Το καδράκι

Η μικρή Κωνσταντίνα έψαχνε τον μπαμπά της σε όλο το σπίτι. Ήθελε να του δείξει την νέα ζωγραφιά που του έφτιαξε. Όταν δεν τον βρήκε πουθενά, κατάλαβε πού θα ήταν.

Στο αποθηκάκι, καθισμένος στο πάτωμα, ανάμεσα σε κούτες, έψαχνε για άλλη μια φορά αυτό που είχε χάσει. Όταν πέθανε η μαμά του, οι αδερφές του πήραν τα πάντα. Όλα της τα πράγματα. Το μόνο που κατάφερε να κρατήσει για να την θυμάται ήταν ένα μικρό κάδρο με την φωτογραφία της. Και τώρα είχε εξαφανιστεί.

Η μικρή έπαιζε συνέχεια στην αποθήκη. Εκεί ήταν όλη η προηγούμενη ζωή του μπαμπά της. Οι δίσκοι του, που είχαν το δικό τους έπιπλο για να είναι τακτοποιημένοι αλλά και παράξενα νομίσματα από διάφορες χώρες που είχε ταξιδέψει μέσα σε μεταλλικά κουτιά στα συρτάρια του. Αντικείμενα και φωτογραφίες που η μικρή δεν ήξερε από πού προέρχονταν ή σε ποιο μέρος τραβήχτηκαν. Ένα πικ απ που το κουβαλούσε στην ποδιά του από την Αγγλία. Φωτογραφικές μηχανές με μεγάλους και μικρούς φακούς. Μπρούτζινα ποτηράκια από ένα σετ που παρίστανε ότι ετοίμαζε τσάι με αυτά όταν έπαιζε με τις φίλες της. Ποτέ δεν την μάλωσε που τα σκάλιζε. Αντίθετα την ενθάρρυνε να ψάχνει, να αναρωτιέται, να φαντάζεται, να αναζητά, να ονειροπολεί.

«Τι ψάχνεις, μπαμπά;» έκατσε δίπλα του στο πάτωμα και άφησε την ζωγραφιά πάνω σε μια κούτα. Εκείνος την κοίταξε και την φίλησε στα μαλλιά.

«Εσύ την έκανες; Ή σε βοήθησε η μαμά;»

«Μόνη μου!» καμάρωσε και εκείνος απόλαυσε μυστικά την περηφάνια της.

«Μπράβο, γλυκιά μου», έκλεισε και τις υπόλοιπες κούτες. «Ψάχνω μια φωτογραφία της μαμάς μου. Αλλά νομίζω ότι την έχασα».

«Θα την βρούμε», απάντησε αμήχανα γιατί ανησύχησε βλέποντας λυπημένο τον μπαμπά της.

«Έλα να πάμε μια βόλτα, μιας και έχω ρεπό σήμερα».

Οι βόλτες τους δεν ήταν σε κάποιο παιδότοπο, σινεμά ή περπάτημα στο κέντρο της πόλης. Οι βόλτες τους ήταν στην εξοχή, στα βουνά και τα λαγκάδια, σε ξωκλήσια ξεχασμένα, σε μονοπάτια που δεν είχαν ανακαλυφθεί. Του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και ας φοβόταν ότι μια μέρα θα χαθούν για τα καλά. Και πάλι ήξερε ότι θα την πήγαινε σπίτι γιατί αλλιώς ποιος την άκουγε την μάνα της.
Πάντα της κρατούσαν μια ανθοδέσμη που έφτιαχναν οι δύο τους για να γλυκάνουν την αναμονή και πάντα η μαμά της την περίμενε με χαρά. Όταν δεν υπήρχαν λουλούδια στην εξοχή, μάζευαν αγριόχορτα και βότανα που τα έβαζαν με τέτοια σειρά που έμοιαζαν πιο ωραία και από του ανθοπωλείου. Τουλάχιστον έτσι έλεγε η μαμά.

Καθετί μπορούσε να είναι αντικείμενο φωτογραφίας. Μια σκουριασμένη πόρτα, μια γάτα πάνω σε έναν κάδο, μια γέρικη ελιά, ένα άγνωστο φυτό, μια κατσίκα πάνω στον λόφο, ένα εγκαταλελειμμένο αμάξι. Μα περισσότερο το χαμόγελό της κόρης του. Εκείνο πρωταγωνιστούσε στις φωτογραφίες του και στην ζωή του. Έπρεπε μόνο να περιμένουν λίγες μέρες για να τις εμφανίσουν και ύστερα να γεμίσουν άλλο ένα άλμπουμ. Άλλο ένα άλμπουμ που θα την συντρόφευε για πάντα και στις σελίδες του θα ξαναέβρισκε όταν της έλειπαν, τα κομμάτια της παιδικής της ηλικίας.

Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν στο μικρό εκκλησάκι. Την παρακολουθούσε χωρίς να την καθοδηγεί. Την άφηνε να κινηθεί και να πράξει όπως αισθάνεται. Να δει τις εικόνες, να τις φιλήσει, να επεξεργαστεί τον χώρο και να επιλέξει με την καρδιά της. Γιατί αυτό είναι η πίστη μας. Επιλογή της καρδιάς. Όταν η μικρή γονάτισε μπροστά στην Ωραία Πύλη, γονάτισε και εκείνος. Η Κωνσταντίνα έκλεισε τα μάτια, ένωσε τις παλάμες και προσευχήθηκε και ο μπαμπάς της τράβηξε μια από τις αγαπημένες της φωτογραφίες.

«Θα το βρεις, μπαμπά», του είπε βλέποντας τον συννεφιασμένο.

«Ξέρεις, την γιαγιά σου την έχω μέσα στην καρδιά μου και αυτό δεν αλλάζει. Ίσως να είναι εγωιστικό που ζητάω να βρω ένα αντικείμενο. Απλά ήθελα μια φωτογραφία της. Ήταν νέα όταν έφυγε, δεν πρόλαβα να την ζήσω όσο ήθελα. Την πρόδωσε η καρδιά της». Έτσι ακριβώς θα τον έχανε και εκείνη. Η ταπεινότητα και η πραότητά του θα ήταν όμως από τα μεγαλύτερα δώρα που θα της άφηνε.

Γυρίζοντας σπίτι, απόλαυσαν ένα μαγικό ηλιοβασίλεμα που έριχνε όλα του τα χρώματα σε όλον τον τόπο που έφτιαξε ο Θεός.

Φτάνοντας, η μαμά παρέλαβε την ανθοδέσμη της και την έβαλε σε ένα βάζο δίπλα στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Στον προστάτη τους. Σε μερικά χρόνια εκεί δίπλα θα έμπαινε και η φωτογραφία του.
Γύρισε στην αποθήκη να συνεχίσει το ψάξιμο μαζί με την γυναίκα του και παρήγγειλαν στο παιδί να είναι ήσυχο. Είχε αρχίσει να βραδιάζει.

Η πόρτα χτύπησε τρεις φορές. Δεν είχαν περάσει παρά λίγα λεπτά και η μικρή γύρισε και κοίταξε προς την αποθήκη. Αντί να φωνάξει την μαμά της, πήγε και στάθηκε πίσω από την πόρτα. Από το τζάμι ξεχώριζε μια πολύ ψηλή φιγούρα. Της φάνηκε σαν γίγαντας. Στο μυαλό της γύριζαν οι κουβέντες της μαμάς ότι ποτέ δεν ανοίγουμε την πόρτα σε αγνώστους. Μια δύναμη την έσπρωχνε να ανοίξει την πόρτα. Μια δύναμη που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει.

«Ποιος είστε;» ρώτησε απαλά και κοίταξε τον θεόρατο άντρα με τα παλιά ρούχα.

«Πάρε το», τέντωσε το χέρι του.

«Τι είναι αυτό;»

«Ξέρει ο μπαμπάς σου».

Όταν έκλεισε η πόρτα ήταν σαν να κύλησε πάλι ο χρόνος. Οι γονείς της άκουσαν το κλείσιμο της πόρτας και έτρεξαν στον διάδρομο.

«Πόσες φορές το έχουμε πει δεν ανοίγουμε την πόρτα σε αγνώστους!» ωρυόταν η μάνα της.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο μπαμπάς της.

«Εσύ ξέρεις, μου είπε», ανασήκωσε τους ώμους.

«Κωνσταντίνα! Ποιος; Πώς ήταν;» φώναζε ακόμα η μαμά της.

Η μικρή τους περιέγραψε τον άντρα και ο μπαμπάς της την αγκάλιασε σφιχτά. Κρατούσε στα χέρια του ξανά το καδράκι με την ασπρόμαυρη φωτογραφία της μαμάς του ανάμεσα σε δύο ξαδέρφες της. Πήγε και το ακούμπησε δίπλα στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Εκείνη την μεγάλη εικόνα που είχε ζητήσει πριν χρόνια να του φτιάξουν και έχει την δική της ιστορία.

Αγιογραφήθηκε πάνω σε ένα συρτάρι που επέζησε από φωτιά σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι. Το βρήκε μαζί με μια από τις αδερφές του και του έκανε εντύπωση ότι ήταν το μόνο που δεν κάηκε από όλα τα αντικείμενα. Έτσι ο μπαμπάς της το λυπήθηκε, το πήρε, το καθάρισε και παράγγειλε να του φτιάξουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Μετά στο νέο σπίτι επέζησε ξανά από φωτιά. Όταν μια άλλη του αδερφή έβαλε φωτιά στο έπιπλο που ήταν πάνω. Έγιναν όλα στάχτη εκτός από αυτό.

Ο Άγιος στέκει ακόμα και σήμερα αγέρωχος και ατρόμητος. Μοιράζει απλόχερα την ευλογία και την βοήθεια του σε όποιον την αναζητά. Και δεν υπήρχε περίπτωση τότε να μην επιστρέψει πίσω την φωτογραφία που έκλεψαν από το παιδί του.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading