Με ένα φουστάνι

Η Φιλίτσα κοίταξε τους ξασπρισμένους κόμπους των δακτύλων της. Τα δύο της χέρια κλεισμένα ώρες τώρα σε γροθιές είχαν μουδιάσει. Εκείνη όμως δεν ένιωθε πια τον πόνο από τα νύχια της που είχαν μπηχτεί στις παλάμες της και τις είχαν ματώσει. Κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε, αλλά αυτή δεν μπορούσε να κουνηθεί στριμωγμένη όπως ήταν δίπλα στο παράθυρο του οτομοτρίς από την πληθωρική κυρά Δέσπω, με το παχύ μαύρο μουστάκι στο άνω χείλος, που μύριζε σκόρδο ανακατεμένο με την ξινή μυρωδιά του ιδρώτα. Η Φιλίτσα ρουθουνίσε δυνατά, φανερά ενοχλημένη, αλλά κανείς δε φάνηκε να της δίνει σημασία. Κοίταξε συνοφρυωμένη τη μάνα της, που καθόταν απέναντί της, μα εκείνη την απέφυγε και έκανε ότι κοιτά έξω, τον κάμπο που έτρεχε μακριά τους. Δίπλα στη μάνα της καθόταν ο πατέρας της, με τα χοντρά μουστάκια του, τα κιτρινισμένα από τον καπνό κάτω από τη μύτη. Είχε σταυρώσει τα δουλεμένα μπράτσα του στο στήθος και την σαΐτευε μέσα από τα πυκνά του φρύδια με βλέμμα που άλλοτε την έκανε να τρεμουλιάζει από φόβο. Η Φιλίτσα κατέβασε για ακόμη μια φορά το βλέμμα της στις γροθιές της. Γιατί να είστε τόσο μικρές; Τόσο αδύναμες; τις έψεξε άηχα. Η εικόνα από τις τραχιές χερούκλες του πατέρα της που τώρα κρυβόταν κάτω από τα μυώδη μπράτσα του της ήρθαν στο νου.

«Άκου να σου πω! Σ’ αυτό το σπίτι, κουμάντο κάνω, εγώ! Κι όποιος έχει αντίθετη άποψη, στρώνει αμέσως, μ’ αυτό!» της έλεγε, σαν ήτανε μικρή, και κουνούσε τη γροθιά του μπροστά στο πρόσωπό της. Άλλοτε, πάλι, σαν παιχνίδι το ‘χε, χούφτιαζε το μικρό χεράκι της και το έσφιγγε σαν τανάλια, ώσπου να την αναγκάσει να μπήξει τα κλάματα. Το ίδιο έκανε και λίγο πριν τη βγάλει, σχεδόν σηκωτή, έξω από την αυλόπορτα του σπιτιού τους εκείνο το πρωί, ως υπενθύμιση. Μόνο που η Φιλίτσα τον κοίταγε δίχως καν να βλεφαρίσει, το χέρι της δίπλωσε, ένιωσε τα δύο άκρα της παλάμης της να ενώνονται και τα κόκκαλά της να τρίζουν, αλλά δεν έβγαλε άχνα. Μόνο τον κοίταγε κατάματα με βλέμμα φαρμακερό. Θα της το ‘χε σπάσει το χέρι, αν δεν παρέμβαινε η μάνα της λέγοντάς του ότι δεν μπορούν να την πάνε στον γαμπρό με σπασμένο χέρι. Στον γαμπρό! Αυτή η λέξη έκανε τα νύχια της να μπήγονται βαθύτερα στις πονεμένες της παλάμες, το αίμα μέσα της να κοχλάζει, τα μάτια της να στάζουν δηλητήριο και την ανάσα της κοφτή, συριχτή, να βγαίνει από τα ρουθούνια της. Ένας γλάρος έκρωξε σχεδόν έξω από το παραθύρι της. Το ζηλόφθονο βλέμμα της χάιδεψε το ελεύθερο εκείνο πλάσμα. Αχ και να ‘χα τα φτερά σου, σκέφτηκε, τώρα θα πέταγα έξω, μακριά από αυτό το τρένο που με οδηγεί στην κόλαση. Στον γαμπρό…

«Καλέ κυρ Λευτεράκη μου, μεγάλη τύχη σου λέω! Απόστρατος συνταγματάρχης, με περιουσία, η μισή Πάτρα δική του, και αυτός θέλει κορίτσι από τον τόπο του, απ’ την Κατούνα! Κι εγώ σκέφτηκα εσάς! Τη στερνοκόρη σας, τη Φιλίτσα, που είναι όμορφη και προκομένο κορίτσι, αλλά και που παραμεγάλωσε εδώ που τα λέμε!»

«Ε, όχι και παραμεγάλωσε δεκαοχτώ χρονών κοπέλα!» επενέβη η μάνα της, μα το κοφτερό βλέμμα του πατέρα της την έκανε να κατεβάσει τα μάτια της και να καθαρίσει ακόμη μία φορά τα ψίχουλα που δεν υπήρχαν πάνω στο καρό, φθαρμένο τραπεζομάντηλο.

«Καλέ, τι να λέμε τώρα! Ευκαιρία μεγάλη! Ούτε προίκα θέλει, ούτε τίποτα ο άνθρωπος! Μόνο ένα καλό κορίτσι να στολίσει το σπίτι του! Έτσι όπως είναι, μ’ ένα φουστάνι! Ύστερα τόσες κόρες… Εσύ και ο γιος σου δουλέψατε και τις καλοπαντρέψατε, αλλά πόσο ακόμη αντέχεις, κυρ-Λευτεράκη μου; Κι εκείνον τον κακόμοιρο τον Σταύρο, που έφτασε πια τριάντα, δεν τον σκέφτεσαι; Πότε θα παντρευτεί επιτέλους, να σου κάνει εγγόνια, να συνεχίσει το όνομά σου;». Κοίταξε από τη χαραμάδα τον Σταύρο η Φιλίτσα και κατάλαβε. Ο αδερφός της την είχε φέρει ως εκεί την κυρά Δέσπω, τώρα πια ήταν σίγουρη. Το ευχαριστημένο ύφος του τα έλεγε όλα. Ήθελε να ξεφορτωθεί το “γραμμάτιο” και να παντρευτεί τη Μαρία όσο το δυνατόν συντομότερα. Κι επειδή προίκα δεν υπήρχε πια, θεώρησε ευκαιρία τον πενηνταπεντάχρονο απόστρατο συνταγματάρχη με το ένα χέρι. Μωρέ μπράβο για αδερφός! σκέφτηκε η Φιλίτσα και ίσα που συγκρατήθηκε να μη βγει όξω και τον φτύσει στα μούτρα.

«Λοιπόν, τι λέτε κυρ-Λευτέρη μου; Να τώρα που φτάσαμε Κρυονέρι και μπαίνει ο οτομοτρίς στο καράβι, να βγούμε να μας φυσήξει λίγο ο αέρας; Μπάφιασα εδώ μέσα τόση ώρα! Άλλωστε δεν μπορεί να πάει πουθενά η τσούπα…» είπε άξαφνα η κυρά Δέσπω και έκανε να ανασηκωθεί, αλλά τα πάχυτά της, που κρεμόταν ατσούμπαλα από πάνω της, δεν την άφηναν. Η καρδιά της Φιλίτσας αναπήδησε σαν τρελή στο άκουσμα των λέξεων και ύστερα άρχισε να χτυπά γοργά δυνατά, τόσο που φοβήθηκε μην την ακούσει ο πατέρας της. Εκείνος ανασηκώθηκε βαριεστημένος και βοήθησε την κυρά Δέσπω να σταθεί στα πόδια της. Έπειτα, χωρίς να πει κουβέντα, προχώρησε κατά την πόρτα και αποβιβάστηκε στο μισοσκουριασμένο κατάστρωμα του “Καλυδώνα”. Η μάνα της της έγνεψε να σηκωθεί κι εκείνη, αποφεύγοντας να την κοιτάξει, και για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα, η Φιλίτσα ακολούθησε πειθήνια. Ασυναίσθητα, προτού βγει από το βρωμερό βαγόνι, το νοτισμένο από τα υγρά χνώτα των επιβατών, πέρασε τα χέρια της από τον βαπτιστικό σταυρό της με τη χοντρή αλυσίδα, τα χρυσά σκουλαρίκια της γιαγιάς της και το δαχτυλίδι που της είχε δώσει η μάνα της εκείνο το πρωί. Είναι όλα εδώ, σκέφτηκε ευχαριστημένη, και με σβελτάδα πήδησε πάνω στο σιδερένιο δάπεδο, κάνοντας ένα υπόκωφο θόρυβο. Η αλμύρα και η αψιά μυρωδιά πετρελαίου την χτύπησε στα ρουθούνια. Σκιές περνοδιαβαίναν πάνω στο κατάστρωμα, οι γλάροι έκρωζαν από πάνω τους, ξαφνικά βουτούσαν κάθετα στο γλαυκό στραφταλιστό από τον μεσημεριανό ήλιο, νερό και ορθώνονταν πάλι έχοντας γραπώσει τη λεία τους. Κόσμος αρκετός στριμώχνονταν ανάμεσα στο τρένο, τα φορτηγά και τις κούρσες μιλώντας δυνατά, ώσπου να φτάσει στην κουπαστή. Το φεριμπότ σήκωσε την μπουκαπόρτα καθώς απομακρυνόταν από την αποβάθρα και αργά πήρε να στρίψει κάτω από το αυστηρό βλέμμα της γυμνής και αποκαρωμένης από τον δυνατό ήλιο Βαράσοβας, όταν στριγγλιές γυναικείες και δυνατές φωνές ακούστηκαν.

«Κρατεί κράτει!» φώναζε ένας ναύτης κουνώντας τα χέρια του κατά τον καπετάνιο, όμως εκείνος δε φαινόταν να έχει πάρει χαμπάρι, και οι μηχανές γουργούρισαν ευχαριστημένες, βγάζοντας μαύρες βρωμερές τούφες καπνού που έκανε τα μάτια να τσούζουν.

«Είναι καλά!» ακούστηκε μια μπάσα αντρική φωνή δείχνοντας με το δάχτυλό του κάτι σκούρο που επέπλεε στη θάλασσα.

«Κολυμπά!» αναφώνησε μια γυναίκα και οι άνθρωποι σταυροκοπήθηκαν.

«Καλά, πώς έπεσε η κοπέλα μέσα;» αναρωτήθηκε δυνατά μια άλλη κυρία με σακάκι και πλατύγυρο καπέλο.

«Καλέ, η Φιλίτσα είναι αυτή;» αναφώνησε η κυρά Δέσπω που εκείνη την ώρα κατάφερε να φτάσει ως την κουπαστή, δίπλα στον Λευτέρη και τη γυναίκα του που είχαν μείνει στήλη άλατος.

Η Φιλίτσα κολυμπούσε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μακριά από το φέριμποτ, μακριά από τους γονείς της, μακριά από τον γαμπρό στην Πάτρα. Στα χείλη της κρατούσε σφιχτά τον σταυρό της, μην τύχει και της φύγει. Πότε πότε γυρνούσε να δει πίσω της, το φέρι μποτ, που απομακρυνόταν ξερνώντας τολύπες μαύρου καπνού, και η καρδιά της κόντευε να σκάσει από χαρά. Φεύγει! Δεν γυρνά να την πάρει, κι αυτή φτάνει στην ακτή! Τα πόδια της πατήσαν βότσαλα… Για μια στιγμή ένιωσε να λυγίζει. Μα η σκέψη ότι κατόρθωσε να το σκάσει, την ατσάλωσε. Βγήκε από το νερό και κάθισε ξέπνοη στην ακρογιαλιά.
«Κουπελιά, είσι καλά;» ακούστηκαν φωνές πίσω της από μερικούς ψαράδες.
Τους έγνεψε θετικά και ρώτησε ασθμαίνοντας ακόμη «Πότε γυρνά πίσω το φεριμπότ;» «Ουουου έχ’ ώρες ακόμη!»
«Και πότε περνά το λεωφορείο για Ναύπακτο;»
«Σε καμιά ώρα!»

Ωραία. Θα ‘χω προλάβει να ψιλοστεγνώσω, σκέφτηκε ευχαριστημένη και πέρασε τα χέρια της να τσεκάρει ότι όλα τα κοσμήματα της βρίσκονταν ακόμη στη θέση τους. Έλειπε μόνο το ένα σκουλαρίκι, μικρό το κακό. Τουλάχιστον τα υπόλοιπα μπορούσε να τα πουλήσει για λίγα λεφτά για να ‘χει να τρώει, και ίσως να νοικιάσει ένα δωμάτιο ώσπου να βρει δουλειά. Υπολόγιζε και στη βοήθεια της ξαδέρφης της, και καλύτερής της φίλης, που είχε παντρευτεί και ζούσε πια στην Αθήνα. Ψάρεψε από το στήθος της ένα μικρό ρολό με λίγα χαρτονομίσματα και κέρματα που είχαν καταφέρει να μαζέψουν μάνα και κόρη για να έχει για τα εισιτήριά της μέχρι την Αθήνα, τα ξετύλιξε με προσοχή και τ’ άπλωσε να στεγνώσουν πάνω στα βότσαλα. Κατόπιν πήρε να τρίβει τα χέρια και τα πόδια της να ζεσταθούν, γιατί το Κρυονέρι ήταν όνομα και πράμα…

Και η Φιλίτσα τα κατάφερε. Τόλμησε να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, κι ας ήξερε καλά πως αυτό δε θα της το συγχωρούσαν ποτέ. Σε μια εποχή που η οικογένεια, η θρησκεία, η κοινωνία και το φαίνεσθαι όριζαν τις ζωές των ανθρώπων, εκείνη αντιστάθηκε. Παντρεύτηκε τον άνθρωπο που αγάπησε, και την αγάπησε, έκαναν δύο παιδιά κι ένα όμορφο σπιτικό, μα οι πόρτες του πατρικού της έμειναν για πάντα ερμητικά κλειστές γι’ αυτήν. Κι εμείς, οι νεότεροι, δε θα μαθαίναμε ποτέ πως είχαμε μια ακόμη θεία και άλλα ξαδέρφια, αν δεν τολμούσε να εμφανιστεί με τα παιδιά της και τον άντρα της στην κηδεία της γιαγιάς μας. Δεν ξέρω αν αυτό που που μου έμεινε ανεξίτηλο στα χρόνια ήταν η ιστορία, η οποία σιγοψιθυριζόταν διανθισμένη ανάμεσά μας, για τη θεία που το έσκασε μ’ ένα φουστάνι μόνο, ή η ίδια, η εντυπωσιακή παρουσία της. Το καλοσχηματισμένο κορμί, το πανέμορφο πρόσωπο κι εκείνο το φωτεινό βλέμμα… Το βλέμμα ενός ανθρώπου που δεν υποτάχθηκε, αντιθέτως τόλμησε να ζήσει με τους δικούς του κανόνες.

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading