“Θέλω να σε βοηθήσω, να βρεις δουλειά σε αυτό που αγαπάς”. Η Σταυρούλα άρχισε πια να φοβάται, μα δεν θα του έκανε τη χάρη να του το δείξει. Άλλωστε, πίσω από ένα πληκτρολόγιο μπορείς να είσαι ό,τι και όποιος θέλεις. Θα τον αντιμετώπιζε λοιπόν, με θάρρος και θράσος, όμοια με τα δικά του.
“Είσαι ο Ρομπέν των δικηγόρων;”
“Μου αρέσουν οι άνθρωποι με χιούμορ”
“Εμένα πάλι μου αρέσουν οι άνθρωποι με ονοματεπώνυμο και αληθινές φωτογραφίες, να ξέρω με ποιον μιλάω”
“Ο Παντελής Ζερβός, που σου θυμίζει τον παππού σου, νόμιζα θα σου αρέσει πιο πολύ”
Η Σταυρούλα πανικοβλήθηκε. Ποιος ήταν αυτός που ήξερε τόσα, πολύ προσωπικά, για εκείνη; Χίλιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της. Κάποιος της έκανε πλάκα; Κάποιος την έβαλε στο μάτι; Μα γιατί; Δεν είχε πειράξει ποτέ κανέναν.
Άρχισε να στέλνει μηνύματα στις φίλες της, στην συγκάτοικό της, την Κική από τον παιδότοπο, μήπως κρυβόταν κάποια από αυτές πίσω από τον ΚριςΑς που εδώ και λίγη ώρα την βομβάρδιζε με πληροφορίες που της προκάλεσαν ανησυχία. Όλες υπόσχονταν πως δεν είχαν ιδέα. Ενδιάμεσα στους διαλόγους με την Κική, που την συμβούλευε να μην απαντήσει άλλο και να κάνει αναφορά, ο άγνωστος ξανά χτύπησε.
“Το σκέφτεσαι και δεν απαντάς; Αναρωτιέσαι πώς γίνεται να ξέρω τόσα για σένα ε;”
“Αναρωτιέμαι πόσο τίποτας είσαι που δεν έχεις τα κότσια να βάλεις όνομα και φωτογραφία; Φοβάσαι κάτι;”
“Στην αντεπίθεση! Αυτή είναι η Σταυρούλα που θαυμάζω!”
“Α ναι; Με θαυμάζεις κιόλας; Με τούμπαρες τώρα, μη το συζητάς!”
“Δεν σου πάει η ειρωνία. Εσύ είσαι δυναμική και υπέροχη”
“Και έξαλλη θα είμαι σε λίγο, αν δεν μου πεις ποιος είσαι”
“Θα μάθεις σύντομα. Μη ξεχάσεις να πας στα δικηγορικά γραφεία, είμαι σίγουρος ότι θα τους εντυπωσιάσεις. Καλό σου βράδυ”
Η Σταυρούλα δεν απάντησε, σηκώθηκε από τον καναπέ, περπατούσε πάνω κάτω στο σαλόνι, ξανακάθισε στον καναπέ, ξαναδιάβασε τον διάλογο και άκρη δεν έβγαζε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το αναφέρει στον Θάνο ή όχι. Και πού ήταν πια κι αυτός! Είχε πάει έντεκα και μισή το βράδυ. Η απογοήτευσή της από τον Θάνο ήταν μεγαλύτερη από το σοκ της τελευταίας ώρας με τον παρανοϊκό στο μέσεντζερ. Ο Θάνος, ήταν πια ξεκάθαρο, ότι δεν θυμήθηκε την επέτειό τους, ούτε ετοίμασε κάποια έκπληξη όπως παραμύθιαζε όλη μέρα τον εαυτό της. Έβγαλε τα ρούχα και τα τακούνια που τα φορούσε τόση ώρα σα τη χαζή, έβαλε τις φορμούλες της να νιώσει άνετα, άφησε το τραπέζι με τα κεριά που δεν άναψαν ποτέ, τα ροδοπέταλα από δύο κόκκινα τριαντάφυλλα που τσουρομάδησε για ντεκόρ, τα κολονάτα ποτήρια που περίμεναν το κρασί που είχε στο ψυγείο, κι έφυγε. Δεν είχε το κουράγιο και κυρίως την όρεξη να τον δει. Αν έμενε, ίσως έλεγε πάνω στα νεύρα της, λόγια, που μετά να μετάνιωνε.
Πήρε το μηχανάκι της και έκανε βόλτες, να την αναζωογονήσει το καλοκαιρινό αεράκι. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο Θάνος την άφησε μόνη εκείνη τη μέρα, χωρίς καν να το θυμηθεί. Όταν άκουσε το κινητό της να χτυπάει λίγη ώρα μετά, κατάλαβε. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και η γνωστή φωτογραφία με τους δύο τους αγκαλιά, εμφανίστηκε. Το δάχτυλό της, αιωρούνταν πάνω από το κόκκινο κυκλάκι, να του το κλείσει στα μούτρα, μα δεν το έκανε. Απλά δεν το σήκωσε. Αμέσως, δέχτηκε και δεύτερη κλήση.
– Τι θέλεις Θάνο;
– Ρε μωρό μου, είμαι αδικαιολόγητος. Συγγνώμη, χίλιες φορές συγγνώμη. Ήταν δύσκολη η μέρα στη δουλειά ρε μωρό! Ξεχάστηκα.
– Δικαιολογίες!
– Γιατί έφυγες; Έλα πίσω, να γιορτάσουμε την επέτειό μας, στο τέλειο τραπέζι που διακόσμησες, σε παρακαλώ!
– Πέρασε η επέτειος, είναι μετά τις δώδεκα!
– Έλα ρε μωρό μου, δεν αξίζω μια δεύτερη ευκαιρία;
Του την έδωσε την ευκαιρία. Γύρισε, αφήνοντας πίσω της την πικρία. Πέρασαν μια υπέροχη νύχτα, γεμάτη έρωτα. Γυμνή στην αγκαλιά του τα ξέχασε όλα, ότι δεν θυμήθηκε την επέτειο, ότι την άφησε μόνη και σημαιοστολισμένη να ξεροσταλιάζει περιμένοντάς τον, ότι ούτε την μέρα που έκλειναν ένα χρόνο σαν ζευγάρι, της είπε το πολυπόθητο σ’ αγαπώ, ότι κάποιος ψυχασθενής την είχε τρομοκρατήσει.
Την επόμενη μέρα, εκείνη είχε απογευματινή βάρδια στον παιδότοπο και δεν συνόδευσε τον Θάνο. Πήρε το μηχανάκι και πήγε στα δύο δικηγορικά γραφεία που της είχε στείλει ο άγνωστος του μέσεντζερ, χωρίς να είναι σίγουρη αν ίσχυε ότι ψάχνουν άτομο και κυρίως χωρίς να είναι σίγουρη αν έπρεπε να ακολουθήσει τις υποδείξεις του. Ήθελε όμως, τόσο πολύ μια δουλειά όπου θα αξιοποιούσε το πτυχίο της, που όλα τα άλλα ήταν μικρότερης σημασίας. Τα σχόλια που έλαβε ήταν θετικά. Το μόνο που είχε να κάνει, να περιμένει να την ειδοποιήσουν. Γύρισε στο σπίτι και πριν προλάβει να βγάλει τα παπούτσια της, άκουσε τον ήχο του μηνύματος.
“Καλημέρα. Πήγες; Άφησες βιογραφικό;”
“Πήγα, όπως κάνω σε όλα τα δικηγορικά γραφεία, τόσο καιρό”
“Δεν θα σου ζητούσα να με ευχαριστήσεις! Το καλό σου θέλω”
“Δε νομίζεις ότι παρατράβηξε το αστείο;”
“Δεν πρόκειται για αστείο. Θα καταλάβεις με τον καιρό”
“Α σκοπεύεις πολύ καιρό να κρύβεσαι πίσω από το πληκτρολόγιο;”
“Δεν κρύβομαι. Συστήνομαι, σιγά σιγά!”
“Και ο λόγος που γίνεται αυτό;”
“Εσύ να έχεις κατά νου ότι κάπου κοντά σου, υπάρχει ένας θαυμαστής σου”
Δεν απάντησε η Σταυρούλα. Αιφνιδιάστηκε, δεν ήξερε τι να πει. Δεν συνέχισε την συζήτηση ούτε ο ΚριςΑς. Της έδωσε χρόνο να το επεξεργαστεί.
Όλη μέρα ήταν αφηρημένη και δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Θάνο. Όταν έκλειναν τον παιδότοπο, την ρώτησε αν συμβαίνει κάτι κι εκείνη του είπε την αλήθεια της.
– Νιώθω κάπως πιεσμένη!
– Έλα ρε μωρό μου, νόμιζα το λύσαμε το χθεσινό!
– Δεν αναφέρομαι σε αυτό μόνο. Θέλεις να πάμε μια βόλτα με το μηχανάκι να μας φυσήξει ο αέρας;
– Άσε με ρε Σταυρούλα, που θα ανέβω στο παπάκι σαν τρελοέφηβος.
– Μόνο οι τρελοέφηβοι ανεβαίνουν στο μηχανάκι;
– Όρεξη έχεις μου φαίνεται! Όλη μέρα στη δουλειά, το κεφάλι μου καζάνι. Αν θες πάμε δίπλα στο μπαράκι για μπυρίτσα.
– Όλο εκεί πάμε! Τόσο καιρό σε παρακαλάω να κάνουμε μια βόλτα με το μηχανάκι και αρνείσαι.
– Εγώ φεύγω, πάω σπίτι! Όταν ηρεμήσεις και σταματήσεις την μίρλα, έλα!
Μπήκε στο αμάξι κι έφυγε, έτσι απλά! Όχι μόνο δεν προσπάθησε να την πλησιάσει, να την καταλάβει, την κατηγόρησε κι άδικα για μίρλα! Για άλλη μια φορά την άδειασε. Ένιωσε όπως και χθες βράδυ, εκείνη την αδιόρατη αίσθηση μοναξιάς που δυστυχώς, είχε τρυπώσει μέσα της κι άλλες στιγμές μέσα σε αυτόν τον χρόνο σχέσης, αλλά την έδιωχνε, την βάφτιζε κακή διάθεση. Δεν θα έτρεχε πίσω του! Ήταν απαράδεκτος. Ανέβηκε στο μηχανάκι της και πήρε τον δρόμο για τον λοφίσκο προς την περιοχή του σπιτιού της, που αποτελούσε το ησυχαστήριό της όλα αυτά τα χρόνια που σπούδαζε σε αυτή τη πόλη και που τον τελευταίο χρόνο είχε επισκεφτεί ελάχιστες φορές, αφού αφιέρωνε τον χρόνο της στον Θάνο κι εκείνος δεν την συνόδευσε ποτέ κι ας του το πρότεινε πολλές φορές. Άφησε τα δάκρυα να τα παίρνει ο αέρας και απολάμβανε τη διαδρομή. Όταν έφτασε, έκατσε στο αγαπημένο της παγκάκι κι αγνάντευε τα φώτα της πόλης. Έπιασε το κινητό για να πάρει την συγκάτοικό της, να της πει όσα έγιναν, αλλά την πρόλαβε ο ήχος του μηνύματος.
“Ενοχλώ;”
Ήθελε να του γράψει, “εσύ μας έλειπες”, αλλά δεν το έκανε. Είχε όρεξη να μιλήσει με κάποιον.
“Όχι”
“Τι κάνεις;”
“Κάθομαι σε ένα παγκάκι κι αφουγκράζομαι την πόλη”
“Μόνη;”
“Μόνη”
“Αν ήμουν στη θέση του Θάνου δεν θα σε άφηνα μόνη”
” ……..”
“Με συγχωρείς, σε έφερα σε δύσκολη θέση. Μα δεν μπορώ να διανοηθώ, ότι μια γυναίκα σαν εσένα χαραμίζεται με αυτόν.
“Μια γυναίκα σαν εμένα;”
“Ξέρω πολλά περισσότερα πράγματα για σένα από ό,τι ο Θάνος, πίστεψέ με”
“Αυτό με τον Παντελή Ζερβό, δεν το ξέρουν πολλοί άνθρωποι. Ποιος μπορεί να σου δίνει πληροφορίες για μένα;”
“Όταν θέλω κάτι πολύ, δεν υπάρχει περίπτωση να μη το καταφέρω, είμαι πεισματάρης”
“Και δηλαδή εγώ ανήκω σε αυτά που θέλεις;”
“Εσύ είσαι όλα όσα θέλω”
“Γιατί δεν μου λες ποιος είσαι;”
“Θα γίνει κι αυτό”
“Είναι άδικο εσύ να ξέρεις τόσα για μένα όπως λες κι εγώ να μη ξέρω τίποτα”
“Είναι ακόμα πιο άδικο, να είμαι συχνά κοντά σου, να σε βλέπω, να σε μυρίζω, να ακούω την φωνή σου και να μην είσαι δική μου”
“Αλήθεια τώρα; Σε παρακαλώ, πες μου ποιος είσαι”
“Δεν είπαμε, είμαι ο θαυμαστής σου! Όχι μόνο της εξωτερικής σου εμφάνισης, που είναι φανερή σε όλους. Εγώ θαυμάζω όλα όσα είσαι, όλα όσα νιώθεις! Κι αυτός που σε έχει δική του, δεν ξέρει τίποτα!”
“Μήπως απλά, δεν χωνεύεις τον Θάνο; Μήπως είσαι κάποιος που θέλει να μας χωρίσει;”
“Δεν θέλω να χαραμίζεσαι με κάποιον που δεν σου αξίζει”
“Τον Θάνο τον αγαπώ!”
“Εσύ ναι! Αν και δεν καταλαβαίνω το γιατί! Εκείνος όμως; Σου έχει πει ποτέ ότι σε αγαπάει; Σε ξέρει; Ξέρει τι σου αρέσει; Θα περπατούσε μαζί σου στη βροχή που το κάνεις από παιδί;”
“Θέλω να σταματήσει εδώ αυτό! Μη μου ξαναστείλεις μήνυμα, σε παρακαλώ”
Δεν της απάντησε. Αρχικά, ένιωσε ανακούφιση εκείνη. Χρειαζόταν χρόνο να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά, χωρίς παρεμβολές. Έμεινε εκεί στο παγκάκι, ταραγμένη και πολύ μπερδεμένη. Ένα περίεργο καρδιοχτύπι την αναστάτωνε ώρα τώρα. Αυτός ο άγνωστος που είχε εισβάλει στη ζωή της με αυτόν τον περίεργο τρόπο, την ταρακούνησε. Μέσα σε λίγα μηνύματα της εξέφρασε συναισθήματα που από τον Θάνο, ένα χρόνο τώρα δεν άκουσε ποτέ. Μα τι έπαθε; Μπήκε στη διαδικασία σύγκρισης των δύο αντρών;
Χρυσούλα Καμτσίκη
Συνεχίζεται…

One response to “Ο κρυφός θαυμαστής – Μέρος 2ο”
[…] Προηγούμενο […]