Φίλιππος και Ηρώ

Αυτό το ζεστό απόγευμα το πατρικό σπίτι του Φίλιππου, κινδύνευε να καταστραφεί, όπως και η σχέση του με τους γονείς του, και ειδικά με τον πατέρα του, τον Περικλή. Η μητέρα του νέου αθλητικού συντάκτη, η Αθανασία, καθόταν δίπλα στην κοπέλα του, την Ηρώ, χαμογελώντας μάλλον αμήχανα, αφού πρωτύτερα είχε φέρει γλυκά, ποτήρια με νερό και καφέδες για τον σύζυγό της, τον γιο της και την ίδια• η Ηρώ είχε φέρει μαζί της το τσάι που έπαιρνε από γνωστό της που είχε καφετέρια.

Ο χώρος ήταν φωτεινός και σχετικά κρύος χάρη στο αιρ κοντίσιον, ενώ μοσχομύριζε καφέ και καθαριότητα. Καθόταν και αυτή όπως η κυρία Αθανασία, κοιτάζοντας μια το πιοτό της, μια τον Φίλιππο και ενίοτε τον κυρ Περικλή, ο οποίος είχε στρογγυλοκαθίσει στον καναπέ, δίπλα στον γιο του, προβληματισμένος. Φυσούσε και ξεφυσούσε, σχεδόν όπως πριν είκοσι πέντε χρόνια, όταν ήταν να γεννήσει η Αθανασία το μοναχοπαίδι τους. Ανασήκωνε τα φρύδια του και έξυνε το κεφάλι με τα ελάχιστα άσπρα μαλλιά του, ρίχνοντας πότε-πότε ματιές κατηγόριας προς όλους τους άλλους: προς τον γιο του που του έφερε μια κοπέλα που δεν ενέκρινε• προς την Αθανασία που δεν τον είχε υποστηρίξει• και προς την Ηρώ που ήταν ντυμένη στα μαύρα, με ένα αμερικάνικο συγκρότημα (και το φλεγόμενο κρανίο που είχαν για σήμα τους) στη μπλούζα και με σκουλαρίκια να κοσμούν τη μύτη και τα αυτιά της (πού να ήξερε ότι κι αυτά δεν ήταν όλα κι όλα που είχε η κοπέλα στο σώμα της, ή ότι τα κολιέ που κρέμονταν στο λαιμό της ήταν μία ονειροπαγίδα, μια νεκροκεφαλή και κάτι σκουρόχρωμοι πολύτιμοι λίθοι).

Ο Περικλής είχε πιει τον καφέ του εδώ και λίγα λεπτά, μα έπιανε το ποτήρι του, το εξέταζε, απογοητευόταν κι άλλο, και το άφηνε στο χαμηλό τραπέζι μπροστά του. Κάπου-κάπου, σήκωνε το βλέμμα και παρατηρούσε τις εικόνες αγίων που κρέμονταν στους τοίχους, κι ίσως προσευχόταν από μέσα του.

Αν και δεν θα τολμούσε να του το πει η Αθανασία (όχι για άλλο λόγο, μα για να μην τον φουρκίσει περισσότερο και πει καμιά κουβέντα που όλοι θα μετάνιωναν αργότερα), ο κυρ Περικλής θύμιζε πολύ τον δικό της πατέρα στην αντίστοιχη συνάντηση που είχε γίνει προ αμνημονεύτων ετών. Όπως τότε, έτσι και τώρα ο μέλλων πεθερός δεν είχε συμπαθήσει «ιδιαίτερα» το έτερον ήμισυ του παιδιού του –σε αντίθεση με την Αθανασία και τη δική της μητέρα παλιότερα. Όφειλε, βέβαια, να παραδεχτεί και η ίδια ότι η εμφάνιση της Ηρώς την είχε αιφνιδιάσει, μα, από το πώς μιλούσε (με σεβασμό και δίχως καμιά κατάκριση προς τους γονείς του αγοριού της) και κυρίως από το πώς κοίταζε τον Φίλιππο, είχε συμπεράνει ότι ο γιος της ήταν τυχερός. Ωστόσο, θα έπρεπε να πειστεί και ο πατέρας του, για να παραμείνουν αγαπημένοι, όλοι τους. Θα ήταν καλό, τέλος πάντων, να πειστεί και ο Περικλής. Όμως, η Αθανασία, που καθόταν με το ανοιχτόχρωμο μακρύ φόρεμά της να κυματίζει τόπους-τόπους και έχοντας τα επίσης μακριά βαμμένα μαλλιά της σε κότσο, αναστέναζε όσο πιο ήσυχα μπορούσε, σκεπτόμενη πώς θα μπορούσε να αλλάξει άποψη στον άντρα της.

Ο Φίλιππος, από την άλλη, περίμενε από τον πατέρα του να αντιδράσει με την Ηρώ, ωστόσο, όταν το κανόνιζαν, είχε ελπίσει σε ένα θαύμα. Δεν ήθελε να τσακωθούν με τον Περικλή –για την μητέρα του λίγο ανησυχούσε, μιας και έτεινε να είναι πιο ανοιχτόμυαλη, κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι περίεργο, δεδομένου ότι ο πατέρας ήταν από την Αθήνα και η μητέρα αυτή που είχε αναγκαστεί να έρθει από το χωριό, μπας και έβρισκε κάποια δουλειά που να της άρεσε, αντί της βουκολικής ζωής που ήξερε ότι την περίμενε αν έμενε εκεί. Οι γονείς του τον είχαν στηρίξει σε πολλά (προβλήματα στο σχολείο, αποτυχίες σε εξετάσεις και στις πρώτες του σχέσεις με κορίτσια) και ανέκαθεν υπήρχε αγάπη ανάμεσά τους. Με τον πατέρα του είχαν πάει σε πολλούς αγώνες ποδοσφαίρου, μπάσκετ, ακόμα και σε κλειστά γήπεδα πόλο. Μια σύγκρουση θα ήταν καταστροφική, καθώς, όσο καλός και να ήταν ο κυρ Περικλής, άλλο τόσο δεν μάζευε τα λόγια του όταν τσαντιζόταν ή αν ήθελε να γίνουν όλα όπως τα σκεφτόταν ο ίδιος –άσχετα που η Αθανασία τις περισσότερες φορές τον έπειθε για το τι θα γινόταν τελικά.

Η Ηρώ, πιο μικρόσωμη από τον Φίλιππο, αλλά πολύ πιο δραστήρια γενικά, ήταν παραδόξως η πιο χαλαρή από όλους, ή έτσι έδειχνε –γιατί δε συνήθιζε να κάθεται μαζί με άλλους δίχως να κουνάει έστω τα πόδια ή να σκρολάρει στο κινητό της ή να ακούει μουσική ή να διαβάζει κάποιο βιβλίο τρόμου ή σκοτεινής φαντασίας, σαν αυτά που επέλεγε από τα δέκα της. Αντιλαμβανόταν τα συναισθήματα που προκαλούσε στους γονείς του φίλου της, κυρίως στον πατέρα του –δεν ήταν, άλλωστε, οι πρώτοι που επέκριναν τις στιλιστικές και μουσικές της επιλογές. Δεν την πείραζε να την κοιτούν και να τη χλευάζουν, αρκεί να έμεναν μακριά της ή να μη τη σχολίαζαν ανοιχτά, γιατί θα τους ξαπόστελνε αναλόγως –είχαν συμβεί τέτοια σκηνικά παλιά. Αλλά, έχοντας η ίδια χάσει τους γονείς της σε τροχαίο (κάτι που την οδήγησε αρχικά σε ίδρυμα και μετέπειτα σε ανάδοχη οικογένεια, που την αποκήρυξε όταν ενηλικιώθηκε), σκεφτόταν ότι δεν θα ήθελε να έρθει σε ρήξη ο Φίλιππος με τους δικούς του. Είχαν συζητήσει για αυτούς, για να την προετοιμάσει, και η Ηρώ είχε καταλάβει πόσο τους αγαπούσε.

Το νεαρό ζευγάρι είχε πει εναλλάξ πώς γνωρίστηκαν: πριν δυόμιση χρόνια, στον κινηματογράφο, όπου έτυχε να πάνε με διαφορετικές παρέες ο καθένας να δουν μια ταινία (χωρίς, όμως, να διευκρινίσουν ότι ήταν ταινία τρόμου, κάτι που ο κυρ Περικλής δεν το σκέφτηκε, αλλά η Αθανασία, αναλογιζόμενη του τι θα άρεσε στην Ηρώ, υπέθεσε ότι το έργο δεν θα ήταν δράμα ή ρομάντζο). Είχαν κάτσει δίπλα-δίπλα, πάλι τυχαία, και αντάλλαξαν μερικές κουβέντες (Φίλιππος: Κάθεται άλλος εδώ; Ηρώ: Όχι, είναι άδεια η θέση. Φίλιππος: Α, τέλεια, ευχαριστώ. Την περίμενα πώς και πώς την ταινία…), μέχρι να πέσουν οι πρώτες από τις «εκατοντάδες» διαφημίσεις (και να τελειώσουν πολλοί από το κοινό τα ποπ κορν τους ή ό,τι άλλο είχαν πάρει για να φάνε κατά τη διάρκεια της προβολής).

Τότε, ενώ η ταινία επιτέλους άρχιζε, κάτι νεαροί έκαναν φασαρία, η Ηρώ τσαντίστηκε και τους φώναξε. Ο ένας εξ αυτών σηκώθηκε και άρχισε να διασχίζει την αίθουσα, χτυπώντας όποιον έβρισκε στο διάβα του. Ο Φίλιππος, που καθόταν πιο κοντά στην άκρη της σειράς, είδε την Ηρώ και το πώς παρατηρούσε με μισόκλειστα μάτια τον τύπο, έπειτα πρόσεξε πως ο άλλος ήταν ο διπλάσιος από εκείνη, και αποφάσισε να επέμβει.

“Για να τη σώσεις, γιε μου. Εύγε!”, διέκοψε την Ηρώ ο κυρ Περικλής, κοιτώντας τον γιο του, για να πάρει την απάντηση από τον Φίλιππο: “Όχι, σηκώθηκα για να σώσω εκείνον από την Ηρώ. Αν έφτανε κοντά της, ο τύπος θα καταλάβαινε ότι ήταν νεκρός τόση ώρα, και δεν το είχε πάρει χαμπάρι. Δεν είναι να τη σπάσεις στην κοπελιά από εδώ άμα είναι να δει μια ταινία ή αν διαβάζει το βιβλίο της”. Αυτό προκάλεσε συγκρατημένα γέλια στην Αθανασία και την Ηρώ, αλλά ο κυρ Περικλής έμεινε να μορφάζει από δυσαρέσκεια.

Από εκεί και έπειτα (αφού σιγουρεύτηκαν ότι όλοι στην αίθουσα θα παρέμεναν ζωντανοί και πως όλοι θα έβλεπαν ήρεμα και ωραία ολόκληρη την ταινία, που εντέλει άξιζε την προσοχή τους), ο Φίλιππος και η Ηρώ δεν είπαν πολλά όταν βγήκαν από την αίθουσα και χάθηκαν, για να βρεθούν την επόμενη εβδομάδα στην καφετέρια του γνωστού της Ηρώς, όπου διαπίστωσαν ότι έμεναν κοντά. Έπιασαν την κουβέντα, κι ήταν μία από τις ελάχιστες φορές που η κοπέλα δεν εκνευρίστηκε που κάποιος της είχε μιλήσει ενώ άκουγε μουσική με τα ακουστικά της και διάβαζε το βιβλίο της –αυτό δεν το τόνισε ο Φίλιππος, ούτε η Ηρώ, αλλά δε χρειάστηκε κιόλας• το κατάλαβαν οι γονείς του νεαρού. Συμφώνησαν να ανταλλάξουν κινητά και να «γίνουν φίλοι» στα κοινωνικά δίκτυα που είχαν λογαριασμό, κάτι που οδήγησε να κανονίζουν συναντήσεις για ποτό ή καφέ/τσάι ή σινεμά, αλλά και για να πάνε σε κάποιο βιβλιοπωλείο –κι αυτό ήταν από τα πρώτα καλά στοιχεία που «ανάγκασαν» τον κυρ Περικλή να μαζευτεί λίγο, μιας και ο γιος του παραδέχτηκε ότι είχε ξεκινήσει να διαβάζει κάτι άλλο πέραν των αθλητικών άρθρων σε ιστοσελίδες ή και εφημερίδες για τη δουλειά του.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι συναντήσεις αυξάνονταν με γρήγορους ρυθμούς, και κάποια στιγμή, σε ένα μπαρ που είχαν βγει, αμφότεροι πήραν την απόφαση να φιλήσει ο ένας τον άλλο, κάτι που τους άρεσε πολύ, και, παρά το ότι είχαν κατά νου να αποτραβηχτούν άμεσα (γιατί δεν ήταν βέβαιοι πώς θα αντιδρούσε ο καθένας), αυτό δε συνέβη, όχι άμεσα, δηλαδή. Κι όταν χώρισαν τα χείλη τους, απομακρύνθηκαν ελαφρώς, χαμογελαστοί, κι ύστερα λίγο ακόμα, κι άλλο λίγο, με τα βλέμματά τους να παραμένουν σφιχταγκαλιασμένα για ώρα. Η υπόσχεση που δόθηκε με και χωρίς λόγια εκείνο το βράδυ κρατούσε μέχρι σήμερα. Οπότε, επόμενο ήταν, οι συναντήσεις δύο γνωστών/φίλων να αλλάξουν μορφή και να γίνουν ραντεβού, που, πιο σύντομα απ’ ό,τι περίμεναν, μετατράπηκε σε συγκατοίκηση στο διαμέρισμα του Φίλιππου, μιας και ήταν πιο ευρύχωρο.

Οι γονείς του είχαν μάθει, βέβαια, για τη σχέση του με την Ηρώ, όμως δεν την είχαν δει ποτέ ως τώρα, μιας και οι δύο είχαν προβλήματα υγείας (κυρίως, ο κυρ Περικλής), οι μετακινήσεις ακόμα και στην ίδια πόλη (Αθήνα) ήταν δύσκολες, ενώ δεν είχαν σύγχρονα κινητά ή άλλες συσκευές, για να δουν την κοπέλα του γιου τους πριν από το σημερινό απόγευμα. Θα είχε βοηθήσει αν ο Φίλιππος πήγαινε πιο συχνά στο πατρικό του, για παράδειγμα, αλλά οι εξελίξεις στα αθλήματα και τις ομάδες έτρεχαν (αυτό ήταν ένα αστείο που έλεγε συχνά με τους συναδέλφους του ο Φίλιππος), αν και ο βασικός λόγος ήταν η ανησυχία του για το πώς θα έπειθε τον πατέρα του να μην αντιδράσει όπως εντέλει αντιδρούσε τώρα. Είχε περάσει μια υποψία στο μυαλό του, μην τυχόν και η Ηρώ ξεσπούσε απέναντι στον Περικλή, αλλά εκείνη είχε σπεύσει να τον διαβεβαιώσει τρεις φορές (μία όταν της έθιξε το πώς σκεφτόταν ο πατέρας του, μία λίγες μέρες πριν τη συνάντηση και μία καθώς έρχονταν με το αμάξι του στο πατρικό) ότι δεν θα έλεγε ούτε θα έκανε κάτι τέτοιο. Θα είσαι κυρία, δηλαδή; την είχε ρωτήσει περιπαιχτικά ο Φίλιππος την πρώτη φορά. Εκείνη τον είχε κοιτάξει με μισόκλειστα μάτια. Μην το πιέζεις, αγόρι μου, του είπε, αλλά χαμογελώντας.

Καθώς η τωρινή συνάντηση προχωρούσε, ο κυρ Περικλής «ανέκρινε» την Ηρώ όσο πιο ήπια μπορούσε (λόγω της φύσης της περίστασης, για να μη στενοχωρήσει τον γιο και την γυναίκα του, κυρίως), χωρίς, όμως, να κρύβει τη δυσαρέσκειά του. Ο Φίλιππος και η Αθανασία προσπαθούσαν να τον σταματήσουν, για να μην νιώσει η κοπέλα άβολα, ή πιο άβολα απ’ όσο ήδη θα ένιωθε. Εκείνη, όμως, δε φαινόταν να έχει πρόβλημα, τουλάχιστον όχι στο μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης. Είχε αντιμετωπίσει πολύ χειρότερα στην ζωή της, προσβολές και χυδαιότητες τη μία πίσω από την άλλη, τη μία πιο άσχημη από την άλλη. Είχε εκνευριστεί, ξανά και ξανά, είχε αντιγυρίσει όσα της είπαν (ακόμα και σε πελάτες) και κάποιες φορές παραλίγο να πιαστεί στα χέρια με μερικούς και μερικές εκεί έξω, δίχως, βέβαια, να συμβεί ποτέ αυτό.

Ο πατέρας του Φίλιππου την πίεζε και εκείνη απαντούσε στις ερωτήσεις του, αποφεύγοντας να θίξει την εκάστοτε γνώμη που ο ηλικιωμένος εξέφραζε (με μορφασμούς ειρωνείας ή ειρωνεία ή σχολιάζοντας πόσο ανήκουστο είναι το ένα και το άλλο), μιας και, αν το έπραττε, η συνάντηση θα είχε λήξει εδώ και ώρα, κι εκείνη θα βρισκόταν είτε στο λεωφορείο, είτε στο αμάξι του Φίλιππου, ο οποίος πιθανότατα θα είχε τσακωθεί με τον Περικλή, κάτι που η Ηρώ συλλογιζόταν επανειλημμένα, για να συγκρατηθεί. Όμως, αυτό που την ανησυχούσε πιο πολύ ήταν οι απανωτές αρνήσεις του Περικλή για την εξέλιξη της σχέσης της με τον Φίλιππο: Είστε νέοι ακόμα… έλεγε, Βιάζεστε… Είναι νωρίς, δεν έχετε γνωριστεί τόσο καλά… Το μέλλον θα δείξει… Αυτά τα πράγματα πρέπει να τα προσέχει κανείς πολύ, πολύ προσεχτικά, γιατί μετά θα είναι αργά, και ποιος έχει όρεξη για πισωγυρίσματα και «αντίο, καλά ήταν όσο κράτησε, αλλά δεν πάει άλλο»…

Πραγματικά, σκεφτόταν, αν δεν ήταν ο Φίλιππος και η μητέρα του να παρεμβαίνουν σε κάθε τέτοια κουβέντα του Περικλή (Μα τι λες τώρα στα παιδιά;… Πατέρα, ακούς τι λες;… Περικλή, δεν ήρθαν εδώ ο γιος μας και η κοπέλα για να ακούνε τέτοια πράγματα από εσένα, από εμάς…), η Ηρώ θα είχε απηυδήσει και θα είχε αρπαχτεί με εκείνον. Αλλά ήταν και εκείνες οι συζητήσεις που είχε με τον Φίλιππο, όπου εκείνος μιλούσε με αληθινή αγάπη για τους δικούς του και πόσο πραγματικά ήθελε να τα βρουν με την Ηρώ… Τι να έκανε; Η αλήθεια είναι ότι την εκνεύριζε ο γέρος…

Και τι να έκαναν και ο Φίλιππος με την μητέρα του, για να μην ξεσηκωθεί όλο το σπίτι από τις φωνές και να μη διαλυθεί η οικογένεια;…

Κάποια στιγμή, ο κυρ Περικλής αποφάσισε να σηκωθεί. Ζήτησε τη βοήθεια του γιου του κι έπειτα του παρήγγειλε να τον συνοδέψει στην κουζίνα, για να φτιάξουν λίγο καφέ ακόμα –του είπε να πάρει και το άδειο ποτήρι του μαζί. Η κυρία Αθανασία έκανε να παρέμβει, για να πάει εκείνη, όμως ο άντρας της αρνήθηκε (Θα πάω εγώ με τον γιο μου. Όπως τότε που τον μάθαινα να φτιάχνει τον καλό μου τον ελληνικό μου καφέ), και ο Φίλιππος (που σκεφτόταν ότι οδηγούνταν σε μια τελική απόφαση, κάτι που ειλικρινά ήθελε να γίνει, γιατί είχε κουραστεί από τη σιγοβράζουσα ένταση) έκανε νόημα στην μητέρα του να καθίσει. Η Ηρώ δεν ανακατεύτηκε, αλλά ανασήκωσε τα φρύδια και πήγε να μισοκλείσει τα μάτια. Ο Φίλιππος προσπάθησε να την ηρεμήσει, αν και, όταν γύρισε για να ακουμπήσει καλά ο πατέρας του στο δεξί χέρι του, δεν ήξερε αν το είχε καταφέρει.

Η συζήτηση μεταξύ γιου και πατέρα συνεχίστηκε όταν ο καφές άρχισε να ψήνεται στο μπρίκι. Ο Φίλιππος ένιωθε να ζεσταίνεται κι αυτός, ενώ παρατηρούσε μια τον καφέ και μια τον Περικλή, που καθόταν σε μια καρέκλα και ατένιζε το μοναχοπαίδι του.
«Δεν θα είσαι με αυτή την κοπέλα» είπε ο ηλικιωμένος κάποτε. «Δεν κάνει για σένα, Φίλιππε. Δεν ταιριάζετε. Το ξέρεις, βαθιά μέσα σου το ξέρεις. Δεν έχετε κοινά, δεν…»
«Άκουσε, πατέρα» τον διέκοψε με αποφασιστικότητα ο Φίλιππος «και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Εγώ θα είμαι με την Ηρώ. Από τη στιγμή που και εκείνη με θέλει, θα είμαστε μαζί. Είτε σου αρέσει, είτε όχι. Θέλω να είσαι με το μέρος μου, με το μέρος μας, πραγματικά το θέλω, αλλά δεν θα σε παρακαλέσω περισσότερο. Το ακούς; Δεν θα σε παρακαλέσω. Ήδη σε άφησα να πεις πολλά, υπερβολικά πολλά. Την προσέβαλες, κι όχι λίγες φορές, και…»
Ο Περικλής τον σταμάτησε, για να πει την γνώμη του με θυμό.
Ο Φίλιππος έπραξε το ίδιο.
Και ξανά από την αρχή.
Και ξανά.

Θα συνέχιζαν στον ίδιο ρυθμό, αν ο Περικλής δεν του τόνιζε ότι ο καφές θα χυνόταν, κάτι που έκανε και τους δύο να αναστενάξουν και να συγκρατήσουν το χαμόγελό τους.
«Όπως τότε, την πρώτη φορά που προσπάθησες να ψήσεις ένα ρημαδο-καφέ» είπε ο Περικλής. «Και τότε παραλίγο να τον χύσεις, και μετά ποιος θα άκουγε την μάνα σου».
Ο Φίλιππος συμφώνησε και δάγκωσε το χείλος του. «Όντως, όντως». Έβαλε προσεχτικά τον καφέ στο ποτήρι και ξέπλυνε το μπρίκι. Γύρισε προς τον πατέρα του, με μάτια έτοιμα να βουρκώσουν. «Τι θα κάνουμε, πατέρα;»

Ο Περικλής δεν απάντησε αμέσως. Ρούφηξε τη μύτη του. Ατένισε την εικόνα του Μυστικού Δείπνου που κρεμόταν σε έναν τοίχο. Συλλογίστηκε μια φορά κι έναν καιρό που ήταν και ο ίδιος νέος, και μια κοπέλα, ονόματι Αθανασία, ήταν νέα και όμορφη, και ο πατέρας της, όταν τον πρωτοείδε, αντέδρασε λες και κάποιος θα του έκλεβε τα χωράφια…

Γύρισαν στο σαλόνι.
Η Αθανασία δεν κοίταξε με τη μια τον γιο ή τον άντρα της. Ούτε ο άντρας της κοίταξε εκείνη ή τον γιο του.
Αμφότεροι κοίταξαν την Ηρώ.
Κι είδαν το ξάστερο βλέμμα της να παρατηρεί τον γιο τους, το αγόρι της, τον Φίλιππο.
Κι είδαν το χαμόγελό της προς αυτόν.
Κι είδαν και το βλέμμα και το χαμόγελο του γιου τους, του αγοριού της κοπέλας, προς αυτήν.

Τότε μόνο οι δύο ηλικιωμένοι κοίταξαν ο ένας τον άλλο.

Η κυρία Αθανασία ένευσε. Τα μάτια δεν ψεύδονται, σκέφτηκε.
Ο κύριος Περικλής αναστέναξε και κατένευσε κι αυτός. Ήξερε ότι είχε χάσει. Όπως κάποτε ο πεθερός του είχε χάσει κι εκείνος.

Το απόγευμα δεν καταστράφηκε τελικά, μα έγινε βράδυ, ο καφές έδωσε τη θέση του σε ένα θεσπέσιο γεύμα που ετοίμασαν γρήγορα και αποτελεσματικά η Αθανασία και ο Φίλιππος, ενώ η Ηρώ καθόταν δίπλα στον κυρ Περικλή και συζητούσαν, ήρεμα (Περικλής: Τελικά, είσαι καλή κοπέλα. Σεβαστική. Θα γίνεις σωστή κυρία. Μπράβο, κορίτσι μου!… Ηρώ: Σας ευχαριστώ, να είστε καλά!…) ή και όχι τόσο ήρεμα (Περικλής, αφού το καλοσκέφτηκε: Τους χαλκάδες, όμως, και αυτή τη μπλούζα… Ηρώ: Μου αρέσουν… Περικλής: Ναι; Αλλά γιατί να σου αρέσουν; Γιατί να έχεις αυτά, αντί;… Ηρώ, χαμογελώντας με μισόκλειστα μάτια: Μην το πιέζετε, κύριε Περικλή!…), αλλά κατά βάση συνεννοούνταν.

[Η ιστορία προέρχεται από απόφαση του κοινού του TheBluez.gr (έπειτα από σχετική ανακοίνωση για μια «Ρωσικ… εεεεεε… ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΡΟΥΛΕΤΑ;;;»). Κάποιος από τη Συντακτική Ομάδα θα αναλάμβανε έναν κόντρα ρόλο: να παίξει σε ξένο λογοτεχνικό γήπεδο. Εγώ, ο γκαντεμ… ο τυχερός, θα έπρεπε να γράψω μια «ρομαντική ιστορία με σιροπιαστό happy ending».
Το πέτυχα ή όχι, εσείς θα αποφασίσετε!]

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και ακούσια.
Αξιοποιούνται πραγματικές τοποθεσίες (όπως το σχολείο) και στοιχεία (όπως τα παιχνίδια που αναφέρονται), αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading