Του έδωσε το χέρι της και υπό τον ήχο του αγαπημένου της τραγουδιού, χωρίς να πουν τίποτα άλλο, χόρευαν βαλς κάτω από την βροχή, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών. Μα τι αξία έχει η ζωή αν δεν ζήσεις την στιγμή, όπως ακριβώς την θέλεις χωρίς να σε νοιάζουν τα περίεργα βλέμματα γύρω σου! Μόλις τελείωσε το τραγούδι, την έσφιξε από τη μέση, την σήκωσε αρκετούς πόντους από το έδαφος και την στριφογύριζε. Εκείνη άνοιξε τα χέρια, έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω και η βροχή έπεφτε λυτρωτική στο πρόσωπό της, νιώθοντας ασφαλής στα χέρια του κι ας μη πατούσε στη γη. Σιγά σιγά, την άφησε να πατήσει στα πόδια της, διατηρώντας την στον κλοιό των χεριών του, με τα σώματά τους να ακουμπούν το ένα το άλλο. Όταν τα πρόσωπά τους βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής, για κάποια δευτερόλεπτα μιλούσαν μόνο τα βλέμματα τους και οι χτύποι της καρδιάς τους.
– Χριστόφορε! Εσύ; Τώρα έχει μια λογική το ψευδώνυμο ΚριςΑς! Ώστε η Κική, έδινε τις πληροφορίες για μένα!, μίλησε πρώτη, μη παίρνοντας τα μάτια της από πάνω του. Καλά πως; Ένα χρόνο τώρα συνάδελφοι με την αδερφή σου, εμείς οι δύο έχουμε συναντηθεί ελάχιστες φορές.
– Θα σου τα εξηγήσω όλα, απάντησε εκείνος και μόνο τότε, χαμήλωσε το βλέμμα του, χαλάρωσε τα χέρια του, απομάκρυνε το σώμα του.
– Τι συμβαίνει;, απόρησε η εκστασιασμένη μέχρι τότε η κοπέλα.
– Πρέπει να μιλήσουμε. Μπες στο αμάξι, να πάμε σπίτι μου. Θέλεις;
– Έτσι; Μούσκεμα; Τα καθίσματα;
– Δεν με νοιάζει. Μπες!
Της παραχώρησε το μπάνιο, να κάνει πρώτη, της έδωσε μια μπλούζα του κι ένα μαγιό – βερμούδα να φορέσει και τον περίμενε να βγει κι αυτός. Όταν ντύθηκε, έκανε καφέ και για τους δύο κι έκατσαν ο ένας απέναντι στον άλλο.
– Θέλω να με ακούσεις και να μη βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Θα σου τα πω όλα.
– Ωχ! Κάτι δεν θα μου αρέσει από όσα θα ακούσω, έτσι;
– Άφησε με να σου τα πω από την αρχή! Η Κική, όπως ξέρεις, δουλεύει για τον Θάνο περίπου τέσσερα χρόνια. Αυτό που δεν ξέρεις, αφού δεν σου το είπε ποτέ, είναι ότι από την πρώτη στιγμή, τον ερωτεύτηκε.
– Τι; Και γιατί δεν μου το είπε ποτέ; Είχαν σχέση;
– Όχι, ποτέ, γιατί ποτέ δεν έδειξε ενδιαφέρον ο Θάνος για κείνη και η αδερφή μου έλιωνε για τον τύπο. Τον πολιόρκησε με τον τρόπο της τον πρώτο χρόνο, αλλά εκείνος αδιαφορούσε. Μετά, για δύο χρόνια που ήταν με την Βασιλική, δεν την έπαιρνε να εκδηλώνει τα αισθήματά της. Η Βασιλική ήταν τσαούσα, τον είχε σήκω κάτσε τον δικό σου και η Κική μαζεύτηκε και μαράζωνε. Όταν χώρισαν, άρχισε πάλι να τρέφει ελπίδες αλλά τότε, ήρθες στην ζωή του εσύ.
– Δεν καταλαβαίνω. Εμένα από την πρώτη στιγμή με πλησίασε με καλοσύνη και με ενθάρρυνε για τη σχέση μου με τον Θάνο, όταν οι άλλες με κοιτούσαν με μισό μάτι. Και στην τελική τι σχέση έχουν όλα αυτά με σένα και τα μηνύματά σου;
Η Σταυρούλα ήταν τόσο μπερδεμένη! Λίγη ώρα πριν έζησε την απόλυτη φαντασίωση στην βροχή και τώρα…. Η αντίδρασή του, την έβαλε σε χειρότερες υποψίες. Τον έβλεπε ανήσυχο, σχεδόν ένοχο και αγωνιούσε για την συνέχεια.
– Ήταν όλα μέρος του σχεδίου της!, αυτές οι έξι λέξεις, μάτωσαν ταυτόχρονα τις ψυχές και των δύο.
– Σχεδίου; Τι λες!;
– Τρελή από ζήλια, προσπαθούσε να βρει τρόπο να σας χωρίσει. Σε πλησίασε με φιλικές προθέσεις για να μάθει τα πάντα για σένα.
– Και γω η αφελής, για να μη πω η ηλίθια, έπεσα στη παγίδα χωρίς να καταλάβω το παραμικρό!
– Μη κατηγορείς τον εαυτό σου! Δεν θα μπορούσε να πάει το μυαλό σου. Είσαι τόσο γλυκό πλάσμα!
– Χριστόφορε! Δεν χρειάζομαι κανάκεμα. Την αλήθεια χρειάζομαι επιτέλους!, του είπε αυστηρά, χωρίς να θυμίζει τίποτα από το γλυκό πλάσμα που μόλις την είχε χαρακτηρίσει εκείνος.
Ο νεαρός, με κομμένα τα φτερά, έπρεπε να συνεχίσει ό,τι άρχισε.
– Γνωρίζοντάς σε, κατάλαβε ότι δεν έχετε τίποτα κοινό με τον Θάνο και ήλπιζε να είσαι η σχέση του μήνα όπως συνήθιζε εκείνος πριν την Βασιλική. Όταν περνούσαν οι μήνες και δεν χωρίζατε, κατέστρωσε το σχέδιο στο μυαλό της. Χρειαζόταν τον κρυφό θαυμαστή.
– Ήταν όλα ένα ψέμα λοιπόν; η Σταυρούλα κατέρρευσε. Το μόνο που δεν ήθελε, να την δει να κλαίει, μα δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
– Ξεκίνησαν όλα σαν ένα ψέμα, αλλά όλα άλλαξαν στην πορεία, της είπε και αμέσως βρέθηκε γονατιστός μπροστά της.
– Δεν χρειάζεται να με παραμυθιάζεις άλλο. Χωρίσαμε με τον Θάνο! Μπορεί να τον διεκδικήσει!, του είπε παραμερίζοντάς τον και πήγε προς την πόρτα. Σηκώθηκε κι εκείνος, την έπιασε από τον αγκώνα και την σταμάτησε.
– Σε παρακαλώ, άκουσέ με!
Ούτε γύρισε να τον κοιτάξει. Με την πλάτη γυρισμένη σε κείνον, το μόνο που ήθελε, ήταν να φύγει. Ήταν τόσο πληγωμένη.
– Δεν θέλω να ακούσω τίποτα! Παράτα με!
– Σταυρούλα, είμαι ερωτευμένος μαζί σου!
Η κοπέλα απότομα ακινητοποιήθηκε και γύρισε το σώμα της προς εκείνον. Τον κοίταξε ευθεία στα μάτια προσπαθώντας να βρει την κοροϊδία στο βλέμμα του. Τα μάτια του ήταν υγρά, αφού με το ζόρι συγκρατούσε τα δάκρυά του, μα και τόσο καθαρά. Την αλήθεια του έβλεπε κι αυτό την μπέρδευε! Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, ένιωσε τόσο έντονα συναισθήματα γι’ αυτόν τον μέχρι πριν λίγο, ξένο άντρα και τώρα, την απόλυτη προδοσία.
– Χριστόφορε, αρκετά δεν παίξατε μαζί μου τα αδέρφια;
– Όλα όσα μάθαινε για σένα, ήθελε να τα εκμεταλλευτεί. Ήξερε ότι η Αχίλλειος πτέρνα σου, ήταν ότι δεν εξέφραζε το τι νιώθει και το κόλλημά του με τις σπουδές σου. Έτσι, εφηύρε εμένα, να μιλήσω στη ψυχή σου. Να σου λέω αυτά που ήθελες να ακούσεις, που είχες ανάγκη. Όχι, δεν ήταν πραγματική φίλη. Και λυπάμαι γι’ αυτό. Ούτε κι εγώ ήμουν αληθινός κρυφός θαυμαστής. Συμφώνησα, γιατί την αγαπώ, γιατί είναι η αδερφή μου, γιατί νόμιζα πως έτσι την βοηθάω, να κερδίσει τον άνθρωπο που ήταν τρελά ερωτευμένη. Όσο όμως μου έλεγε στοιχεία για σένα, για να πλέξουμε την ιστορία, τόσο ένιωθα ότι ταιριάζουμε. Τόσο αντιλαμβανόμουν ότι αυτός σε είχε σαν λάφυρο. Ο άντρας ο πολλά βαρύς, που επιβεβαιωνόταν με τις μικρότερες και όμορφες, που δεν του καιγόταν καρφί για το πώς ένιωθες. Δεν του άξιζες Σταυρούλα!
– Και σε ποιον αξίζω; Σε σένα; Εκείνος τουλάχιστον δεν προσποιήθηκε κάποιον άλλον, δεν με ξεγέλασε!
– Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο! Όμως πίστεψέ με, αν σε κορόιδευα, δεν θα σου αποκάλυπτα την αλήθεια, έστω και τώρα. Δεν θέλω κανένα ψέμα και καμία σκιά να είναι ανάμεσά μας.
– Έλα στη θέση μου! Νομίζεις είναι εύκολο να σε πιστέψω;
– Δεν είμαι περήφανος για ό,τι έκανα. Λυπάμαι πολύ! Μακάρι να μη δεχόμουν ποτέ να παίξω αυτό το ρόλο. Αλλά αν δεν έμπλεκα με όλο αυτό, δεν θα σε γνώριζα ποτέ σε βάθος, δεν θα ανακάλυπτα πόσο θαυμάσιο άτομο είσαι, ούτε και πόσο ταιριάζουμε!
– Χριστόφορε, δεν μπορώ! Δεν μπορώ να πιστέψω τίποτα. Θέλω να φύγω.
– Θα σε πάω εγώ!
– Όχι, θα πάρω ταξί μέχρι το μηχανάκι μου.
– Δεν ακούω κουβέντα! την πήρε από το χέρι και δεν δεχόταν αντίρρηση.
Αντί να την πάει στο μηχανάκι της, πήρε άλλο δρόμο.
– Πού πας;
– Στον λόφο σου!
– Χριστόφορε μην το παλεύεις άλλο!
Δεν την άκουσε. Έκατσαν στο παγκάκι και της έπιασε το χέρι.
– Αυτό το σημείο της πόλης είναι και δικό μου αγαπημένο. Όταν σπούδαζες, ακόμα δεν σε ήξερα, σε είχα δει πολλές φορές σε αυτό το παγκάκι. Εγώ καθόμουν εκεί, λίγα μέτρα πιο μακριά και πάντα αναρωτιόμουν γιατί μια τόσο όμορφη κοπέλα κάθεται μόνη αντί να έχει κάποιον δίπλα της. Όταν σε είδα πρώτη φορά στον παιδότοπο, το θεώρησα σημάδι. Σκόπευα να σε πλησιάσω, να διεκδικήσω μια ευκαιρία μαζί σου. Δεν ήξερα καν ότι έχεις σχέση με τον Θάνο. Όλα γκρεμίστηκαν όταν η Κική μου ζήτησε να κάνω ό,τι έκανα! Δεν της είπα ποτέ, ότι σε είχα συναντήσει και σε είχα προσέξει χρόνια πριν. Ταλαντεύτηκα πολύ, δεν κοιμόμουν τα βράδια. Δεν είχα την δύναμη να της αρνηθώ. Ίσως μέσα μου, το θεώρησα και ευκαιρία να έχω επαφή μαζί σου, δεν ξέρω. Έκανα λάθος και τώρα το πληρώνω. Στην πραγματικότητα όμως, εγώ ένιωθα όσα έλεγα. Μπορεί, να ήταν βάση σχεδίου, μπορεί να εξυπηρετούσαν έναν σκοπό, μα ένιωθα τη κάθε λέξη.
Η Σταυρούλα τον κοιτούσε αμίλητη, με το μυαλό της, να γυρίζει πίσω, χρόνια πριν. Γι’ αυτό κι εκείνη όταν τον είδε στον παιδότοπο, ένιωσε ότι από κάπου τον ήξερε! Ήταν ο νεαρός, που καθόταν μόνος στο απέναντι παγκάκι και κάποιες φορές που τον πέτυχε, σκεφτόταν, πώς γίνεται αυτή η πόλη να φιλοξενεί τόσους μοναχικούς ανθρώπους, σαν την ίδια. Της έλεγε την αλήθεια λοιπόν! Το είχε δει και πριν στο καθαρό του βλέμμα, αλλά ο θυμός της δεν της επέτρεπε να το παραδεχτεί.
– Σε θυμάμαι. Τώρα που το λες, σε θυμάμαι!
Ο Χριστόφορος την κοίταξε έκπληκτος.
– Αλήθεια λες; Με είχες προσέξει;
– Ναι! Η μοναξιά σου, μαλάκωνε την δική μου, την έκανε κάπως υποφερτή, σα να έστελνε κύματα συμπαράστασης.
– Σταυρούλα, στο ορκίζομαι στη ζωή μου, δεν ήθελα να σε πληγώσω! Έκανα λάθη, έγιναν όλα ένα μπερδεμένο κουβάρι, μα αυτό που νιώθω για σένα είναι αληθινό και ξεκάθαρο! Με πιστεύεις; Δώσε μου μια ευκαιρία να στο αποδείξω.
– Θα περάσεις από βασανιστήρια για να δω αν λες αλήθεια, για να σε πιστέψω, του είπε και του χαμογέλασε.
– Όσα βασανιστήρια θέλεις! Αυτά μπορώ να τα αντέξω. Το να σε χάσω, όμως, δεν θα το αντέξω.
– Θα καθόμαστε μαζί πια στο παγκάκι, θα ενώσουμε τις μοναξιές μας.
– Νιώθω πως σε αγάπησα, πολύ πριν σε γνωρίσω!
– Νιώθω πως θα σε αγαπήσω πολύ περισσότερο, όταν σε γνωρίσω καλά.
– Έχουμε όλο το χρόνο μπροστά μας!
– Ναι Χριστόφορε, έχουμε όλο το χρόνο μπροστά μας.
Το φιλί τους σφράγισε τα λόγια τους. Ένα φιλί που διέγραψε τα όποια σχέδια εξόντωσης, που έσβησε τα λάθη, που άφησε πίσω όσους έβαλαν εμπόδια. Ένα φιλί που ένωσε τις ψυχές τους, που μέλωσε το τώρα, που υποσχόταν το αύριο. Ένα φιλί, που μετέτρεψε τον κρυφό θαυμαστή, στον έναν και μοναδικό έρωτα της ζωής της.
Χρυσούλα Καμτσίκη
Τέλος
