Η Στεφανία έριξε μία τελευταία ματιά στην πάνινη τσάντα, έβαλε τα μαύρα γυαλιά της, έριξε μία τούφα μαλλιά στα μάτια να μην φαίνεται το πρόσωπό της, σήκωσε τον γιακά του παλτού της και έκλεισε την πόρτα όσο μπορούσε πιο σιγά να μην κάνει θόρυβο.
Ήταν τόσο απελπισμένη, οι λογαριασμοί είχαν συσσωρευτεί στο τραπέζι της κουζίνας, ρεύμα, κινητό, όλα απλήρωτα. Σε λίγες μέρες δεν θα είχε ρεύμα και δεν θα μπορούσε να επικοινωνήσει με κανέναν. Το πιο βασικό ήταν οι απλήρωτες δόσεις του δανείου για το σπίτι που είχε καταφέρει πριν χρόνια να ανακαινίσει, μην φανταστεί κανείς κανένα σπουδαίο, ένα παλιό ήταν με ένα δωμάτιο κάτω από τα σκαλάκια στην Καστέλα, στο Μικρολίμανο.
Η περιοχή μέτραγε, αλλιώς σαν οίκημα δεν έλεγε πολλά, ένα δωμάτιο με την κουζινούλα του και ένα μπάνιο που ίσα ίσα χώραγε. Το στολίδι του όμως ήταν η μικρή αυλή με τις πολλές γλάστρες που μύριζαν βασιλικό και γαρδένια, με θέα τις βάρκες, και τα βράδια το καλοκαίρι καθόταν στην μικρή της ψάθινη καρέκλα και τις χάζευε κοιτώντας τα αστέρια. Ένα αστέρι, δύο, τρία μέχρι να κουραστεί και να της έρθει ο ύπνος στα μάτια.
Τον τελευταίο καιρό δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ατελείωτες αρνητικές σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό της, οι λογισμοί έκαναν καλά την δουλειά τους, να την κάνουν να απελπιστεί. Και τα είχαν καταφέρει, εκείνο το πρωινό, αρχές Δεκέμβρη, λίγο μετά του Αγίου Νικολάου, που γιορτάζουν οι ναυτικοί και οι βάρκες ήταν στολισμένες με σημαιάκια μπλε και άσπρα, σαν τα χρώματα της ελληνικής σημαίας, η πόλη θα άρχιζε να φωτίζεται με τα φωτάκια στους δρόμους και τα δέντρα στις πλατείες. Τα πάντα θα μύριζαν Χριστούγεννα, οι φούρνοι θα στόλιζαν τις βιτρίνες τους με τα μικρά βουνά από κουραμπιέδες και μελομακάρονα, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια θα ακούγονταν σε όλα τα μαγαζιά και ο κόσμος θα έτρεχε σαν τρελός να προλάβει, τι; Ακόμη δεν είχε καταλάβει… να αγοράσει τα καλύτερα ρούχα, τα πιο ωραία στολίδια για το δέντρο, τα δώρα για τα βαφτιστήρια; Εκείνη, μόνη και απελπισμένη, έβαλε στην πάνινη τσάντα τα τελευταία κοσμήματα που είχαν περάσει στα χέρια της από την μάνα της και εκείνης από την δική της. Τι να έκανε, πώς θα τα έβγαζε πέρα, πώς θα πλήρωνε τις δόσεις του δανείου;
Για περιττά έξοδα ούτε λόγος, ίσως να περίσσευε κάτι για λίγα γλυκά. Αντί να πάρει το λεωφορείο για να κατέβει στο κέντρο του Πειραιά, προτίμησε να πάει με τα πόδια. Σιγά σιγά έφτασε μέχρι το Δημοτικό θέατρο, ευτυχώς τα μέρη όπου μπορούσε κανείς να πουλήσει τα χρυσαφικά του δεν ήταν μακριά. Έβγαλε από την τσέπη της το διαφημιστικό χαρτί που το είχε φυλάξει με επιμέλεια. “Αγορά χρυσού, αγοράζω χρυσό, κοσμήματα, ασήμι – άμεσα μετρητά, τηλέφωνο επικοινωνίας 697… τηρείται απόλυτη εχεμύθεια”.
Πήρε το κινητό στα χέρια της, στάθηκε στην άκρη του δρόμου, σχημάτισε το νούμερο, ένα χτύπημα, δύο, τρία. Στο τέταρτο απάντησε μια γυναικεία φωνή:
– Παρακαλώ;
– Καλημέρα σας, είστε ανοιχτά;
– Μάλιστα.
– Πού είστε ακριβώς;
– Απέναντι από τα παλιό ταχυδρομείο, η πόρτα είναι κλειστή, απλώς χτυπήστε το κουδούνι, ευχαριστώ.
Η Στεφανία έκλεισε το τηλέφωνο και δάκρυα γέμισαν τα μάτια της, ευτυχώς τα μαύρα γυαλιά έκαναν καλά την δουλειά τους, κράτησε την τσάντα σφικτά στην αγκαλιά της και κίνησε για το μαγαζί. Στον δρόμο βρήκε ένα μικρό καφέ, στον πεζόδρομο πίσω από το Δημοτικό θέατρο, και κάθισε δίπλα στο παράθυρο να πιεί μία ζεστή σοκολάτα κοιτώντας έξω τον κόσμο που πήγαινε βιαστικός στις δουλειές του. Σάμπως εκείνη την πίεζε κανείς; Δεν είχε δουλειά εδώ και λίγους μήνες, μία δουλίτσα είχε καταφέρει να βρει σαν πωλήτρια σε κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων, αλλά άτυχη και εδώ. Το μαγαζί έκλεισε, πού να βγει με τόσα έξοδα; Όπου και να πήγαινε να ρωτήσει για δουλειά, η πόρτα κλειστή, δεν ήταν και στα πρώτα της νιάτα. Ακόμη νέα βέβαια θα την έλεγες, γύρω στα σαράντα, αλλά στην Ελλάδα τα αφεντικά προτιμούν τις εικοσάρες, για αυτούς τα σαράντα θεωρούνται γηρατειά!
Δεν είχε χάσει την νεανική της λάμψη, θα την πέρναγες και όμορφη, καστανή με ωραία αμυγδαλωτά μάτια που είχαν χάσει λίγο από την λάμψη τους γιατί τα δάκρυα που τα γέμιζαν συχνά τα έκαναν να φαίνονται θαμπά. Τα χείλια της είχαν μία φυσική γραμμή γύρω τους σαν ένα λεπτό περίγραμμα από μολύβι και το δέρμα της σχεδόν αρυτίδιαστο. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ της, μόνο ένας άντρας την είχε κάνει να νιώσει την ομορφιά του έρωτα και της ζωής! Μετά από αυτόν κανείς, τίποτα. Και τώρα μόνη, χωρίς στήριγμα, έψαχνε τρόπους να επιβιώσει. Ακόμη θυμάται την μητέρα της όταν της είχε παραδώσει το ξύλινο κουτί με τα λίγα κοσμήματα, κειμήλια από την γιαγιά που τα είχε φέρει από την Σμύρνη.
-Να τα προσέχεις σαν τα μάτια σου!, της είχε πει, ξέρεις τι είχε τραβήξει η μάνα μου για να φέρει στην Ελλάδα; Πάρε τα, εύχομαι να τα χαρείς και να τα φορέσεις, να είσαι όμορφη!
-Γιατί καλέ μάνα, πρέπει να φοράω στολίδια για να φαίνομαι όμορφη, δεν είμαι από μόνη μου;
-Και βέβαια είσαι γλυκιά μου, αλλά καμιά φορά θέλουμε να μας θαυμάζουν και οι άλλοι, κυρίως οι άντρες.
Πώς να τα ξεχάσει τα λόγια της; Πόσες τύψεις ένιωθε μέρες τώρα, από την στιγμή που της πέρασε από το μυαλό να τα πουλήσει… Η ώρα είχε περάσει, κόντευε έντεκα, πλήρωσε τον λογαριασμό και σηκώθηκε για το ενεχυροδανειστήριο. Μια ζαλάδα της ήρθε, είχε να φάει αρκετές ώρες, δεν πεινούσε καθόλου, η μυρωδιά από τα κάστανα που τα πουλούσε μία ηλικιωμένη κυρία στην επόμενη γωνία της γαργάλισε την μύτη και την πλησίασε για να αγοράσει μερικά να ξεγελάσει την πείνα της.
-Καλημέρα σας, θα ήθελα λίγα κάστανα, της είπε με φωνή που έτρεμε
-Κάνει και κρύο, λίγα ζεστά κάστανα είναι ό,τι πρέπει, φτάνουν πέντε;
-Πόσο θέλετε για τα πέντε; ρώτησε εκείνη.
-Πέντε ευρώ, απάντησε η γυναίκα.
Αυτομάτως έκανε τους υπολογισμούς μέσα της, “κάντε τρία”, να της περισσέψει και κανένα δίευρω. Ούτε λίγα κάστανα της προκοπής δεν μπορούσε να έχει, πόσο την στεναχωρούσε αυτό, που δεν είχε τα βασικά για να ζήσει λίγο καλύτερα. Για άλλους πέντε κάστανα δεν είναι τίποτα, για εκείνη ήταν το μεσημεριανό της.
Αφού τα πήρε, στάθηκε στην γωνία του δρόμου να καθαρίσει ένα και να το βάλει στο στόμα της που είχε στεγνώσει, σιγά σιγά πήρε τον δρόμο για το ταχυδρομείο, έβαλε τα υπόλοιπα κάστανα στην τσάντα της, σήκωσε το κεφάλι και σε πολύ λίγο έφτασε στο μαγαζί.
Κοίταξε την γυάλινη πόρτα με το μαύρο χερούλι και αναρωτήθηκε αν έπρεπε να χτυπήσει το κουδούνι ή όχι. Μέτρησε από μέσα της μέχρι το δέκα για να σιγουρευτεί για την απόφασή της, κοντοστάθηκε, πήρε μία βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα. Σε λιγότερο από ένα λεπτό βρέθηκε μπροστά από ένα μαύρο γραφείο, μία κοπέλα με γυαλιά και μακριά ξανθά μαλλιά της έκανε νόημα να καθίσει ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο. Όταν κάθισε, ένιωσε σαν να βρισκόταν πάνω σε αγκάθια, ο λαιμός είχε ξεραθεί, της ήρθε μία ξαφνική ζαλάδα, στο τέλος του τηλεφωνήματος σήκωσε τα μάτια κοιτάζοντας την υπάλληλο με ένα βλέμμα όλο απελπισία.
– Καλημέρα, τι μπορώ να κάνω για σας;, ρώτησε ευγενικά η κοπέλα
– Θα ήθελα να σας δείξω μερικά κοσμήματα, να μου δώσετε μία εκτίμηση. στο λεπτό έβαλε το χέρι στην τσάντα, πήρε το ξύλινο κουτί στα χέρια και το άνοιξε με ευλάβεια. Ορίστε, δείτε και μόνη σας.
Η κοπέλα πήρε το κουτί, φόρεσε τον ειδικό φακό στο δεξιό της μάτι για να δει καλύτερα τις λεπτομέρειες και σε λίγο της είπε την εκτίμησή της.
– Λοιπόν ζυγίζουν… τόσο… αξίζουν 1500 ευρώ. Τόσο θα σας δώσω.
– Μα είναι παλιά και βαριά, είναι κειμήλια.
– Εδώ δεν εξετάζουμε το πόσο παλιά είναι, ούτε τα πετράδια μας νοιάζουν, ο χρυσός είναι αυτός που έχει αξία για μας. Οπότε σας πληρώνουμε μόνο για το μέταλλο, καταλάβατε;
Αναγκαστικά δέχτηκε, 1500 ευρώ ήταν ένα μαξιλαράκι σωτηρίας, θα πλήρωνε τις υποχρεώσεις της τουλάχιστον.
-Είμαστε εντάξει, θα μου δώσετε τώρα τα χρήματα ή να περάσω άλλη μέρα;
Η υπάλληλος χαμογέλασε, κατάλαβε πόσο άγνοια είχε η ξένη γυναίκα, άλλο τόσο αντιλήφθηκε την ανάγκη της για να πουλάει τέτοια κομμάτια όσο όσο. Μπήκε στο διπλανό δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα και σε λίγο βγήκε με τα χρήματα στο χέρι, κάθισε πάλι στην θέση της και της τα μέτρησε ένα ένα… “ένα, δύο, πενήντα, εκατό, πεντακόσια, χίλια, χίλια πεντακόσια. Ορίστε, σε καλή μεριά”. Με το ένα χέρι παρέδωσε τα χρήματα και με το άλλο πήρε το κουτί. Η Στεφανία αισθάνθηκε σαν τον Ιούδα που για τριακόσια αργύρια πρόδωσε τον Χριστό! Δεν στεναχωρήθηκε για τα κοσμήματα, αλλά γιατί ήταν από την γιαγιά της, τι αγώνα, τι φόβο, τι δάκρυα θα είχαν τρέξει από τα μάτια της όταν έφυγε από την Σμύρνη και τώρα εκείνη τα πέταγε… έτσι ένιωθε ότι τα πέταγε στα σκουπίδια!
Όταν πήρε τα χρήματα, ευχαρίστησε την υπάλληλο, τα μέτρησε και εκείνη και τα έβαλε στην τσάντα της, κάτω κάτω σε έναν κίτρινο φάκελο, να μην φαίνονται με γυμνό μάτι. Σηκώθηκε και βγαίνοντας έριξε μια ματιά στον χώρο, να μην αξιώνει ο Θεός σε κανέναν να βρίσκεται σε τέτοια ανάγκη.
Όταν βρέθηκε έξω, ένα παγωμένο αεράκι χάιδεψε τα μάγουλά της, σαν να ήθελε να της γλυκάνει τον πόνο. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής και μετά μπήκε στην τράπεζα για να πληρώσει δύο δόσεις του δανείου. Στάθηκε στο ταμείο, έβγαλε τον φάκελο και μέτρησε χίλια ευρώ. Μια ανακούφιση την γέμισε, τουλάχιστον κάτι καλό βγήκε από αυτήν ιστορία, μετά ρώτησε την ταμία πόσες δόσεις έχουν μείνει, στην απάντηση ότι έχει καμιά δεκαριά, δηλαδή πέντε χιλιάδες, πολλά αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει στο μέλλον, αν έβρισκε δουλειά, θα ήταν καλύτερα. Πεντακόσια ευρώ της είχαν μείνει, ίσα να πληρώσει το ηλεκτρικό και το κινητό τηλέφωνο, μετά τα λίγα θα τα ξόδευε για φαγητό και γλυκά για τις γιορτές, να έχει να κερνάει τα παιδάκια για τα κάλαντα.
Αφού τακτοποίησε λογαριασμούς και ψώνια, γύρισε σπίτι κατάκοπη, σαν να είχαν περάσει χρόνια από πάνω της και όχι λίγες ώρες. Αφού τακτοποίησε τα πράγματά της, έφτιαξε ένα αρωματικό τσάι, φόρεσε την χοντρή της μπλε ζακέτα και κάθισε στην καρέκλα έξω στην βεράντα να κοιτάει στο πουθενά. Το βλέμμα καρφωμένο στις βάρκες που λόγω καιρού είχαν μείνει δεμένες εκείνο το βράδυ. Το φεγγάρι σχεδόν γεμάτο φώτιζε τον μαύρο ουρανό, τον γυμνό από αστέρια, η υγρασία πιρούνιαζε το κορμί της, αλλά δεν την ένοιαζε. Σιγά μην πάθει αρθριτικά! Το τσάι κυλούσε μέσα της σωτήριο, να της ζεστάνει το αίμα και την ψυχή της, αχ να μπορούσε να φωνάξει μέσα στην νύχτα, να βγάλει τα εσώψυχά της!Αρκετά μετά της ήρθε νύστα και αμέσως σηκώθηκε για το κρεβάτι μην της φύγει και δεν μπορεί να κοιμηθεί, πόσα βράδια είχε μείνει ξάγρυπνη, αμέτρητα. Το πάπλωμα της έπεσε ελαφρύ αλλά ζεστό, το μαξιλάρι και τα σεντόνια μύριζαν λεβάντα από το μαλακτικό και σε πολύ λίγο αφέθηκε σε έναν γλυκό ύπνο.
Ήταν μία σημαδιακή βραδιά η αποψινή, από τα όνειρά της πέρασαν τόσοι άνθρωποι δικοί της που είχαν φύγει, η μάνα της, ο πατέρας, η γιαγιά, η θεία. Ένας ένας της χτυπούσαν την πόρτα και εκείνη τους κέρναγε γλυκά, μα τι χαρά πήρε, ήταν σαν να την θυμόντουσαν ακόμη! Όταν ήρθε η σειρά της γιαγιάς, η Στεφανία έβαλε τα κλάματα… “γιαγιάκα μου συγνώμη, δεν το ήθελα, πίστεψέ με!”. “Μην κλαις γλυκιά μου Στεφανία, εξάλλου τι να τα κάνω εγώ τα κοσμήματα εδώ που είμαι; Αύριο το πρωί όταν ξυπνήσεις με το καλό, άνοιξε την ντουλάπα σου, εκεί κάτω δεξιά θα βρεις κρυμμένο κάτω από τα ξύλα ένα κλειδί, θα το πάρεις στα χέρια σου και θα πας στην τράπεζα, είχα μία θυρίδα, την είχα ανοίξει στα τελευταία μου, ούτε η μάνα σου δεν το ήξερε, θα βρεις κάτι που θα σε ενδιαφέρει. Μετά από αυτό δεν θα στεναχωρηθείς ποτέ, απλά μην ξεχνάς να βοηθάς και κανένα πεινασμένο τέτοιες μέρες, ντροπή να πεινάει τόσος κόσμος. Σκούπισε τα ματάκια σου. Σε αφήνω τώρα…”.
Το επόμενο πρωινό την βρήκε λίγο πιο ευδιάθετη, πόσο είχε χαρεί που ονειρεύτηκε τόσους ανθρώπους, σαν να ήταν δίπλα της, νόμιζε ότι θα έπινε το καφέ μαζί τους! “Αχ και να τους είχα όλους εδώ!”, σκέφτηκε. Ούτε θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς, μόνο η γλυκιά της ανάμνηση την συντρόφευσε εκείνη την μέρα, την οποία την πέρασε στο σπίτι, να κάνει λίγες δουλειές και να ξεχαστεί. Το απόγευμα άνοιξε την ντουλάπα της να βγάλει δύο κουτιά που έκρυβαν τα στολίδια των Χριστουγέννων, τα λίγα που είχε, λίγες μπάλες είχαν μείνει από τα παιδικά της χρόνια, τώρα τις λες ρετρό, δεν είναι καθόλου της μόδας. Εκείνη όμως τις λάτρευε, τόσες μνήμες από τα παλιά, από τα ανέμελα παιδικά της χρόνια. Αν σβήσουν αυτές, τότε καλύτερα, ας τραβήξει και την ταφόπλακα, να χαθεί για πάντα. Το ένα κουτί την δυσκόλεψε και έσκυψε να το τραβήξει έξω, εκεί είδε μία εσοχή στην άκρη, έβαλε το χέρι της και βρήκε το κλειδί, ένα απλό σαν και αυτό που έχουν στις τράπεζες, με ένα γράμμα που είχε κιτρινίσει από την πολυκαιρία. Τι έκπληξη! “Αχ βρε γιαγιά, τελικά αλήθεια έλεγες!”. Άφησε το κουτί στο πάτωμα, πήρε το γράμμα στα χέρια της και κάθισε στο κρεβάτι να το διαβάσει με την ησυχία της. Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά, πήρε μία ανάσα και το άνοιξε τον φάκελο.
“Αγαπημένη μου εγγονή, αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές, σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα να ελευθερωθείς από κάθε έννοια και στεναχώρια. Δεν ήθελα κι εσύ να περάσεις αυτά που πέρασα εγώ, ξέρεις την αδυναμία που σου έχω, όχι γιατί έχουμε το ίδιο όνομα, αλλά γιατί μου μοιάζεις. Άτυχη ήμουν και θέλω εσύ, που σε βλέπω να μεγαλώνεις και να ομορφαίνεις, να ζήσεις την ζωή που δεν έζησα εγώ. Αυτό το κλειδί ανήκει στην θυρίδα της τράπεζας, θα πας με το γράμμα στον διευθυντή να του αποδείξεις ότι είμαστε συγγενείς, θα την ανοίξεις και θα βρεις τις λίρες που έφερα από την Σμύρνη κρυφά από όλους και κάποιες άλλες που είχα αγοράσει εδώ στην Ελλάδα με τις οικονομίες μου. Μία, μία τις μάζευα για σένα ομορφιά μου, να μην σκιάζεσαι για τίποτα, να χαρείς τα νιάτα σου, την ζωή όπως θες εσύ.
Σ’ αγαπώ,
Η γιαγιά Στεφανία”
Παναγία μου, τι είναι αυτό; Πήρε το γράμμα, το φίλησε με ευλάβεια σαν να φιλάει την εικόνα του Σταυρωμένου Χριστού, δάκρυα γέμισαν τα μάτια της και άρχισε να γελάει με την ψυχή της. Δάκρυα και χαρά μαζί! Τι συναισθήματα ανάμεικτα, ποιος να της το έλεγε ότι η κόλαση και ο παράδεισος είναι δίπλα δίπλα, μία πόρτα τους χωρίζει, κάνεις έτσι το πόδι σου και ζεις την μία ή την άλλη κατάσταση. Πήρε τα φωτάκια και τα στολίδια στα χέρια της, άναψε και ένα αρωματικό κερί για να κάνει ατμόσφαιρα, έβαλε το cd με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια να παίζουν και να χαίρεται και στόλισε τον μικρό παράδεισο της με επιμέλεια. Έμοιαζε με το μικρό σπίτι στο δάσος, σαν και αυτό των νάνων. Εκείνη ήταν η χιονάτη, το μόνο που έμενε ήταν να βρει και έναν πρίγκηπα που δεν άργησε να έρθει στην ζωή της. Όσο για την κακιά μητριά, δηλαδή την κακή της τύχη, εκείνη είχε φύγει μακριά πια μαζί με τις στεναχώριες της και τις λύπες της. Από εδώ και πέρα μόνο χαρές!
Δήμητρα Καμπόλη
