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό. Τότε άκουσε ξανά το κρώξιμο που τόσο τον εκνεύριζε και κατάλαβε πως πρώτον, το κοράκι ήταν μέσα στο σπίτι (και μάλιστα στη σοφίτα, όπου δεν είχαν ψάξει ποτέ), και δεύτερον, η μεθυσμένη γυναίκα είχε δίκιο. Συνδυάζοντας τα αλλόκοτα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα εδώ μέσα με τις φήμες για το Έπινγκ, ο Κάρσον συμπέρανε πως η Μπέτσι, ή η ψυχή της, είχε μείνει πίσω, με κάποιον τρόπο που εκείνος αδυνατούσε να καταλάβει. Την επόμενη στιγμή, ο Κάρσον σήκωσε όπως-όπως την Ελέιν, λέγοντάς της ότι έπρεπε να φύγει. Εκείνη αντιστάθηκε και εκείνος της αγρίεψε, δίχως να την μεταπείθει, όμως. Τελικά, χρειάστηκε ξανά να αναλάβει (το σπίτι; ένα φάντασμα; η Μπέτσι;) ό,τι ήταν αυτό που έλεγχε όσα υπερφυσικά συνέβαιναν εδώ: η Ελέιν ξεμέθυσε αμέσως, ένιωσε το κρύο να την κυριεύει και όταν είδε τα δύο γυάλινα μπουκάλια που είχαν καταναλώσει να ίπτανται και να έρχονται κατά πάνω της, έφυγε και χάθηκε στο σκοτεινό δάσος.

Ο Κάρσον, το ίδιο βράδυ που η Ελέιν εξαφανίστηκε από το σπίτι του, πήγε στην τουαλέτα, έπλυνε το πρόσωπό του με παγωμένο νερό, ατένισε το ρυτιδιασμένο και αξύριστο πρόσωπό του στον καθρέφτη και έφυγε για τη σοφίτα, παίρνοντας μαζί του ένα αναμμένο φανάρι. Ανέβηκε τα σχεδόν σαπισμένα σκαλιά και ξεκλείδωσε την καταπακτή. Απαίσια μπόχα και υγρός παγερός αέρας τον υποδέχτηκαν, αλλά ο Κάρσον, παρότι φοβισμένος, δεν έκανε πίσω. Μπήκε στη σοφίτα και φώτισε το χώρο γύρω του. Όπως και στο υπόγειο, έτσι και εδώ υπήρχαν ένα σωρό παλιά πράγματα, κοριτσίστικα παιχνίδια ως επί το πλείστον, γεμάτα σκόνη και ιστούς αραχνών. Έντομα περπατούσαν στο βρόμικο δάπεδο, αλλά ο Κάρσον τα αγνόησε.

«Είσαι εδώ;» ρώτησε. «Μπέτσι; Εδώ πάνω είσαι, το ξέρω. Φανερώσου, λοιπόν. Ας τελειώνουμε με αυτή την ιστορία».
Άκουσε ένα κρώξιμο, σαν απάντηση.

Κούνησε το φανάρι, για να δει κι άλλα σημεία της σοφίτας.
«Πού κρύβεσαι, Μπέτσι; Πού κρύβεσαι, π’ ανάθεμά σε; Γιατί δεν μ’ αφήνεις στην ησυχία μου πια; Πέθανες. Πώς γίνεται να… να με τυραννάς;». Στραβοκατάπιε. «Δεν έφταιγα εγώ, και το ξέρουμε και οι δύο. Αρρώστησες και πέθανες. Ούτε οι γιατροί δεν μπορούσαν να σε βοηθήσουν, τι περισσότερο θα μπορούσα να είχα κάνει εγώ;»
Κι άλλο κρώξιμο. Αλλά άφαντο το κοράκι.
«Έλα τώρα, αχάριστη γυναίκα. Βγες να κοιταχτούμε. Αυτό δεν θες, άλλωστε; Να με έχεις μόνο για εσένα;»
Κι άλλο κρώξιμο.
Ή μήπως μια ανθρώπινη λαλιά;

Ο Κάρσον κλότσησε μερικά παιχνίδια, εξαπολύοντας ένα σύννεφο σκόνης και φασαρία.
Του φάνηκε πως έπιασε μερικές λέξεις: Φταις… Τιμωρία… Ποτέ…
«Τι μου λες, αγάπη μου;» ρώτησε ο Κάρσον με προσποιητή καλοσύνη. «Δεν σε καταλαβαίνω».
Φταις… Κάρσον… Αγάπησες… Και… μου… Εσύ…
«Εγώ; Τι εγώ;» είπε εκείνος, καθώς πλησίασε προς το κλειστό παράθυρο.
«Εσύ δεν θα ευτυχήσεις ποτέ!»

Ο Κάρσον έβγαλε ένα αγκομαχητό, καθώς η φωνή ακούστηκε καθαρά. Πάτησε ένα συμπαγές αντικείμενο, γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα. Βόγκηξε από πόνο, ενώ το φανάρι του βρέθηκε λίγα μέτρα μακριά του.
«Να πάρει!» έβρισε. «Να πάρει ο Διάβολος, Μπέτσι! Πού είσαι;»
Κρώξιμο.
«Εδώ είμαι, αγάπη μου».
Κι άλλο κρώξιμο.
«Εδώ είμαι. Για εσένα, είμαι εδώ».
Ένα τρίτο κρώξιμο.

Ο Κάρσον εστίασε στο παράθυρο.
Μια ανθρώπινη σκιά, με φόρεμα, στεκόταν εκεί. Χωρίς ευδιάκριτα χαρακτηριστικά, όμως. Ήταν σαν να είχε ενδυθεί το σκοτάδι.
«Μπέτσι;» ψέλλισε ο Κάρσον.
Για μια στιγμή, δεν έγινε τίποτα.
Ύστερα, η σκιά κούνησε τα χέρια της.
Ένα κρώξιμο.
Και μια φωνή: «Φταις, Κάρσον. Δεν ήσουν κοντά μου. Δεν με αγάπησες ποτέ. Και η τιμωρία μου είναι να μην ευτυχήσεις εσύ. Εσύ δεν θα ευτυχήσεις ποτέ! Ποτέ, αγαπημένε μου!»
Ο Κάρσον είδε τη σκιά να φτερουγίζει εναντίον του.

Τον νεκρό τον βρήκε ένας από τους υπηρέτες. Του είχαν αφαιρεθεί τα μάτια, ενώ έλειπε η καρδιά του. Η αστυνομία και ένας γιατρός ήρθαν και επιβεβαίωσαν ότι είναι νεκρός. Τα μέλη του προσωπικού ανακρίθηκαν, όπως και κάποιοι συγγενείς και φίλοι της Μπέτσι, αλλά αθωώθηκαν όλοι οι ύποπτοι.

Τον Κάρσον τον έθαψαν οι ίδιοι εργάτες που είχαν θάψει την Μπέτσι. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και παράδοξα ζεστή για την εποχή. Κανείς δεν έκλαψε για τον Κάρσον, ούτε χρειάστηκε κάποιος να προσποιηθεί ότι λυπήθηκε που ο Κάρσον πέθανε, γιατί κανείς (συγγενής ή φίλος ή έστω γνωστός) δεν ήρθε στην κηδεία. Μόνο ένα κοράκι ήρθε, που δεν έβγαλε ούτε μιλιά, μέχρι να ολοκληρωθεί η ταφή και το φέρετρο να σκεπαστεί με χώμα ολοκληρωτικά. Ύστερα, το κοράκι πέταξε, χάθηκε, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.

Το προσωπικό έφυγε από το αρχοντικό, αφήνοντάς το καθαρό, τακτοποιημένο και εκτεθειμένο στις ορέξεις των συγγενών της Μπέτσι, που άρχισαν τις μεταξύ τους διαμάχες για αυτό (και ό,τι άλλη περιουσία είχε η νεκρή γυναίκα).
Όμως, και οι υπηρέτες (καθώς έφευγαν, και αφού αποφάσισαν ότι είχαν κάνει λάθος στην αρχική τους εκτίμηση), και οι συγγενείς της Μπέτσι (όταν ήρθαν όλοι μαζί να δουν ξανά το σπίτι), συμφώνησαν σε ένα πράγμα: υπήρχε κάτι περίεργο σε αυτό, αν και δυσκολεύονταν να το εντοπίσουν. Ίσως έφταιγε η ιστορία του δάσους Έπινγκ ή το ότι πουλιά έκρωζαν αδιαλείπτως κοντά στο αρχοντικό, αλλά, ό,τι και να ίσχυε, το σίγουρο ήταν πως κανένας τους δεν ήθελε να μείνει σε αυτό το σπίτι.

Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Ντέλφα Μακντόναλντ γεννήθηκε το 1870 στο Δυτικό Λονδίνο. Είχε δύσκολη παιδική ηλικία, μεγαλώνοντας σε τρεις διαφορετικές οικογένειες, τις οποίες δεν θυμάται πια. Ζει με τον σύζυγό της και τα δυο παιδιά τους στο Σάρρεϋ και γράφει μικρές ιστορίες που «πηγάζουν από την ψυχή της», όπως λέει και η ίδια.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading