Στεκόταν μπροστά στον ανοιχτό τάφο, με τον φθινοπωρινό αέρα να φυσάει τα μαλλιά της, να στεγνώνει τα δάκρυα από τα μάγουλά της. Φίλοι και συγγενείς περνούσαν από δίπλα της, την άγγιζαν, της έσφιγγαν το χέρι που κρεμόταν αδύναμο θέλοντας να της δείξουν την αγάπη και την συμπαράστασή τους και της έλεγαν λόγια συμπόνιας και παρηγοριάς. Έριχναν μια χούφτα χώμα και προσπερνούσαν.
Πολύς κόσμος συνόδευσε τον παππού της στην τελευταία του κατοικία και ήταν ευγνώμων, μα τούτη τη στιγμή, θα ήθελε να ήταν μόνη, να τον αποχαιρετήσει, να του πει όσα δεν πρόλαβε. Κατέβαλλε προσπάθεια να γνέψει σε όλους, να τους ευχαριστήσει με ένα νεύμα, με το κούνημα του κεφαλιού της, ενώ ήταν συντετριμμένη, εκεί μπροστά, στο φέρετρο που το κατάπιε ένα μέτρο γης.
Ήταν μεγάλος, στα ενενήντα του χρόνια, έζησε τα πάντα, καλά κι άσχημα, μα ο θάνατος, γι’ αυτούς που μένουν πίσω, πάντα είναι άχαρος κι ο αποχαιρετισμός, πληγή στην καρδιά. Έφερε στο νου της, την τελευταία εικόνα από κείνον, πριν τρία χρόνια, να στηρίζεται στην αυλόπορτα με το ένα χέρι και με το άλλο να την χαιρετάει και το αμάξι να απομακρύνεται και η εικόνα του να χάνεται. Ήταν δεκαπέντε χρονών και η τελευταία φορά που πήγε στο χωριό. Μακάρι να τον είχε επισκεφθεί και τα επόμενα τρία χρόνια που προτίμησε να μείνει στην Αθήνα με τις φίλες της. Οι τύψεις ροκάνιζαν την ψυχή της και τότε θαρρείς, το αγέρι έφερε στα αυτιά της την φωνή του να της ψιθυρίζει “Ελσάκι μου, το κλειδί είναι κάτω από την γλάστρα”, σα να ήθελε να την παρηγορήσει, σα να ήθελε να πάρει μακριά τις Ερινύες. Αυτή τη φράση την άκουγε από κείνον, από μια σταλιά παιδί και κάθε φορά την περίμενε από το στόμα του όσο την φιλοξενούσε στο χωριό και τον υπόλοιπο καιρό που ήταν μακριά, την νοσταλγούσε. Σήκωσε το κεφάλι της, αφέθηκε στα χάδια του ανέμου και τον ήχο των λέξεων του παππού της, που φυσούσε στα αυτιά της, έκλεισε τα μάτια της και η εικόνα του και της ίδιας μικρό κοριτσάκι κατέκλυσαν τον νου της.
Περίμενε πώς και πώς τα καλοκαίρια, να την αφήσουν οι γονείς της στον παππού Μενέλαο στο χωριό. Από την γιαγιά Έλσα δεν είχε μνήμες, αφού πέθανε όταν εκείνη ήταν μόλις τεσσάρων χρονών. Σαν όνειρο είχε μια ανάμνηση, την γιαγιά να την ταΐζει στο στόμα και να λέει στον παππού “το δικό μου όνομα έχει, αλλά εσένα μοιάζει η εγγόνα σου”. Το σπίτι τους ήταν το τελευταίο, απομακρυσμένο σε σχέση με τα υπόλοιπα, σε ένα ύψωμα, με μεγάλη αυλή, με δύο ελιές, μια αμυγδαλιά και την βυσσινιά, που στον ίσκιο της από κάτω είχε ο παππούς ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι, πάντα με ένα φλυτζάνι ελληνικό καφέ επάνω και το παλιό καρεκλάκι του με το σχοινένιο κάθισμα και τα ξεχαρβαλωμένα ποδαρικά.
Όταν έφταναν, η μικρούλα Έλσα, έβγαζε το κεφαλάκι της από το παράθυρο του αυτοκινήτου και τον έβλεπε ήδη στην καγκελόπορτα, να κουνάει το χέρι του με έναν εγκάρδιο χαιρετισμό και του φώναζε “παππού, παππού! Ήρθα!”. Πάντα απορούσε πώς αντιλαμβανόταν την παρουσία τους αφού δεν έβλεπε. Η αγκαλιά του πάντα την τύλιγε με ζεστασιά και συγκίνηση. Της φιλούσε τα μαλλιά κι έλεγε επανειλημμένα “ήρθε το κοριτσάκι μου!”. Οι γονείς της, την επομένη έφευγαν κι εκείνη έμενε μαζί του, δύο ολόκληρους μήνες.
Δύο μήνες, στο σπίτι του παππού, το μικρό, το παλιομοδίτικο, που όμως το λάτρευε. Στο σαλόνι δύο καναπέδες, ανάμεσά τους ένα τραπεζάκι, το οποίο κοσμούσε ένα κεντητό λευκό τραπεζομάντηλο, από τα χεράκια της γιαγιάς Έλσας και επάνω μοναδικό στολίδι, η φωτογραφία της, να καλοσωρίζει όποιον έμπαινε στο χώρο, μα κυρίως, ήταν η συντροφιά του παππού, όλα τα χρόνια που έμεινε μόνος μετά τον θάνατό της.
Η κάμαρή τους με το βαρύ σιδερένιο κρεβάτι, διακοσμημένο με το επίσης χειροποίητο κουβερλί της γιαγιάς και την ντουλάπα με τον χαρακτηριστικό ήχο, που έτριζαν τα φύλλα καθώς τα άνοιγες. Το παιδικό δωμάτιο, που κάποτε ήταν της μαμάς της και τώρα φιλοξενούσε την ίδια όταν πήγαινε διακοπές στον παππού, ήταν γεμάτο λούτρινα ζωάκια, για να παίζει εκείνη και κορνίζες με φωτογραφίες της από διάφορες ηλικίες, από την γέννησή της και μετά. Κάθε χρόνο που πήγαινε και μια νέα κορνίζα. Το σπίτι απ’ άκρη σε άκρη, είχε την ιδιαίτερη μυρωδιά του παππού, εκείνη της λεβάντας, που ήταν τόσο χαρακτηριστική και λατρεμένη.
Αγαπημένη τους συνήθεια, η ώρα φροντίδας των ζώων, στη πίσω αυλή. Τάιζαν παρέα τις κότες, τους κόκορες και τον Μένιο, τον γαϊδαράκο. Θαύμαζε την δεξιοτεχνία του να ελίσσεται ανάμεσα στα ζώα, να τα ταΐζει, να τοτς βάζει νερό, χωρίς να μπαίνει εμπόδιο η απώλεια της όρασής του. Όταν τα πλησίαζε, στον χώρο φύλαξής τους, μαζεύονταν όλα τα ζωντανά γύρω του κι εκείνος που είχε ονόματα για όλα, καταλάβαινε ποιο είναι ποιο κι ας μη τα έβλεπε, τα μιλούσε τρυφερά, με νοιάξιμο και η μικρούλα τον κοιτούσε με θαυμασμό. Δεν δέχτηκε να τα παρατήσει μετά τον θάνατο της γυναίκας του που τα φρόντιζαν παρέα, όσο κι αν επέμενε η κόρη του, ότι ήταν δύσκολο στην κατάστασή του. Εκείνος της είπε ότι δεν παρατάμε τα μέλη της οικογένειας ποτέ. Έτσι τα έβλεπε τα ζωντανά. “Όσο ζουν, θα είναι εδώ συντροφιά μου, μέχρι να κλείσω κι εγώ τα μάτια μου”, της είχε πει και συνέχιζε να τα φροντίζει μόνος του.
Πόσες αναμνήσεις από το μάζεμα των αυγών και από τον Μένιο, που καθώς μεγάλωνε το κορίτσι, γερνούσε κι άσπριζε εκείνος. Ο παππούς της έλεγε ιστορίες, ότι από τότε που έφυγε η γιαγιά της, έγινε ουρσούζης, ότι δεν γινόταν ζάπι, μα τον καιρό που εκείνη ήταν στο σπίτι, ο γάιδαρος ήταν τύπος και υπογραμμός. Έπαιρνε την βούρτσα και τον χτένιζε με τα μικρά της χεράκια, ενώ ο παππούς τραγουδούσε Καζαντζίδη. Πόσο της έλειπαν αυτές οι στιγμές γαλήνης, όταν επέστρεφε στην πρωτεύουσα, που περνούσαν πολλή ώρα μέσα στο αμάξι, στην κίνηση, με τους γονείς της να δυσανασχετούν και μόνιμα να βιάζονται, μέσα στο άγχος και την ψυχή στο στόμα για να προλάβουν τις δουλειές τους, τα σχολεία, τις δραστηριότητες…
Δύο μήνες, ένιωθε πως είχε εκείνη την ευθύνη του τυφλού παππού κι όχι το αντίθετο. Πέντε χρονών ήταν όταν την άφησαν μόνη μαζί του κι όμως, δεν έβαζαν το κακό στο μυαλό τους. Άλλα χρόνια τότε, χωρίς τόσο φόβο. Μήπως οι κίνδυνοι δεν υπήρχαν πάντα; Μα όλα ήταν αλλιώς. Όλα διαφορετικά, η επικοινωνία, η ενέργεια, οι σχέσεις των ανθρώπων, όλα πιο απλά, όλα πιο όμορφα. Έφευγε από κοντά του μόνο τις στιγμές που πήγαινε στον φούρνο να πάρει ψωμί και στον μπακάλη να πάρει κανένα παγωτό να δροσιστούν. Οι προμήθειες μετά τον θάνατο της γιαγιάς, έφταναν από τον μπακάλη έξω από την πόρτα του παππού. Όχι γιατί δεν ήταν ικανός ή γιατί τον λυπόταν που ήταν τυφλός. Είχε δοθεί η εντολή από την υπερπροστατευτική γυναίκα του, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος. Είχε αναλάβει ο γιος που άφησε την Αθήνα και γύρισε στα πάτρια εδάφη. Είχε φέρει αλλαγές στο μαγαζί και πρωτευουσιάνικο αέρα. Μια από αυτές, το να πηγαίνει στην πόρτα όσων ηλικιωμένων ήθελαν, τα ψώνια. Κάθε επιθυμία της ήταν πάντα διαταγή για τον Μενέλαο που την λάτρευε κι έτσι, απλά, το δέχτηκε. Πριν φύγει περίμενε να ακούσει την αγαπημένη της φράση, “το κλειδί είναι κάτω από την γλάστρα”. Μόλις την έλεγε ο παππούς, χαμογελούσε το κορίτσι, άνοιγε την πόρτα κι άφηνε πάλι το κλειδί. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί δεν το έπαιρναν μαζί τους, παρά μόνο το άφηναν εκεί κάθε φορά. Μα και ποτέ δεν ρώτησε. Ήταν η συνήθεια του παππού κι έτσι την τηρούσε. Περνώντας από τις αυλές των σπιτιών, την χαιρετούσαν όλοι, της έλεγαν πόσο καλός άνθρωπος είναι ο παππούς της, πόσο τους έλειπε η γιαγιά της κι εκείνη ένιωθε περήφανη, γινόταν κομμάτι του χωριού. Πόσο διαφορετική η ζωή τους εκεί από της Αθήνας!
Δεν κλείδωναν τις πόρτες στο χωριό. Είπαμε, άλλα χρόνια τότε. Οι μόνιμοι κάτοικοι ήταν μια μεγάλη οικογένεια. Δεν υπήρχε το κακό ούτε σαν σκέψη. Απλά ο παππούς, ειδικά από όταν έχασε την κυρά του, τα άφηνε ελεύθερα τα ζώα στην αυλή. Τα είχε παρέα, στην απέραντη μοναξιά του. Καθόταν κάτω από την βυσσινιά κι εκείνα ήταν πάντα κάπου τριγύρω του, έτσι έμαθαν. Ο Μένιος έχωνε την μουσούδα του στο πιάτο με τα φρούτα ή τα κουλουράκια που συνήθως έτρωγε ο παππούς κι εκείνος τον μάλωνε γλυκά. Ήταν ο καλύτερός του φίλος. Μαζί πέρασαν τον θάνατο της Έλσας. Ο Μενέλαος ένιωθε τον πόνο του ζώου κι ας μην είχε μιλιά να το εκφράσει. Η αυλόπορτα όμως δεν έκλεινε αν δεν την κλείδωνες. Ήταν πολλών ετών κι αυτή, αλλά δεν την διόρθωνε ο παππούς. Ήθελε να μείνουν όλα όπως τα άφησε η γυναίκα του. Οπότε για να μη δραπετεύσουν τα ζωντανά, κλείδωνε. Το κλειδί όμως το είχε πάντα κάτω από την γλάστρα. Εκεί το έβαζε και η Έλσα όταν νεότεροι έφευγαν στην κόρη τους στην Αθήνα ή όταν καθάριζε τον χώρο των ζώων από τις ακαθαρσίες και τα πήγαινε στην μπροστά αυλή και σε όποιον ερχόταν φώναζε, “το κλειδί είναι κάτω από την γλάστρα”. Εκεί το άφησε κι ο παππούς μόνιμα και χρησιμοποιούσε την φράση της συνέχεια. Άλλωστε εκείνος, χωρίς την Έλσα του πια, δεν έβγαινε από την αυλή του. Ήταν το φρούριό του, η ζωή του όλη εκεί εκτυλίχθηκε. Πού να πήγαινε; Όσοι φίλοι του ήταν ακόμα ζωντανοί, τον επισκέπτονταν εκείνοι. Κάθονταν κάτω από την βυσσινιά, χειμώνα καλοκαίρι. Είχαν ζήσει τόσο δύσκολες καταστάσεις όλοι εκεί, τον πόλεμο κι ας ήταν μικρά παιδιά, γεννημένοι το χίλια εννιακόσια τριάντα δύο, την απόλυτη φτώχια, μα και τα χρόνια της αληθινής φιλίας, της αληθινής αγάπης. Στα δύσκολα αλλά και στα εύκολα, παντού μαζί. Η αυλή του είτε με την γυναίκα του συντροφιά είτε μόνος του, ήταν ανοιχτή για τους φίλους. Ούτε στα μνήματα του χωριού πήγαινε. Του το είχε ζητήσει πριν πεθάνει. Ήξερε ότι θα την μελετούσε κάθε στιγμή κι αυτό αρκούσε. Δεν ήθελε να ταλαιπωρείται να κάνει τόσο δρόμο. Είχε χωματόδρομο για να φτάσεις και μεγάλη ανηφόρα.
Πριν έρθει το τέλος, κανόνισε με την κόρη της να φέρουν ένα μικρό χτιστό εκκλησάκι στην αυλή, ίσα να χωράει το καντηλάκι κι έτσι, το τοποθέτησαν κοντά στην αγαπημένη του βυσσινιά, όπου καθόταν μαζί και έπιναν το καφεδάκι τους. Δέχτηκε κι αυτή την επιθυμία της και κάθε πρωί, άναβε εκεί το καντηλάκι της. Όλα τα είχε τακτοποιήσει πριν τους αφήσει. Ήθελε να είναι ήσυχη ότι θα ήταν ασφαλής χωρίς εκείνη πλάι του. Τόσα χρόνια, ήταν τα μάτια του. Και για εκείνη, ο παππούς, ήταν η ψυχή της.
Στον γυρισμό, από τον μπακάλη ή τον φούρνο, από το διπλανό σπίτι ακόμα, η μικρή Έλσα, πατούσε στις μύτες των ποδιών, σαν τη γάτα, αθόρυβη, μα δεν κατάφερνε ποτέ να μη γίνει αντιληπτή. Πριν προλάβει να βρεθεί μπροστά στην καγκελόπορτα, της φώναζε, “το κλειδί είναι κάτω από την γλάστρα”. Πάντα απορούσε και του έλεγε “βρε παππού, πώς με καταλαβαίνεις;” Κι εκείνος χαμογελούσε και της απαντούσε “ακούω τα βήματά σου”. Όταν δε, παιχνιδιάρικα του έλεγε ” ξέρω βρε παππού πού είναι το κλειδί, τόσες φορές το είπαμε”, περίμενε την ίδια απάντηση: “Αυτό θα έλεγε η γιαγιά σου” και πάντα ένας κόμπος στο λαιμό, του έκοβε την ανάσα, όταν αναφερόταν σε κείνη.
Τον θαύμαζε τον παππού της. Δεν έβλεπε, μα τα καταλάβαινε όλα, ήταν τόσο ευφυής. Θαύμαζε και την σχέση του με την γιαγιά Έλσα. Άκουγε τις ιστορίες, με πόση αγάπη μιλούσε για κείνη ο παππούς της. Πόσο πονούσε που τον άφησε μόνο…
Το τελευταίο καλοκαίρι που πέρασε μαζί του, κατάφερε και τον έβγαλε από την αυλή. Ήταν ολόκληρη κοπέλα πια, δεκαπέντε χρονών. Μπορούσε να την πιάσει από το μπράτσο και να περιηγηθούν στο χωριό. Του ζήτησε να την πάει στα μέρη που άκουγε από τις διηγήσεις του κι εκείνος, σα να το είχε ανάγκη, την συνόδευσε με χαρά. Πήγαν εκεί που την είδε πρώτη φορά, εκεί που έδωσαν το πρώτο τους φιλί, εκεί που γινόντουσαν τα γλέντια, οι γάμοι, οι βαφτίσεις, οι γιορτές, που ολόκληρο το χωριό, γινόταν μια παρέα και τους έβρισκε το χάραμα. Πήγαν και στο αγαπημένο τους σημείο, όπου και μετά την απώλεια της όρασής του, από τον σακχαρώδη διαβήτη, κάπου εκεί στα εξήντα του χρόνια, η γιαγιά του μετέφερε τα χρώματα στον ουρανό και καθισμένοι στο παγκάκι, απολάμβαναν τη στιγμή, όπως έκαναν και παλιά. Ποτέ δεν επέτρεψε η Έλσα του, η απώλεια όρασής του να αλλάξει κάτι στην ζωή τους. Έγινε τα μάτια του αγόγγυστα. Μαζί πορεύτηκαν χέρι χέρι σε όλα. Μέχρι τελευταία, που η καρδιακή ανεπάρκεια την πήρε από κοντά του. Της έλεγε “πάρε την καρδιά μου και μείνε”, μα η αγάπη τους πέρασε στην αιωνιότητα κι εκείνος συνέχισε μόνος, χωρίς να βλέπει και χωρίς να την έχει δίπλα του.
Ο παππούς Μενέλαος συγκινημένος, έδινε ζωή στις περιγραφές του. Η Έλσα, γινόταν κομμάτι του παρελθόντος, κομμάτι του έρωτά τους, κομμάτι αλλοτινών χρόνων. Τον παρατηρούσε με πάθος να της δείχνει τα σημεία, σα να τα έβλεπε ξανά, να της μεταφέρει το τότε και από μέσα της ευχόταν μια τέτοια αγάπη να έρθει στη ζωή της.
Το επόμενο καλοκαίρι, ταλαντεύτηκε, μα κέρδισε η νιότη και η παρέα της. Δεν πήγε το καλοκαίρι στον παππού. Το ίδιο και τα επόμενα δύο καλοκαίρια. Στο τηλέφωνο ο Μενέλαος, δεν άφησε να φανεί η πίκρα του. Ήξερε πως οι νέοι θέλουν να είναι με τους νέους. Ζούσε με τις αναμνήσεις από τις δύο Έλσες του. Της καθημερινότητας, μιας ολάκερης ζωής, με την μεγάλη Έλσα και των στιγμών, των δεκαπέντε χρόνων που πέρασαν μαζί με την μικρή Έλσα. Μέχρι που τέλος Σεπτέμβρη, ένα πρωινό, πριν προλάβει να πάει στον Μένιο να του πει την καλημέρα του, έπεσε στην αυλή, κάπου εκεί, δίπλα στην βυσσινιά του και άφησε την τελευταία του πνοή. Ο καλός του φίλος, ο γαιδαράκος, τον πλησίασε, τον έσπρωχνε με την μουσούδα του κι αφού δεν ανταποκρινόταν, έμεινε κοντά του, ακουμπούσε το στόμα του στο μάγουλο του παππού, σα να ήθελε να τον ζεστάνει με το χνώτο του. Έζησε και το δικό του φευγιό, όπως και της αφεντικίνας του, της Έλσας και ήταν οδυνηρό. Καθώς ήταν κι εκείνος πια γεράκος, έφυγε μαζί με τον παππού Μενέλαο. Τους βρήκε ο μπακάλης, λίγες ώρες μετά, δίπλα δίπλα.
Η Έλσα, στεκόταν ασάλευτη πάνω από τον σκεπασμένο πια με χώμα τάφο και της ήταν δύσκολο να διαχειριστεί τις τύψεις που βάραιναν την συνείδησή της. “Παππού μου, με συγχωρείς που δεν ήρθα τρία χρόνια. Θα το κουβαλάω βάρος. Τώρα θα είσαι αγκαλιά με την γιαγιά και κάπου εκεί θα τρέχει ο ουρσούζης ο Μένιος. Σε αγαπώ παππού. Θα πάω να πάρω το κλειδί κάτω από την γλάστρα, να το κρατήσω φυλαχτό μαζί με τις αναμνήσεις μας”. Έτρεχαν τα δάκρυά της και ξαφνικά ο αέρας έφερε ένα άρωμα λεβάντας, σαν εκείνο το ιδιαίτερο που είχε πάντα ο παππούς. Ήταν σίγουρη πως κάπου εκεί γύρω πετούσε η ψυχή του και προσπαθούσε να την απαλλάξει από το ψυχικό της φορτίο. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά εισπνοή από τη μύτη, για να γεμίσει τα πνευμόνια της, μα κυρίως την ψυχή της, με την μυρωδιά του παππού της. “Ευχαριστώ για όλα παππού!”, ψιθύρισε στον άνεμο κι ακολούθησε τον κόσμο που αποχωρούσε από τον τάφο.
Χρυσούλα Καμτσίκη
