Ο κρυφός θαυμαστής – Μέρος 1ο

Μόλις είχε φύγει από ένα ακόμα δικηγορικό γραφείο όπου άφησε το βιογραφικό της προς αναζήτηση δουλειάς. Λίγο καιρό πριν πήρε το πτυχίο της και είχε τόσα όνειρα, μα ακόμα δεν είχε βρει τίποτα. Πήγαινε να πάρει το μηχανάκι της, απογοητευμένη, όταν χτύπησε το τηλέφωνό της. Στην οθόνη εμφανίστηκε η φωτογραφία με εκείνη στην αγκαλιά του Θάνου της, χαμογελαστοί και ευτυχισμένοι από το ταξίδι τους στα Μετέωρα και το “μωρό μου”, όπως τον είχε περασμένο στις επαφές. Κατευθείαν λειτούργησε καταπραϋντικά, χαμογέλασε και το σήκωσε.

– Έλα αγάπη μου!
– Τι γίνεται;
– Ουφ! Μοιράζω βιογραφικά, αλλά τίποτα ακόμα.
– Εμ, στα έχω πει! Σε κανένα μισάωρο τελειώνω εγώ.
– Έλα ρε μωρό μου, μην αρχίζεις!
– Καλά, καλά, δεν θα πω τίποτα.
– Έτσι μπράβο! Τι λες να πάμε ταβερνούλα, δίπλα στο κύμα, πολύ καιρό έχουμε να βγούμε;
– Ωχ ρε μωρό, πτώμα είμαι! Ποιος τρέχει τώρα, σαράντα λεπτά οδήγηση, ζέστη, κόσμος…
– Καλά Θάνο μου, θα κάνω καμιά μακαρονάδα μέχρι να έρθεις.
– Έγινε μωρό μου, τα λέμε σε λίγο.
Έκλεισε το τηλέφωνο διπλά απογοητευμένη. Πόσο θα ήθελε να συμμεριστεί την ανάγκη της, να πάνε κάπου παραθαλάσσια…

Ο Θάνος ήταν ο έρωτας της ζωής της. Εν μέσω της εξεταστικής αποφάσισε πως χρειαζόταν ένα εισόδημα, να έχει μια ανεξαρτησία. Αρκετά είχαν ζοριστεί οι γονείς της. Όταν μπήκε στον παιδότοπο να ζητήσει δουλειά, τον είδε να δίνει ρέστα σε μια μαμά και να την ευχαριστεί. Ξαφνικά πυροτεχνήματα πολύχρωμα και ηχηρά έσκαγαν μπρος στα μάτια της, πεταλουδίτσες μπλε, κόκκινες, κίτρινες πετάριζαν στο στέρνο της. “Αυτός είναι άντρας, αρσενικό με τα όλα του!” σκέφτηκε κι όταν την κοίταξε, τα μάτια του επάνω της λάβα που την έκαιγε.

– Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;, της είπε χαμογελαστός.
– Ψά…. ψά…. ψάχνω δουλειά…, κατάφερε με την τρίτη και φαρμακερή, να αρθρώσει δύο λέξεις.
– Αν θέλεις να μου αφήσεις όνομα κι ένα τηλέφωνο, γιατί τέλος του μήνα θα χρειαστώ βοήθεια στον καλοκαιρινό παιδότοπο. Αυτός εδώ θα λειτουργήσει πάλι τον Οκτώβριο. Θα σε ενδιέφερε; Είναι λίγο μακριά, έχεις μεταφορικό μέσο;

Ήταν συνεπαρμένη από τα πάντα του και τον κοιτούσε εκστασιασμένη, χωρίς να δώσει απάντηση. Όταν κατάλαβε ότι στεκόταν σα χαζή, φοβήθηκε μη της πέσαν και σάλια έτσι που είχε κολλήσει μπροστά του και προσπάθησε αρτσούμπαλα, να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Ο σούπερ κούκλος, γέλασε με την αντίδρασή της κι εκείνη ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί.

– Εεεεε, ναι φυσικά, με ενδιαφέρει! Έχω και μηχανάκι!, είπε τελικά, με ύφος που θύμισε τον Βουτσά στην γνωστή ατάκα, “έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;”.
– Λοιπόν;, απάντησε εκείνος και της έδειξε το στυλό που κρατούσε, περιμένοντας τα στοιχεία της.
– Αχ, συγγνώμη, θα με περάσατε για χαζή! Είμαι η Σταυρούλα και το νούμερό μου είναι 6982567699.
– Εντάξει Σταυρούλα, είμαι ο Θάνος, σύντομα θα σε ενημερώσω, της είπε και δεν σταμάτησε να γελάει με τις αντιδράσεις της.
– Σας ευχαριστώ πολύ.
– Αν έκοβες και τον πληθυντικό, θα ήταν καλύτερα. Δεν σε περνάω δα και είκοσι χρόνια!, είπε, κλείνοντας της το μάτι.
Είχε μια παιδικότητα η όμορφη νεαρή απέναντί του, που τον κέρδισε αμέσως.
– Όχι, όχι βέβαια!, είπε αναστατωμένη η κοπέλα που δεν ήθελε επ’ ουδενί να τον κάνει να πιστέψει ότι είχε πρόβλημα με την ηλικία του.
– Σε πειράζω!, της είπε κι εκείνη επιτέλους χαλάρωσε.

Έγιναν πολύ γρήγορα ζευγάρι. Η σχέση αφεντικού και εργαζόμενης δεν τους εμπόδισε καθόλου. Ούτε η διαφορά ηλικίας, που δεν ήταν και μικρή. Οι συνάδελφοί της την κοιτούσαν με μισό μάτι, είτε γιατί όλες ήθελαν να ήταν στη θέση της, είτε γιατί την θεωρούσαν λίγη για κείνον. Μπροστά στο Θάνο βέβαια, όλες ήταν γλυκούλες και ευγενέστατες μαζί της, φορούσαν το καλό τους προσωπείο. Μόνο η Κική ξεχώριζε και ήταν εντάξει μαζί της, είτε με την παρουσία του, είτε χωρίς. Μιλούσαν, μοιράζονταν προσωπικά τους θέματα και ανησυχίες, έβγαιναν κι έξω παρέα για περπάτημα, για καφέ. Μεγαλύτερή της κι αυτή, στην ηλικία του Θάνου πάνω κάτω, αλλά είχαν πολλά κοινά σημεία αναφοράς. Ήταν η μόνη που την ενθάρρυνε για τη σχέση της με το αφεντικό και χαιρόταν με την χαρά της. Αυτή την σχέση, γενικά, την πολεμούσαν πολλοί. Ούτε οι γονείς της την ενέκριναν, ούτε η συγκάτοικός της.

Εκείνη μια νεαρή είκοσι δύο χρονών, με όνειρα να ανοίξει δικό της δικηγορικό γραφείο, χωρίς πείρα στα ερωτικά, αφού από τη μία η νομική απαιτούσε πολύ διάβασμα, από την άλλη, ήταν ένα κλειστό κορίτσι και δεν άφηνε περιθώρια να την πλησιάσει κάποιος εύκολα. Και μάλιστα στα χρόνια αυτά, που όλοι αναζητούσαν τις εύκολες, επιφανειακές σχέσεις, με στόχο την σαρκική απόλαυση, χωρίς βαθύτερο ψάξιμο. Δεν χωρούσε στην εποχή αυτή. Ονειρευόταν, πως θα ήταν αν είχε γεννηθεί πολύ παλιότερα, όπου όλα είχαν αξία και ρομαντισμό, οι αλήθειες, σχέσεις, οι στιγμές, σε αντίθεση με τώρα, που η προχειρότητα, η μετριότητα, η ευκολία των σχέσεων την τρόμαζαν και σίγουρα δεν θα αναλωνόταν σε τέτοιες. Ή όλα ή τίποτα, με αποτέλεσμα ελάχιστους δεσμούς, που ανήκαν στη κατηγορία του τίποτα.

Εκείνος, ένας άντρας τριάντα έξι χρονών, επιχειρηματίας, έμπειρος, με πλούσιο ερωτικό βιογραφικό, αφού και η εμφάνισή του τον βοηθούσε πολύ και ο εργασιακός του χώρος που μάζευε πολύ γυναικείο πληθυσμό, όλων των επιλογών, χωρισμένες, παντρεμένες, ελεύθερες. Δεν σπούδασε, αφού από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του στους δύο παιδότοπους και ήξερε ότι κάποια στιγμή θα τους δουλεύει μόνος του. Από την ζωή του είχαν περάσει πολλές γυναίκες. Άλλες της μιας βραδιάς, άλλες των λίγων ημερών ή κάποιων μηνών και μόνο μία περίπτωση των δύο ετών που ήταν και η τελευταία, πριν γνωρίσει την Σταυρούλα.

Σε λίγες μέρες, θα είχαν επέτειο σχέσης. Πέρασε ένας χρόνος και η Σταυρούλα ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Περνούσαν πολύ χρόνο μαζί, με συζητήσεις, εκδρομές, όμορφες στιγμές χαλάρωσης στο σπίτι του, έμενε και πολλά βράδια μαζί του, πήγαιναν κινηματογράφο, μα κυρίως στο μπαράκι δίπλα στον παιδότοπο, χαλαρά, αφού οι βραδινές έξοδοι σε κλαμπ στο όρθιο, δεν ήταν το φόρτε του, όπως κι εκείνης, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Είχε βρει τον άντρα που κάλυπτε τις ανάγκες της ψυχής της. Δύο παράπονα είχε μόνο. Το πρώτο ήταν ότι δεν εξέφραζε τα συναισθήματά του. Δεν ήταν των όμορφων λόγων, της αγκαλιάς, του χαδιού. Εκείνη του είπε πολύ γρήγορα ότι τον αγαπάει. Εκείνος χαμογέλασε όταν το άκουσε πρώτη φορά και της είπε ότι την παρασύρει η νιότη. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να πληγωθεί. Ήταν σίγουρη ότι με τον καιρό, θα τον έκανε να το πει κι εκείνος. Ήξερε πως για έναν άντρα το “σ’ αγαπώ” είναι πιο δύσκολο. Το δεύτερο ότι δεν την στήριζε όσο θα ήθελε στις σπουδές και τα όνειρα της. “Γεμίσαμε δικηγόρους” και “όλοι τους πιόνια του συστήματος”, ήταν οι πιο συχνές ατάκες του. Την έβλεπε να μελετάει ώρες και της έλεγε ότι εκείνος χωρίς διάβασμα, έβγαζε περισσότερα χρήματα από έναν δικηγοράκο της πλάκας. Πίστευε πως για να κάνεις όνομα και να βγάλεις λεφτά, πρέπει να κολυμπήσεις στα σkaτa. Εκείνη, είχε όνειρα και στόχους να έχει μια διαυγή καριέρα, με ηθική και να υπερασπίζεται με πάθος ανθρώπους που είχαν αδικηθεί ή βρίσκονταν σε ανάγκη. Κι εκεί, πάλι την προσγείωνε ο Θάνος, λέγοντάς της ότι έβλεπε πολλές αμερικάνικες ταινίες και φούσκωναν τα μυαλά της.

Ντύθηκε, βάφτηκε, περιποιήθηκε ιδιαίτερα τον εαυτό της και φρόντισε τις τελευταίες λεπτομέρειες για το ρομαντικό δείπνο στο σπίτι του, περιμένοντάς τον, αφού εκείνη είχε ρεπό. Όλη τη μέρα, ενώ μίλησαν κάποιες φορές, δεν της είπε χρόνια πολλά. Ήταν σίγουρη ότι της ετοίμαζε κάποια έκπληξη. Κατά τις δέκα το βράδυ, που συνήθως γυρνούσε σπίτι, χτύπησε το τηλέφωνό της.
– Έλα αγάπη μου, πέρασε από δω ο Γιώργος και λέμε να κάτσουμε δίπλα στο μπαράκι για μια μπυρίτσα. Δεν θα αργήσω πολύ.
Η Σταυρούλα χαμογέλασε και σιγουρεύτηκε. Το μωρό της, ετοίμαζε κάποια έκπληξη, και ναζιάρικα του απάντησε “εντάξει αγάπη μου, θα σε περιμένω”.

Έτσι, ντυμένη, χτενισμένη και περιποιημένη λόγω της ημέρας, έκατσε στον καναπέ και πήρε το κινητό της να χαζέψει στο ίντερνετ, αφού τον περίμενε. Είχε ένα χαμόγελο στα χείλη, αφού ήταν σίγουρη ότι σύντομα θα άνοιγε η πόρτα κι ο αγαπημένος της θα ερχόταν με δώρο, λουλούδια, ίσως και τον Γιώργο με την Λένα παρέα, να γιορτάσουν όλοι μαζί. Μπροστά της είχε ένα αίτημα φιλίας από έναν άγνωστο, με το ψευδώνυμο ΚριςΑς, χωρίς να έχουν κανέναν κοινό φίλο και η φωτογραφία προφίλ του, ήταν του ηθοποιού Παντελή Ζερβού, που εκείνη λάτρευε από παιδί, αφού της θύμιζε τόσο πολύ τον παππού της, που τον έζησε μόνο μέχρι τα δέκα της, αλλά είχε τις πιο γλυκές αναμνήσεις. “Πού με βρήκες εσύ”, μονολόγησε και το αγνόησε. Δεν πρόλαβε να κυλήσει την οθόνη και χτύπησε προσωπικό μήνυμα.
“Καλησπέρα Σταυρούλα. Ξέρω πως είσαι σε σχέση. Ξέρω και τον Θάνο. Θα ήθελα απλά να τα λέμε σε ανθρώπινο επίπεδο”.

Το διάβαζε, το ξαναδιάβαζε και απορούσε. Δεν ήξερε αν είχε θάρρος ή θράσος ο τύπος, πάντως δεν θα έμπαινε στο τρυπάκι να απαντήσει. Διέγραψε το μήνυμα και μπήκε να δει βιντεάκια χιουμοριστικά. Ούτε πέντε λεπτά μετά, ένα ακόμα μήνυμα ήρθε από τον ίδιο άνθρωπο, με δυο διευθύνσεις δικηγορικών γραφείων και της έγραφε ότι ψάχνουν άτομο. Η Σταυρούλα γούρλωσε τα μάτια και ξεροκατάπιε. “Α! Είναι ψυχάκιας!”, σκέφτηκε. Τα μηνύματά του όμως, δεν σταμάτησαν εκεί…

Χρυσούλα Καμτσίκη

Συνεχίζεται…

One response to “Ο κρυφός θαυμαστής – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading