Καφές στη χόβολη

Κάθε πρωί — τι πρωί δηλαδή, ξημερώματα — πριν αρχίσει η λάτρα του σπιτιού, μαζεύονταν πέντε-έξι κυράδες στο χαγιάτι της κυρά-Γιούλας, στη δροσιά, να «γυρίσουν» το κουπάκι. Εκεί, ανάμεσα στους τενεκέδες με τα κόκκινα, κίτρινα και πορτοκαλί γεράνια, ξεκινούσε η τελετουργία του καφέ.

Η μικρή, γύρω στα δώδεκα, άκουγε τα μουρμουρητά, τις πνιχτές κουβέντες και νευρίαζε. Πρώτα, πρώτα γιατί την ξυπνούσαν, όσο χαμηλόφωνα κι αν μιλούσαν. Ύστερα, επειδή «έπιανε» με τ’ αυτί της τις κουβέντες —και ο θυμός την «έπαιρνε και την σήκωνε» .

Η ιεροτελεστία του καφέ και στη συνέχεια η καφεμαντεία (τρομάρα τους — ό,τι τους κατέβαινε, λέγανε!) ήταν κατά τα άλλα ευχάριστη και «αθώα». Τι πιο ανθρώπινο: κυράδες που έτρεχαν απ’ τα χαράματα μέχρι το σούρουπο να φέρουν βόλτα άντρες, παιδιά και σπιτικό, να βάζουν το τσουκάλι τους στη φωτιά και να πίνουν έναν καφεδάκι. Ε, τώρα που το «γύριζαν» κιόλας; Έτσι, για το γούστο, για το αστείο!

Αστείο-αστείο, όμως, η μικρή τις παραφύλαγε. Με το νυχτικό, ξυπόλυτη στο σανιδένιο πάτωμα, μάτι από την μισάνοιχτη πόρτα της κάμαρης, αυτί τεντωμένο σαν χωνί. Η τελετή διεξαγόταν —και καλά— «κεκλεισμένων των θυρών» (ποιων θυρών δηλαδή; Μια εμπριμέ κουρτίνα ανέμιζε στο πρωινό αεράκι), κι ήταν «ακατάλληλη δια ανηλίκους».

Το έπιναν, λοιπόν, το καφεδάκι τους, κι ύστερα, δωσ’ του, το κουνούσαν γύρω-γύρω, μην τυχόν και δεν απλωθεί καλά ο ντελβές, να βγει σωστή η πρόβλεψη. Αλλά καθώς καμιά τους δεν ήξερε στ’ αλήθεια την «τέχνη», εξόκειλε η κουβέντα — και κατέληγε στο κουτσομπολιό.

Από τέσσερις-πέντε γειτονιές του χωριού μαζεμένες, η καθεμιά έφερνε τα νέα απ’ το μετερίζι της. Έκαναν «ανταποκρίσεις» που θα ζήλευαν και τα δελτία ειδήσεων: «νύχι – νύχι» περνούσαν όλο τον πληθυσμό του χωριού: ποια έβαλε μέσα τον γαλατά, ή τον πραματευτή, ή όποιον περνούσε απ’ τα σοκάκια να διαλαλεί το εμπόρευμά του· πόση ώρα έμεινε· τι ψιθύριζαν πίσω απ’ την απλωμένη μπουγάδα· ποιοι κυκλοφορούσαν ψες τη νύχτα με το φανάρι.
Γιατί, ποιος κυκλοφορούσε νύχτα στο χωριό, σκοτάδι μαύρο, πριν «μπει» το ηλεκτρικό; Μόνο αν ήταν για προξενιό — ή αρρώστια. «Όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και… κάτι άλλο που μου διαφεύγει, πατεί», όπως έλεγαν. (Καβαλίνες από γαϊδούρια ή βερβελιές από κατσίκια, νομίζω).
Η κυκλοφορία τη νύχτα, λοιπόν, σπάνια — και άξια σχολιασμού. Γιατί καλά η αρρώστια, θα μαθευόταν: ένας ο γιατρός, με το άσπρο του κουστουμάκι, στόμα με στόμα θα «έβραζε» το χωριό, αργά ή γρήγορα. Αλλά το προξενιό ήθελε πιο πολλή ανάλυση και υποθέσεις. Τώρα θα μου πει κανείς, «γιατί το προξενιό νύχτα»;
Γιατί άμα δεν «τα βρίσκανε» με την προίκα, θα έπαιρνε άλλος την κοπέλα μετά την απόρριψη του πρώτου υποψήφιου;
Δύσκολα πράματα και μπερδεμένος κι ο ντελβές…

Η μικρή άλλαζε πόδι, πιανόταν όρθια αλλά εκεί — να κρυφακούει. Δεν της ερχόταν καλά που η μάνα της έπαιρνε μέρος. Όχι που την ξυπνούσαν. Ίσα-ίσα, χαιρόταν που η μάνα της έβρισκε λίγο χρόνο, να ξεφτίσει ο νους της απ’ τις σκοτούρες. Την ενοχλούσε το κουτσομπολιό. Η μάνα της δεν μιλούσε, δεν κατηγορούσε — αλλά οι φίλες της «έκοβαν κι έραβαν». Και τις περισσότερες φορές, ήτανε λόγια του αέρα.
Οι γυναίκες απλές, λαϊκές. Τα χρόνια δύσκολα. Το κουτσομπολιό, μεγάλος πειρασμός: να πεις το νέο πρώτη — και να ‘ναι και συνταρακτικό!
«Έσκασε η μπόμπα», έλεγαν τότε, όταν συνέβαινε κάτι «αναπάντεχο». Ποιο αναπάντεχο δηλαδή; Καμιά ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, κάνα προξενιό που στράβωσε, καμιά κοπελίτσα που «κλέφτηκε» ένα παλικάρι που έγινε «κόκκινο». Όλα πασπαλισμένα με γλώσσα βαριά, γλαφυρή, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Εκφράσεις βγαλμένες από τα «σπλάχνα» του λαού!

Σαν όμως, άρχισε η μικρή να αναγνωρίζει ονόματα ανθρώπων που ήξερε και συμπαθούσε, κοριτσιών που καθόλου δεν έκαναν τα “πονηρά” για τα οποία γινόταν λόγος, ένιωσε μέσα της ότι έπρεπε να σταματήσει το κουσκούσι! Μα πώς να πει τέτοια κουβέντα στη μάνα της; Καλοσυνάτη ήταν — αλλά τα χρόνια εκείνα, στα γονικά δεν εναντιωνόσουν. Ούτε τους μιλούσες. Οδηγίες δινόταν με το βλέμμα: φρύδια που σηκωνόταν νευρικά, χείλη που σφίγγανε, μάτια που γούρλωναν — και το μήνυμα είχε περάσει.

Κι όταν πια οι μάνες δάγκωναν τη γλώσσα τους ή τσιμπούσαν το μπούτι των παιδιών κάτω απ’ το τραπέζι; Εκεί είχε γραφτεί το χρονικό της ολέθριας τιμωρίας. Θα έπεφτε ράβδος.
Πώς λοιπόν να τραβήξει τη μάνα της απ’ τη μόνη ώρα που αφιέρωνε στον εαυτό της και στις φίλες της; πώς να διαλύσει αυτή τη μικρή «χάβρα»;

Η μικρή δεν ήταν καλή στο νοικοκυριό· ήταν καλή στα γράμματα. Κι όταν ήρθε η ώρα να σταματήσει στο Δημοτικό και να πάει για Οικοκυρικά, εκείνη συνέχισε στο εξατάξιο Γυμνάσιο. Η μάνα της, ο Θεός την φώτισε, δεν της έφερε αντίρρηση. Έγινε λοιπόν η «γραμματιζούμενη» της φαμίλιας. Βαρύς κι ασήκωτος ο όρος αφού οι γονείς της δεν ήταν αναλφάβητοι αλλά δεν ήταν και λόγιοι.

Έβλεπε τη μάνα της: θεοσεβούμενη, με το θυμιατό και το μοσχομυριστό λιβανάκι κάθε πρωί, τα τρία στρογγυλά «καραμελάκια» πάνω στο καρβουνάκι, σκυμμένη στα εικονίσματα, Παράκληση της Παναγιάς κάθε βράδυ. Η μόνη της έξοδος, χωρίς τον άντρα της, ήταν η εκκλησία.

Και της ήρθε ιδέα.

Ένα βράδυ φυσούσε μανιασμένα ο νοτιάς. Χαλούσε τον κόσμο, μαστίγωνε τα παραθυρόφυλλα. Το σπίτι τους, σκαρφαλωμένο στην ανηφοριά, απέκρουε ηρωικά τις επιθέσεις.
Μέσα, η μάνα στο μικρό σαλονάκι, να μαντάρει κάλτσες, να ράβει ποδόγυρους. Το κουτί με τα ραφτικά μπροστά της, βελόνες, λάστιχα, το ξύλινο αυγό σε πρώτη ζήτηση. Εκείνη, με ανοιγμένο το μπλε τετράδιο, αντέγραφε κοντάκια για τα Θρησκευτικά.

Η λάμπα πετρελαίου σκόρπιζε ζεστό, κίτρινο φως. Το καντήλι μπροστά στα εικονίσματα τρεμόπαιζε, ζωγράφιζε σκιές.
Το κοριτσάκι πετάγεται:
– Ξέρεις, μάνα… διαβάζω εδώ στα Θρησκευτικά… Δίστασε.
Η μάνα δεν σήκωσε μάτια. Πήρε θάρρος.
– Η καταλαλιά, λέει, είναι βαρύ αμάρτημα.
Η μάνα την κοίταξε πάνω απ’ τα γυαλιά:
– Η καταλαλιά; Δηλαδή… η γλωσσοφαγιά;
– Το κουτσομπολιό, μάνα. Το κουτσομπολιό!
– Α… είπε μόνο. Και ξανά έσκυψε.
Η μικρή τόλμησε και δεύτερη κουβέντα:
– Ναι… ξεροκατάπιε. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει πως θα κριθούμε όπως κρίνουμε τους άλλους…

Την ίδια στιγμή, το παράθυρο ανοίγει διάπλατα απ’ τον λυσσασμένο νοτιά και κοπανάει εκκωφαντικά. Η μάνα πετάγεται, σκορπίζονται οι καρφίτσες, οι κόπιτσες, κυλούν τα καρουλάκια κάτω απ’ το ντιβάνι!
– Πού σου ήρθαν τέτοιες κουβέντες βραδιάτικα! λέει, κι ορμά να κλείσει το παράθυρο.

Πέρασε εκείνη η νύχτα. Πέρασε κι ένας μήνας. Οι πρωινές μαζώξεις αραίωσαν. Η μικρή το «δούλευε» στο κεφαλάκι της. Ήταν και γιορτές. Κάθε τόσο ένας άγιος. Θα έτρεχαν οι φιλενάδες σε ξωκλήσια, σε λειτουργίες.

Ένα βράδυ, η μάνα την φώναξε στην κουζίνα. Πάλευε να ανάψει το μαγκάλι. Η πλάτη της σκυφτή, τα χέρια ακουμπισμένα στην ποδιά της. Τα χεράκια της, κουρασμένα, τα νύχια της σαν τσιγαρόχαρτο. Γέρασε πριν την ώρα της, σκέφτηκε. Η μικρή λιγώθηκε από τρυφεράδα. Και λίγη αγωνία.
– Είδα όνειρο… είπε η μάνα. Ήρθαν, λέει, τρεις άντρες στο κατώφλι μας. Ψηλοί. Σαν καλόγεροι έμοιαζαν, Σταυρό κρατούσαν. Μειλίχιες μορφές.
– Ε, καλό κι ευλογημένο να ’ναι, είπε το κορίτσι. Γιατί δεν μου το πες το πρωί να το “πάρει” ο ήλιος;
– Είναι καιρό που το είδα. Σκέφτηκα να τους φέρω νερό, να δροσιστούν. Αλλά δεν δέχτηκαν. Χαμογέλασαν, κι έφυγαν… Φοβούμαι, είπε περίλυπη. Μήπως ήταν οι Τρεις Ιεράρχες. Και δεν ευλόγησαν το σπίτι μας;
– Γιατί, μάνα; Τι κάναμε;

Η μάνα σώπασε. Κοίταξε τα γουρλωμένα της ματάκια. Δεν ήθελε να της φορτώσει τους δικούς της κόμπους. Δεν ήθελε να την τρομάξει. Το γυναικάκι της…

– Τίποτα. Τράβα να κοιμηθείς. Έχεις σχολείο αύριο.

Ποτέ δεν έμαθε το κορίτσι τι ακριβώς φοβήθηκε η μάνα της ή αν το όνειρο ήταν η αφορμή. Μα απ’ εκείνη τη μέρα, δεν ξαναμαζεύτηκαν στο σπίτι τους να γυρίσουν το κουπάκι. Ούτε πήγαινε πια κι η ίδια σε ξένα σπίτια. Μόνο αν καμιά κυρά έβγαζε καρεκλάκια στο κατώφλι της, κάθιζε να αλλάξει δυο κουβέντες.

Η μικρή στενοχωρήθηκε λιγάκι. Μήπως έφταιγε. Αλλά έβλεπε τη μάνα της γαλήνια. Και παρηγοριόταν. Κι είχε κι ένα κρυφό καμάρι. Γιατί ήξερε πως από κείνη τη μέρα, λόγος άδικος για άνθρωπο δεν θα έβγαινε απ’ το στόμα τους ούτε απ’ το σπίτι τους — ποτέ.

Ασπασία Κουρέπη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading