Τον είπα Peter Pan, γιατί έχει χέρια απαλά – τόσο απαλά, που όταν σε αγγίζουν, δεν πονάς. Έχει πρόσωπο γλυκό, βλέμμα που αν χαθείς μέσα του, διαβάζεις εκείνα τα happy end των αγαπημένων σου παιδικών παραμυθιών. Τον είπα Peter Pan, γιατί όταν με έπιασε απ’ το χέρι, με ταξίδεψε στη “Χώρα του Ποτέ”. Την ονόμασα έτσι, γιατί ποτέ δεν φαντάστηκα πως υπάρχει.
Τώρα, σιγά σιγά, αντλώ θάρρος να τη σεργιανίσω, να ανακαλύψω τους κρυμμένους θησαυρούς της. Τον είπα Peter Pan, γιατί γελά σαν αιώνιο παιδί. Μα κάθε του λέξη μεγαλώνει την καρδιά σου — όχι για να χωρέσει εκείνος, αλλά για να χωρέσει όλη η αγάπη που θέλεις να του δώσεις.
Με κάθε φιλί του, πετώ. Κι από ψηλά, ο κόσμος φαίνεται μικρός – τόσο μικρός, που δεν μπορεί να με αγγίξει.
Τον είπα Peter Pan, γιατί μετά την πρώτη φορά που με κοίταξε στα μάτια, άρχισα να διαβάζω τα παλιά μου μελαγχολικά γραπτά και να χαμογελώ. Τίποτα από αυτά δεν με αγγίζει πια. Αρχίζω να νιώθω ευγνώμων. Άρχισα να θέλω να μάθω πώς είμαστε μαζί – εγώ κι εκείνος. Μοιάζω με παιδί που ανακατεύει διαφορετικά χρώματα και περιμένει να δει το αποτέλεσμα της ανάμειξης. Παλιά έφτιαχνα ασπρόμαυρα σκίτσα. Τώρα, τα βγάζω από τα συρτάρια και ετοιμάζω τα πιο όμορφα χρώματα για να τα γεμίσω. Να μοιάζουν χαρούμενα, ελπιδοφόρα, να τους δώσω πνοή. Θέλω τα σκίτσα μου πια να έχουν πνοή – όπως ένα κομμάτι μου που ζωντάνεψε ξανά μετά το πρώτο του βλέμμα.
Πάντα άλλωστε έλεγα πως στα μάτια καθρεφτίζεται η ψυχή — όχι μόνο του κατόχου, αλλά και του παρατηρητή. Κι εγώ, στα δικά του μάτια, είδα εκείνο το κορίτσι που είχα χρόνια να δω. Το κορίτσι που είχε στην καρδιά του μονάχα αγάπη και κοίταζε τον κόσμο καλοπροαίρετα, με ένα χαμόγελο διάπλατο. Κι ενώ στα μάτια άλλων απλά χανόμουν – και το θεωρούσα όμορφο – στα δικά του μάτια με βρήκα. Τι πιο όμορφο από αυτό; Γιατί είμαι αυτή. Απλά οι συνθήκες με ανάγκασαν να προσποιούμαι κάποια άλλη.
Και λοιπόν… Αν έπρεπε να μας χαρακτηρίσω, θα έλεγα πως ίσως είναι ο Peter Pan κι εγώ η Γουέντι – σε ένα plot twist του κλασικού παραμυθιού. Μόνο που εδώ τα αισθήματα είναι αμοιβαία. Μια Γουέντι αποφασιστική και ώριμη για να είναι ακόμη παιδί, μα με την πρώτη του αγκαλιά ξαναβρίσκει εκείνη την παιδική ξεγνοιασιά που είχε στερηθεί… όταν άρχισαν να χαράσσονται στην καρδιά της ενήλικα σημάδια.
Είναι ο Peter κι εγώ η Γουέντι – σε μια διαφορετική εκδοχή.
Λίγο φοβάμαι, γιατί λένε πως τα παιδιά ξεχνάνε εύκολα. Κι αν εκείνος, σαν αιώνιο παιδί, με σβήσει απ’ τη μνήμη του; Άμα χαθώ; Μα λένε πως τα παιδιά δεν ξεχνούν ποτέ όσους τους σημάδεψαν.
Και κρατιέμαι απ’ αυτή την ελπίδα: πως κι εγώ είμαι μια απ’ αυτούς. Πορεύομαι με την ευχή να μη γίνω μια εικόνα που αλλοιώνεται με τον χρόνο στην καρδιά του, αλλά να με αγαπήσει αληθινά — όπως μόνο τα αιώνια παιδιά αγαπούν.
Ιωάννα Χαντζαρά
