– Μην αργήσεις να έρθεις πάλι! Α και μην ξεχάσεις να φέρεις ό,τι μπορείς από το σπίτι σου, θα πάμε κάπου το μεσημέρι!, είπε η μία φίλη στην άλλη.
– Εντάξει, αλλά δεν θα μου πεις πού θα πάμε σήμερα;
– Όχι, θα είναι έκπληξη!
– Όλο εκπλήξεις είσαι εσύ!
Αυτός ήταν ένας συνηθισμένος διάλογος ανάμεσα στην Βίκυ και την Δέσποινα, δύο φίλες που είχαν μια διαφορά ηλικίας δέκα χρόνων, έμεναν σε διαφορετικές περιοχές, αλλά ένα από τα κοινά που μοιράζονταν ήταν η αγάπη για τους ανθρώπους, για τα ζώα, για όσους υποφέρουν. Φιλάνθρωποι υπάρχουν πολλοί, ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί και εκείνες έκαναν το ελάχιστο, έτσι πίστευαν τότε.
Η Δέσποινα άνοιξε το ντουλάπι, πήρε μία τσάντα και την γέμισε με διάφορα τρόφιμα. Μετά ετοιμάστηκε και έριξε μία τελευταία ματιά στον καθρέπτη, αν το σκουλαρίκι ταίριαζε με τα ρούχα και το κραγιόν. Μέτραγε είκοσι μόνο χρόνια και εκείνη την εποχή λογικό ήταν να την ενδιαφέρει η εμφάνισή της. Μελαχρινή με καστανά μάτια, ψηλή, θα την έβρισκες και όμορφη κάποιες φορές. Όταν τελείωσε η επιθεώρηση, πήρε τα πράγματά της και την σακούλα φυσικά και κάλεσε ένα ταξί για να πάει στην φίλη της στον Πειραιά. Η διαδρομή Καλαμάκι-Πειραιάς της ήταν τόσο οικεία, το πέρασμα από την παραλιακή με την θάλασσα ήταν το ηρεμιστικό της. Στην μισή ώρα που κράταγε, πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της και κυρίως ‘Εκείνος’. Ποιος ήταν αυτός; Ο μεγάλος έρωτας της ζωής της, που την παράτησε ένα βράδυ χωρίς καμία εξήγηση, να της πει ευθέως “κοίτα κορίτσι μου, δεν πάει άλλο, πνίγομαι!”. Μάταια προσπάθησε να τον βρει, να της πει μία κουβέντα, έστω και ένα ψέμα. Τίποτα, σιωπή. Εκείνη τους πρώτους μήνες δεν έβγαινε από το σπίτι, ζούσε τον εφιάλτης της, κάθε βράδυ έμενε ξάγρυπνη μήπως ακούσει την μηχανή του αυτοκινήτου του να περνάει έξω από το σπίτι της. Είχε χάσει οκτώ κιλά, είχε μείνει η σκιά του εαυτού της. Ευτυχώς στην ζωή της ήρθε η Βίκυ, μία κοπέλα στα τριάντα, ξανθιά, κοντή, πικάντικη, που είχε εμπειρίες στην ζωή, ήταν ό,τι έπρεπε για να την βοηθήσει να ξεπεράσει την πίκρα της. Όταν έφτασε στο σπίτι της, χτύπησε το κουδούνι με χαρά, η πόρτα άνοιξε και τρεις γάτες την υποδέχτηκαν τρίβοντας τα τριχωτά κορμιά τους στα πόδια της. Ευτυχώς είχε προνοήσει να φορέσει παντελόνι, γιατί αν φορούσε φούστα, θα έκλαιγε το εκατοστό καλτσόν που θα είχε πέσει θύμα των γατίσιων χαδιών.
– Ήρθες επιτέλους! Άντε βοήθησέ με να βάλουμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο!, είπε η Βίκυ φουριόζα όπως πάντα
– Σιγά καλέ, δεν θα πιώ κανένα καφεδάκι; Μα δεν μου είπες, πού πάμε;
– Θα δεις, λίγο υπομονή. Να, πάρε αυτές τις τσαντούλες μαζί με τις δικές σου και φύγαμε.
– Τι εννοείς ‘τσαντούλες’; Αυτές είναι ασήκωτες! Τι έχεις μέσα;
– Ένα, δύο γάλατα, λίγο τυρί… ξέρεις εσύ τώρα…
Ήξερε η Δέσποινα ή μάλλον είδε με τα μάτια της. Μέτρησε στα γρήγορα δέκα γάλατα, φέτα, τυρί για τοστ, αυγά, βούτυρο, μαρμελάδες…
Αφού φόρτωσαν το αυτοκίνητο, μπήκαν μέσα και κατευθύνθηκαν για την Αμφιάλη, όχι μακριά από το σπίτι.
– Άκου τώρα μία ιστορία, θα στεναχωρηθείς λίγο… και άρχισε την αφήγηση.
Η Δέσποινα παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή, χωρίς να ακούγεται η ανάσα της.
– Ο κύριος Πέτρος είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος, όλο με το χαμόγελο στα χείλη. Ναυτικός στο επάγγελμα, μάγειρας σε ένα μεγάλο καράβι, μην με ρωτήσεις τι είδους, δεν ξέρω να σου πω. Παντρεμένος με ένα παιδί, αγόρι του δημοτικού, τον Γιωργάκη, μένει σε ένα παλιό σπίτι με αυλή κάπου στην Αμφιάλη. Πριν ένα χρόνο είχε ένα τραγικό ατύχημα. Κατέβηκε στα ψυγεία και κατά λάθος έκλεισε η πόρτα. Έμεινε πολλές ώρες κλεισμένος μέσα, μέχρι να αντιληφθούν την απουσία του. Όταν άνοιξαν την πόρτα, τον βρήκαν εννοείται παγωμένο, σε λιπόθυμη κατάσταση. Το αποτέλεσμα; Να μείνει παράλυτος από την μέση και κάτω. Αλλά το τραγικό δεν είναι αυτό. Τους παράτησε η γυναίκα του, δεν μπόρεσε να αντέξει ούτε την παράλυση, ούτε την ανέχεια, ούτε την φτώχια. Εκεί πάμε σήμερα, μέρες που έρχονται γιορτινές, να δώσουμε λίγη χαρά. Αυτά αγαπημένη μου!
Η Δέσποινα δεν έβρισκε λόγια, τι να πει; Για την μοίρα που χτύπησε αυτόν τον άνθρωπο που είχε την δουλειά του και ζούσε την οικογένειά του με αξιοπρέπεια, για το αγοράκι που κουβάλαγε στην πλάτη τον πατέρα και ένα σπίτι ολάκερο ή για την μάνα, την απελπισμένη, ποιος ξέρει τι θα πέρασε από το μυαλό της και τους άφησε.
Στην διαδρομή συνάντησαν ένα μαγαζί με παιχνίδια, “σταμάτα λίγο εδώ να πάρουμε και κανένα παιχνίδι”. Όταν γύρισε στο αυτοκίνητο, η τσάντα είχε δύο τρία παιχνίδια και μία Μονόπολη, το αγαπημένο της, να παίζουν μαζί πατέρας και γιος. Όταν έφτασαν στο σπίτι, ένα παλιό προσφυγικό με αυλή, με τα τετράγωνα ασπρόμαυρα πλακάκια και την σιδερένια πόρτα με σκαλίσματα στο χρώμα του πράσινου, ξεθωριασμένο από τον ήλιο, την έπιασε μία θλίψη. Από μακριά φαινόταν η εγκατάλειψη, οι γλάστρες που κάποτε στόλιζαν τον χώρο είχαν μείνει ορφανές από λουλούδια σαν το αγόρι του σπιτιού. Η Βίκυ χτύπησε το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε και ένα πανέμορφο, γλυκύτατο παλικαράκι εμφανίστηκε. Φορούσε μία μπλε φόρμα και ένα μπλε πουλόβερ, τα μαλλιά του ξανθά και τα μάτια γαλανά σαν της θάλασσας. Ένα τεράστιο χαμόγελο φάνηκε στο προσωπάκι του, ήταν ήδη η ώρα του φαγητού. Πίσω από το αγόρι φάνηκε η αναπηρική καρέκλα με τον Πέτρο να παρακολουθεί και αυτός με χαρά, σαν να ερχόταν ο Μεσσίας στο σπίτι τους. Οι δύο γυναίκες μπήκαν φορτωμένες με τις τσάντες. Ο μικρός τις βοήθησε να τις ακουμπήσουν στην κουζίνα. Μικρή ήταν, με παλιά έπιπλα, αλλά καθαρότατη, όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Ο νεροχύτης μαρμάρινος, τα ντουλάπια σε ένα μπεζ ξεθωριασμένο χρώμα, τα πλακάκια και αυτά τετράγωνα στο μπεζ – μαύρο. Η κουζίνα με γκάζι και το ψυγείο μικρό ίσα που χώραγε λίγα τρόφιμα. Όταν ο Γιωργάκης είδε τόσα τρόφιμα απλωμένα στον πάγκο, φώναξε με χαρά στον πατέρα του “Έλα να δεις πόσα πράγματα έχουμε τώρα! Είδες που ανησυχούσες;”.
Δεν υπάρχουν λόγια για την χαρά που φάνηκε στα πρόσωπα όλων! Η Δέσποινα ξέχασε τον πόνο της, τι ήταν πιο σπουδαίο, ένας χαμένος έρωτας ή ένας δυστυχής άνθρωπος να χαρεί τέτοιες μέρες; Ο μικρός τους οδήγησε στο δωμάτιό του να τους δείξει τα τετράδιά του. Καθαρογραμμένα, όλα στην εντέλεια και φυσικά τα δεκάρια, το ένα πίσω από το άλλο, με κόκκινο στυλό και τα μπράβο να διακρίνονταν σε όλες τις σελίδες. Μετά πέρασαν στο σαλόνι και ο πατέρας αφού τους ευχαρίστησε, άρχισε τις ερωτήσεις, πώς έμαθαν για την περιπέτειά του, την αναπηρία του, την ατυχία του. Μία βόλτα στην λαϊκή ήταν αρκετή για να μάθει κανείς τα νέα της γειτονιάς και της ευρύτερης ζώνης, τελικά το κουτσομπολιό κάνει και θαύματα κάποιες φορές.
Η Βίκυ ρώτησε τον μικρό τι θα ήθελε να σπουδάσει όταν μεγαλώσει “γιατρός θέλω να γίνω, να κάνω καλά τον πατέρα μου”, ήταν η απάντηση. Μα τι άλλο θα μπορούσε να ονειρευτεί ένα παιδί στην θέση του; Η μία κουβέντα έφερε την άλλη, ο Πέτρος άνοιξε την καρδιά του, δεν κράταγε κακία σε κανέναν, υπονοώντας ότι καταλάβαινε την γυναίκα του, την είχε καλομάθει τόσα χρόνια, της έστελνε όλον τον μισθό του, να μην ξενοδουλεύει και κουράζεται και όταν αυτά χάθηκαν, άλλαξε και αυτή. Ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει. Και ούτε μία κακιά κουβέντα δεν βγήκε από το στόμα του, τι φταίει το παιδί να ακούει άσχημα πράγματα για την μάνα του; Ένα παιδί σαν τον Γιωργάκη, του άξιζαν τα καλύτερα, για αυτό ακόμη και στην κατάστασή του πάλευε να τον κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο έστω και με τα λίγα. Ο μικρός φρόντιζε τον πατέρα του και η ψυχή του μάτωνε χωρίς την αγκαλιά της μάνας, αλλά ήταν ευχαριστημένος γιατί υπήρχε ακόμη αγάπη μέσα στο σπίτι, ο Θεός δεν τους είχε αφήσει.
Όταν οι δύο γυναίκες έφυγαν, ο μικρός στάθηκε πίσω από την σιδερένια πόρτα, σήκωσε το χέρι του και τις χαιρέτησε σηκώνοντας το χεράκι του, το χαμόγελο δεν έλεγε να σβήσει από τα χείλια του.
Τα χρόνια πέρασαν και ο μικρός τα κατάφερε και έγινε ένας σπουδαίος γιατρός. Δεν μπόρεσε να γιατρέψει τον πατέρα του, όμως ήταν εκεί στις τελευταίες στιγμές του, απαλύνοντας τον πόνο του με την φροντίδα του. Στην κηδεία του λίγοι άνθρωποι βρέθηκαν, η Βίκυ και η Δέσποινα μεγάλες πια, έδωσαν το παρόν. Μία βόλτα στην λαϊκή ήταν αρκετή για να μάθουν τα νέα. Το σπίτι είναι ακόμη εκεί, με την κεραμιδένια σκεπή μισογκρεμισμένη, την σιδερένια πόρτα με τα σκαλίσματα και το χερούλι να περιμένει να την ανοίξει κάποιος ή κάποια μητέρα που έφυγε πριν πολλά χρόνια.
Δήμητρα Καμπόλη
