Ήταν ένα ιδιαίτερο πρώτο ραντεβού, αυτό με εκείνον.
Είχε μια περίεργη ιδέα: να παίξουμε το παιχνίδι των ερωτήσεων. Μου εξήγησε τους κανόνες, που ήταν απλοί: θα κάναμε εναλλάξ μια ερώτηση ο ένας στον άλλον, για να γνωριστούμε καλύτερα. Αλλά… αν κάποιος ερχόταν σε δύσκολη θέση, το παιχνίδι θα τερματιζόταν, και αυτός που είχε κάνει τη μάλλον αδιάκριτη ερώτηση, θα θεωρούταν ο χαμένος. Λίγο αγχώθηκα με αυτή του την ιδέα, αλλά ταυτόχρονα μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον. Τον ρώτησα, πώς του ήρθε αυτό και μου είπε πως είναι ο πιο εύκολος και άμεσος τρόπος να μάθεις πολλά πράγματα για τον συνομιλητή σου σε μια πρώτη γνωριμία.
Την ώρα που μου τα έλεγε όλα αυτά, ήρθαν αναμνήσεις στο μυαλό μου από τότε που ήμουν παιδί και με τους συμμαθητές μου παίζαμε “θάρρος ή αλήθεια”. Αγαπούσαμε αυτό το παιχνίδι, αλλά πόσο άγχος είχαμε ταυτόχρονα! Φοβόμασταν μήπως μας τύχει κάποια ερώτηση που θα μας έκανε να νιώσουμε εκτεθειμένοι και να ντρεπόμαστε να την απαντήσουμε. Ενίοτε, και μόνο στο ενδεχόμενο να μας δυσκολέψει η αλήθεια, επιλέγαμε από πριν το “θάρρος” — κι ας ήταν συχνά μια κουραστική ή δύσκολη διαδικασία, όπως να πρέπει να κάνουμε κουτσό για 10 λεπτά.
Από τότε, λοιπόν, αποφεύγαμε την αλήθεια, κι ας ήμασταν παιδιά. Κι ας μην είχαμε ουσιαστικά πράγματα να κρύψουμε. Πολλές φορές νομίζαμε ότι είχαμε κάνει πράγματα που, αν μαθευτούν, θα μας “καταστρέψουν”, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως εκείνες ήταν ηλικίες όπου δεν κρατούσαμε εμείς το τιμόνι της ζωής στα χέρια μας.
Μα τώρα πια έχω το τιμόνι της ζωής μου στα χέρια, κι αυτό με φόβισε. Πλέον, με ένα μου σφάλμα, θα μπορούσα εγώ η ίδια να με οδηγήσω κατευθείαν στον γκρεμό. Γι’ αυτό σκεφτόμουν διπλά κάθε απάντηση που θα έδινα — και κάθε ερώτηση που θα διατύπωνα. Ξέρεις, πολλές φορές μια λάθος έκφραση μπορεί να παρερμηνευτεί και ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου να σχηματίσει κακή εντύπωση, τόσο κακή που μπορεί να θεωρήσει με σιγουριά πως δεν πρόκειται να είσαι μια καλή συναισθηματική επένδυση για κείνον. Επίσης, μια αδιάκριτη ερώτηση μπορεί να κάνει τον συνομιλητή να θελήσει να τερματίσει το παιχνίδι — και ίσως και να φύγει.
Ίσως εσύ που το διαβάζεις να αναρωτιέσαι:
“Μπορεί να σε συντρίψει η απόρριψη από έναν άνθρωπο που μόλις γνώρισες;”
Μα εγώ θα σου πω πως καμιά φορά βλέπεις αμέσως σε έναν άνθρωπο κάτι που δεν έχεις δει σε κανέναν άλλον. Από ένστικτο νιώθεις ότι βρήκες τον άνθρωπό σου… Έπρεπε να είμαι ο καλύτερος εαυτός μου, ώστε να μην πω κάτι που θα τον ενοχλήσει και τον χάσω από ένα λάθος.
Πέρασε η ώρα και ξεμείναμε από ερωτήσεις. Τις απαντήσαμε όλες. Δεν υπήρξε νικητής. Στο παιχνίδι βγήκαμε ισοπαλία. Κανείς δεν έκανε κάποια ερώτηση που να το καταστρέψει. Αντίθετα, και οι δύο αγαπήσαμε αυτό το παιχνίδι των ερωτήσεων. Είπαμε ότι θα ξαναβρεθούμε να το επαναλάβουμε.
Και πράγματι, το επαναλάβαμε πολλές φορές, με νέες ερωτήσεις. Δεν σταθήκαμε όμως μόνο στην ανταλλαγή των ερωτήσεων. Ανταλλάξαμε από τότε αγκαλιές, φιλιά, όμορφα λόγια.
Καταλήξαμε μαζί, και καμιά φορά ακόμα παίζουμε το αγαπημένο μας παιχνίδι — μα δίχως άγχος πια, μονάχα… με γέλια και αγάπη.
Ιωάννα Χαντζαρά
