Γιορτή αγάπης

Τελευταία μέρα της τρίτης γυμνασίου και ήρθε η στιγμή που δεν ήθελε καθόλου, που την σκεφτόταν όλες αυτές τις μέρες και απογοητευόταν. Η στιγμή που το προαύλιο θα γέμιζε γονείς. Ανά τμήμα, οι καθηγητές θα έδιναν τους βαθμούς στους κηδεμόνες των παιδιών. Η Άσπα, ήταν από τις καλύτερες μαθήτριες του τμήματός της. Δεν την φόβιζαν οι επιδόσεις της, ήξερε ότι πολλά εικοσάρια θα κοσμούν τον έλεγχό της. Αυτό που την έκανε να αισθάνεται ντροπή, ήταν η μαμά της.

Σε όλο το γυμνάσιο, έβλεπε τις μαμάδες των συμμαθητών της και ζήλευε. Με τι αγωνία και χαρά τις περίμεναν κάθε τρίμηνο, έτρεχαν να τις αγκαλιάσουν κι ας φοβόντουσαν κάποιοι επειδή κινδύνευαν να δώσουν ξανά Σεπτέμβριο για να περάσουν την τάξη. Άλλες ψηλές, άλλες όχι, άλλες παχουλές, άλλες αδύνατες, άλλες καλοντυμένες, άλλες όχι, διέσχιζαν καμαρωτές το προαύλιο. Μόνο η δική της ήταν σε αναπηρικό αμαξίδιο. Η Άσπα, κάθε φορά που την έβλεπε στο σχολείο, ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Δεν τόλμησε ποτέ να το πει όλα αυτά τα χρόνια κι ας την έκαιγε. Τι να της έλεγε; Την λάτρευε, ήταν η πιο καλή μαμά του κόσμου, μα αυτό για τους συμμαθητές της, δεν είχε σημασία δυστυχώς. Η καλοσύνη της δε φαίνονταν. Αυτό που ήταν ορατό και γινόταν στόχος κακίας, ήταν το αναπηρικό αμαξίδιο. Εκείνες τις στιγμές, μπροστά σε όλο το σχολείο, προτιμούσε τον μπαμπά της. Και ειδικά τώρα, εκεί, ευχόταν να πήγαινε ο μπαμπάς της για να μπορεί επιτέλους κι εκείνη να χαρεί τις στιγμές της τελευταίας μέρας στο γυμνάσιο. Όλα τα χρόνια, έβλεπε πόσο περίεργα κοιτούσαν τα παιδιά, το αμαξίδιο. Αυτό το βλέμμα τους! Την θύμωνε, την έθλιβε. Άκουγε τα σχόλια για ‘την ανάπηρη’. Μα να είναι μια αριστούχα μαθήτρια και αντί να καμαρώνει, αντί να προκαλεί βλέμματα θαυμασμού και ζήλιας από όσους δεν την έφταναν, να μαζεύει πάνω της βλέμματα κοροϊδίας και λύπησης; Ήταν τόσο άδικο! ‘Η κόρη της ανάπηρης’, αυτό ήταν για τους συμμαθητές της και το μισούσε.

Την είδε από μακριά να σπρώχνει με τα χέρια τις ρόδες του αμαξιδίου και χαμήλωσε το βλέμμα, να μη τη βλέπει άλλο. Θα ήθελε να μπορούσε να εξαφανιστεί από κει.
– Αααα έρχεται η μαμά σου!, φώναξε χαρούμενα η διπλανή στο θρανίο από την πρώτη δημοτικού και κολλητή φίλης της Άσπας.
– Την είδα, μπορείς να μη φωνάζεις;
Η Νικολέτα, αγριοκοίταξε την φίλη της κι έτρεξε προς το μέρος της γυναίκας.
– Κυρία Κάλλη μου! Τι όμορφη είστε σήμερα! Εεε βέβαια! Τα εικοσάρια της κολλητής μου θα πάρετε, να μη λάμπετε;, είπε με χαρά το κορίτσι κι έσκυψε να αγκαλιάσει την γυναίκα.
– Νικολέτα!, αναφώνησε με αυστηρό ύφος η Άσπα και ίσα που κοίταξε την μαμά της, χωρίς να της πει κουβέντα ή να την αγκαλιάσει.

Το μόνο που ήθελε, να τελειώσει ο εξευτελισμός. Να πάρει τους βαθμούς η μαμά της και να φύγει, να φύγει. Δεν άντεχε άλλο τα βλέμματα καρφωμένα πάνω τους. Είχαν οργανώσει τόσα για την αποχαιρετιστήρια γιορτή. Θα άνοιγαν τα φτερά τους ο καθένας στο λύκειο των δυνατοτήτων του και δεν θα ήταν πια όλοι μαζί. Οι γονείς των άλλων παιδιών, θα έμεναν. Έτσι το είχαν κανονισμένο, άλλοι για να τραβούν με βιντεοκάμερα, άλλοι για να συμμετέχουν στα δρώμενα. Όλοι εκτός από την Κάλλη και το αμαξίδιό της, που δεν δέχτηκε πρόσκληση από την κόρη της, όπως οι γονείς των υπόλοιπων παιδιών, αφού δεν θα μπορούσε να χορέψει μαζί της στον διαγωνισμό χορού ή να παίξει μπουγέλο. Την απέκλεισε, χωρίς καν να τη ρωτήσει αν ήθελε να παραβρεθεί. Ήταν καταρρακωμένη που της το έκρυψε, που δεν της έδωσε την ευκαιρία να συμμετέχει όπως όλες οι μαμάδες, μα ήταν για το καλό όλων.

Όταν επιτέλους εμφανίστηκε ξανά στο προαύλιο, συγκινημένη και κρατώντας τον μέσο όρο του δεκαεννέα και τρία, το έδειξε στην κόρη της, της είπε συγχαρητήρια και πόσο περήφανη ήταν για κείνη, χαιρέτησε και την Νικολέτα και έσπρωξε το αμαξίδιό της προς την έξοδο.

Μόνο τότε ένιωσε η Άσπα ότι αναπνέει, ότι γεμίζουν τα πνευμόνια της οξυγόνο. Επέστρεψε και το χαμόγελο στα χείλη της. Τα είχε καταφέρει, έφευγε από το γυμνάσιο, με εξαιρετικό βαθμό και η μαμά της δεν ήταν πια εκεί, μαζί με όλους τους άλλους, φυσιολογικούς ανθρώπους.
“Πάω να πάρω ένα νεράκι κι έρχομαι”, τις σκέψεις της διέκοψε η φίλη της και απομακρύνθηκε.

Η Άσπα, πλησίασε τα πηγαδάκια των συμμαθητών της, θέλοντας να ξεχάσει την δύσκολη θέση που βρισκόταν πριν, όσο η μαμά της ήταν παρούσα. Άρχισε να τους παροτρύνει να μαζευτούν στις κερκίδες του γηπέδου του προαύλιου χώρου, όπου ήδη περίμεναν οι περισσότεροι γονείς. Είχε αυτοπροταθεί, να αναλάβει την οργάνωση των εκδηλώσεων, αφού δεν θα συμμετείχε. Άρχισε να στήνει την πρώτη φάση της γιορτής, που ήταν το καραόκε. Είχαν επιλέξει οι συμμαθητές της, με ποιο τραγούδι θα συμμετέχουν και τώρα εκείνη, κανόνιζε τις λεπτομέρειες για να ξεκινήσει, ο πρόεδρος της τάξης, με την μαμά του και στη συνέχεια, με αλφαβητική σειρά. Επικρατούσε μια χαρούμενη διάθεση, με γέλια, φωνές, πειράγματα, συζητήσεις. Γι’ αυτό που θα αντίκριζε δεν ήταν σίγουρα προετοιμασμένη.

Ήταν γυρισμένη προς τις κερκίδες κι ετοίμαζε το μικρόφωνο, να υποδεχτεί τους γονείς, να προλογίσει τις εορταστικές εκδηλώσεις της τρίτης γυμνασίου και να παρουσιάσει το πρώτο ντουέτο, όταν ξαφνικά, επικράτησε απόλυτη σιγή. Σήκωσε το κεφάλι της προς τον κόσμο και πριν προλάβει να καταλάβει τι είχε συμβεί, τους είδε όρθιους, να κοιτούν προς το μέρος της και ξεκίνησαν να χειροκροτούν. Γύρισε πίσω της, απορημένη και είδε την κολλητή της, να σπρώχνει το αμαξίδιο της μαμάς της. Η Άσπα αποσβολωμένη, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι έβλεπε. Τα μάτια της μαμάς της γέμισαν δάκρυα και η φίλη της φαινόταν τόσο περήφανη που την συνόδευε. Πριν να ειπωθεί οποιαδήποτε λέξη, με τα μάτια της κοπέλας σε διαρκή έκπληξη, την σιωπή έσπασε ο ήχος ενός τραγουδιού. Από τις πρώτες νότες κατάλαβε τι άκουγε. Ήταν το τραγούδι που της ψιθύριζε στο αυτί ή μαμά της, από όταν ακόμα την είχε μωρό στην αγκαλιά. Η Νικολέτα, πήρε το μικρόφωνο του καραόκε και το έδωσε στην κυρία Κάλλη, αφού πρώτα την έσφιξε στην αγκαλιά της. Εκείνη, που δεν έπαιρνε τα μάτια της από την κόρη της, άρχισε να λέει τους στίχους με τρεμάμενη φωνή…

“Καλημέρα, τι κάνεις,
να ‘σαι πάντα καλά
κι όταν είσαι κοντά μου
κι όταν είσαι μακριά.”
Η Άσπα, που ένιωθε περίεργα, αμήχανα, τόλμησε αυτά τα λίγα βήματα που την χώριζαν από την μαμά της, γονάτισε δίπλα της, κάλυψε με το χέρι της, το χέρι της γυναίκας που την γέννησε και έπιαναν μαζί το μικρόφωνο, πέταξε από πάνω της κάθε δισταγμό και ντροπή, την φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και συνέχισε στον ρυθμό.
“Να ‘ναι κάθε σου μέρα
μια καινούργια αρχή.
Καλημέρα τι κάνεις,
σ’ αγαπάω πολύ”.
Η κερκίδα, σύσσωμη, χειροκροτούσε και φώναζε ρυθμικά “Άσπα – Κάλλη, Άσπα – Κάλλη”.

Το καραόκε συνεχίστηκε με μεγάλη επιτυχία από όλα τα ντουέτα, όπως και ο διαγωνισμός χορού. Ούτε εκεί στάθηκε εμπόδιο η χρήση αμαξιδίου. Στα ακούσματα ντίσκο, η μαμά της, κινούνταν με μαεστρία, αυτοπεποίθηση και κέφι μεγαλύτερο και από κάποιους γονείς που πατούσαν με τα πόδια τους στο έδαφος. Όταν ο άνθρωπος βάζει ψυχή σε ό,τι κάνει, μπορεί να πετύχει τα πάντα και το αποτέλεσμα μόνο αξιέπαινο μπορεί να είναι. Περνούσαν τόσο ωραία, όλοι μαζί, χωρίς να διαφέρει κανείς και σε τίποτα. Κανείς δεν πρόσεχε το αμαξίδιο τελικά.

Το αποκορύφωμα ήταν το μπουγέλο. Κι εκεί, η μαμά της μαθήτριας ήταν σα να χορεύει, σα να πετάει. Έβρεχε τους άλλους και βρεχόταν και το νερό, πότιζε την ψυχή της. Πόσο χαρούμενη ήταν που έβλεπε την κόρη της να διασκεδάζει, χωρίς εκείνη την σκιά ντροπής στο βλέμμα!
Το ήξερε, το έβλεπε, το ένιωθε, το κατάπινε χρόνια τώρα, μα δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν την κατηγόρησε ποτέ. Πάντα κοίταζε με την ίδια λατρεία την κόρη της. Ήξερε πως έφταιγε το νεαρό της ηλικίας, για όσα ένιωθε. Δεν ήταν εύκολο για ένα παιδί να διαχειριστεί την όλη κατάσταση, όταν οι ίδιοι οι ενήλικες δεν μπορούν, όταν γίνονται παραδείγματα προς αποφυγήν, όταν μεταγγίζουν στους νέους κακία και τοξικότητα προς οτιδήποτε δεν είναι σαν αυτούς, προς οτιδήποτε διαφορετικό.

Ο Θεός ευτυχώς, μας ευλογεί με καλούς φίλους και η Νικολέτα δεν θα άφηνε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Την πονούσε την φίλη της και δεν άντεχε να την βλέπει να μεταλλάσσεται σε κάτι που δεν της άξιζε, κάθε φορά που η μαμά της ερχόταν στο σχολείο. Η Άσπα ήταν πάντα εκεί για ‘κείνη, σε όλα όσα πέρασε με το διαζύγιο των γονιών της, την θεωρούσε την αδερφή που δεν είχε. Ήταν σειρά της να κάνει κάτι για εκείνη. Έπιασε τον πρόεδρο της τάξης που ήταν ένα εξαιρετικό πλάσμα κι εκείνος χωρισμένων γονιών κι όχι μόνο. Ο πατέρας του, εγκατέλειψε εκείνον και τη μαμά του, όταν ήταν ακόμα μωρό. Ήξερε κι εκείνος πόσο σκληρά μπορούν να γίνουν τα παιδιά και έβαλε όλες του τις δυνάμεις να το αλλάξουν. Να εξαλείψουν την θλίψη και την πίκρα μιας συμμαθήτριάς τους, που όλοι μαζί την είχαν πληγώσει. Μαζί, στις διακοπές του Πάσχα άρχισαν να ρίχνουν σπόρους της ιδέας τους, στους συμμαθητές τους, αλλά και σε αρκετούς γονείς με τους οποίους ήρθαν σε επαφή. Ούτε και οι ίδιοι περίμεναν τέτοια ανταπόκριση. Η μόνη που διατηρούσε τις επιφυλάξεις της, ήταν η μια εκ των δύο πρωταγωνιστριών της τελικής γιορτής. Φοβόταν την αντίδραση της κόρης της, μα η Νικολέτα, με γλυκό τρόπο, την ενθάρρυνε. Κοινός στόχος όλων, να μη καταλάβει τίποτα η Άσπα.

Και τα κατάφεραν. Εκείνη η τρίτη γυμνασίου, εκείνη η γιορτή λήξης της σχολικής χρονιάς, έγινε το σημείο αναφοράς τα επόμενα χρόνια. Ανάμεσα σε θύμησες από πλατωνικούς έρωτες, από καθηγητές που ενέπνευσαν πολλούς μαθητές, από επιτυχίες και άριστους βαθμούς, η τελική γιορτή, έμεινε χαραγμένη στο νου όλων. Εκείνη η τρίτη γυμνασίου, έγινε μάθημα για όλους, έγινε σύμβολο της ανθρώπινης αλυσίδας που ενώνει, που νοιάζεται, που πάει κόντρα σε μικρότητες και κακίες, που στηρίζει την διαφορετικότητα, που αισθάνεται περηφάνια ανεξαρτήτου αμαξιδίων ή αναπηριών, που εξυμνεί την αγάπη.

Χ.Χ.Π.Ι.

One response to “Γιορτή αγάπης”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading