Η κυρία Μαρίκα κι άλλα υπέροχα πλάσματα

Για όλα αυτά τα υπέροχα πλάσματα που ένιωσαν πως ο δρόμος της μάθησης, πρέπει να περνάει μέσα από την ασφάλεια, πως η γνώση δεν κατακτιέται μέσα στον φόβο, πως τα μπουμπούκια δεν ανθίζουν στην καταιγίδα.

Καύσωνας στην πόλη κι ο ήλιος έκαιγε αλύπητα εκείνο το καλοκαιριάτικο μεσημέρι. Το τσιμέντο ρουφούσε αχόρταγα όλη τη θερμοκρασία και την ξερνούσε ακόμα πιο καυτή, κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Η απεργία των μέσων μαζικής μεταφοράς είχε φέρει κυκλοφοριακό κομφούζιο• ατελείωτες ουρές από αυτοκίνητα είχαν σχηματιστεί χωρίς ελπίδα διαφυγής. Τουλάχιστον όχι σύντομης.

Η Άννα, αφού κατάφερε —ποιος ξέρει ποιος άγιος ή αγία τη λυπήθηκε— να απεγκλωβιστεί έπειτα από πολλή υπομονή, πάτησε γκάζι να προλάβει το πράσινο φανάρι και να φτάσει επιτέλους στο σπίτι, σε αναζήτηση λίγης δροσιάς. Τα μάτια της έτσουζαν απ’ τον ιδρώτα, και τα ρούχα κολλούσαν πάνω της, παρά το κλιματιστικό που δούλευε φιλότιμα. Δυστυχώς, άναψε πορτοκαλί. Ατυχία.

Στα δεξιά της βρισκόταν η στάση του λεωφορείου. Γύρισε αφηρημένα να κοιτάξει. Ανοιγόκλεισε λίγο τα μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά — και τότε την είδε.

«Μπα… αποκλείεται!» σκέφτηκε. «Δεν μπορεί!»

Μια γριούλα ταλαιπωρημένη έγερνε πάνω στο κοντάρι της στάσης, έτοιμη να καταρρεύσει, κοιτώντας γύρω με αδύναμο βλέμμα. Περίμενε ένα λεωφορείο που δεν θα ερχόταν.

Την αναγνώρισε. Πια δεν είχε καμία αμφιβολία.

Έστριψε απότομα το τιμόνι αριστερά, άναψε τα αλάρμ και πάρκαρε πρόχειρα σε μια ράμπα. Άνοιξε βιαστικά την πόρτα. Από τα αυτοκίνητα πίσω της ακούστηκαν κορναρίσματα — ίσως και δυο-τρεις βρισιές. Δίκιο είχαν, αλλά ειλικρινά την κυρίευσε φόβος πως η γιαγιά κινδύνευε. Δεν ήταν συνθήκες αυτές ούτε για υγιείς, νέους ανθρώπους, πόσο μάλλον για μια ηλικιωμένη που μπορούσε από στιγμή σε στιγμή να σωριαστεί.

Θα το έκανε για οποιονδήποτε. Πόσο μάλλον για εκείνη.

– Κυρία Μαρίκα, με θυμάστε; τη ρώτησε με φωνή τρυφερή, σαν να μιλούσε σε παιδάκι.

Η γιαγιά σήκωσε το βλέμμα κουρασμένα. Την κοίταξε, χαμογέλασε αχνά — περισσότερο σαν αντανακλαστικό, παρά γιατί πράγματι τη θυμήθηκε. Έγνεψε ελαφρά με το κεφάλι.

– Είμαι η Άννα… μια παλιά σας μαθήτρια.

Κι επειδή η γριούλα την κοιτούσε αμήχανα, πρόσθεσε:

– Πού να με θυμάστε… έχουν περάσει τόσα παιδιά απ’ τα χέρια σας.
– Πώς… πώς, κορίτσι μου, σε θυμάμαι, ψέλλισε η γυναίκα.

Η Άννα συνέχισε θαρρετά:

– Ξέρετε… τα λεωφορεία έχουν απεργία. Ταξί δύσκολα περνά τέτοια ώρα από δω. Θέλετε να σας πάω κάπου; Εδώ απέναντι είναι το αμάξι μου.
– Τι λες, παιδί μου; Να σε σε βγάζω απ’ τον δρόμο σου…
– Καθόλου δεν με πειράζει. Και να μην το συζητάμε — η ζέστη είναι αφόρητη. Αυτή τη σακουλίτσα έχετε μόνο; ρώτησε, δείχνοντας μια μικρή σακούλα σούπερ μάρκετ με δυο-τρία απαραίτητα.

Άρπαξε τη σακούλα, έπιασε απαλά το μπράτσο της γιαγιάς — τόσο αδύναμο, σαν κλαράκι — και την οδήγησε στο αυτοκίνητο. Την τακτοποίησε στη θέση του συνοδηγού, της έδεσε τη ζώνη και ξεκίνησαν.

Η κυρία Μαρίκα επέμενε, όσο μπορούσε, να την αφήσει λίγο παρακάτω για να βρει ταξί, αλλά η Άννα είχε πάρει την απόφασή της: θα την άφηνε μόνο έξω από την πόρτα του σπιτιού της.

Η συζήτηση στη διαδρομή ήταν μάλλον κοινότυπη.

– Τι κάνεις, παιδί μου; Πού ζεις; Εργάζεσαι; Έκανες οικογένεια; τα τυπικά.

Όταν έφτασαν, η κυρία Μαρίκα είχε ανακτήσει λίγη ανάσα, λίγη δύναμη.

Η Άννα την πήγε μέχρι την εξώπορτα.

– Να ’σαι καλά, κορίτσι μου… Ό,τι επιθυμείς στη ζωή σου. Είσαι πολύ ευγενική… Χαίρομαι που με θυμήθηκες. Θα πει πως δεν ήμουν και τόσο κακή δασκάλα, ε; είπε κι η Άννα σαν να άκουσε μια συγκίνηση στη φωνή της.

——————————————————————————————————

Στεκόταν έξω από τα πράσινα κάγκελα του σχολείου και κοιτούσε τα παιδιά που ήδη έπαιζαν στην αυλή. Γύρω της, μαμάδες, μπαμπάδες κι άλλα παιδιά — πρωτάκια σαν κι εκείνη, ή και μεγαλύτερα — περίμεναν το κουδούνι για να διασχίσουν την μεγάλη πύλη και να στοιχηθούν σε σειρές. Σήκωσε το κεφαλάκι της με τις πλεξούδες και κοίταξε τη μαμά της. Εκείνη της χαμογέλασε και της έσφιξε το χέρι. Η μικρούλα, όμως, ήταν πετρωμένη από τον φόβο. Δεν μπορούσε να ανταποδώσει το χαμόγελο.

Δεν χωρούσε το μυαλό της πως στα καλά καθούμενα έπρεπε να αφήσει την κρυψώνα της κάτω από το τραπέζι του σαλονιού — τα μπλοκ ζωγραφικής, τους μαρκαδόρους και τις νερομπογιές, τις κούκλες, τα παιχνίδια και τα παραμύθια της — για να έρθει σε αυτό το ξένο κτίριο. Άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους. Η μαμά θα έφευγε, κι εκείνη θα έμενε μόνη. Ίσως να μην ξανάρχονταν να την πάρει. Ίσως να την ξεχνούσε.

Ο δρόμος την πλάκωνε, σαν τα σπίτια στις δύο πλευρές να πλησίαζαν και να τη σφίγγουν. Δεν αναγνώριζε καμία οδό, καμία πόρτα δεν της θύμιζε κάτι, κανένα πρόσωπο δεν ήταν γνώριμο. Πώς θα γύριζε σπίτι; Είπαν πως θα ερχόταν να την πάρουν στο σχόλασμα, αλλά μπορεί και να την ξέχναγαν. Και αν την ξέχναγαν, δεν θα μπορούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής, το σπίτι τους. Θα χάνονταν. Για πάντα.
Τη γιαγιά! Δεν θα ξαναέβλεπε τη γιαγιά. Δεν θα το έλεγε στη μαμά, αλλά η καρδιά της σφιγγόταν. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα, όμως ντρεπόταν να κλάψει. Είχε υποσχεθεί πως θα ήταν καλό παιδί. Θα έδενε τα χεράκια μπροστά στο θρανίο και θα κοίταζε τη δασκάλα στα μάτια.

Μα γιατί; Γιατί να πάει σε αυτό το βρώμο — πώς το έλεγαν; — «σχολείο»; Δεν ήθελε να μάθει γράμματα κι αριθμούς, ούτε τραγούδια και ιστορίες. Δεν την ένοιαζε η καινούργια τσάντα, η κασετίνα και η μπλε ποδιά, και δεν ήθελε να βρει φίλους.

Ο κόσμος της ήταν τέλειος, ακριβώς όπως ήταν πριν από εκείνο το πρωινό: ξέγνοιαστος κι ανέμελος. Παιχνίδια είχε, φίλους δεν είχε, αλλά το απόγευμα έβγαινε στο στενό τους κι έβρισκε παρέα. Ποιος τους είπε πως ήθελε να φεύγει από το σπίτι κάθε πρωί, μακριά από τη μαμά, τη γιαγιά, τη φωλιά της κάτω από το τραπέζι;

Όταν χτύπησε το κουδούνι, ο ήχος ήταν τόσο εκκωφαντικός που, εκτός από το ότι τινάχτηκε πάνω, η καρδιά της έχασε τους χτύπους της. Η μαμά, με βλέμμα γεμάτο ενθουσιασμό, την οδήγησε σιγά-σιγά προς την πύλη.

Όχι, όχι! Πρέπει να αντιδράσει. Θα στυλώσει τα πόδια, θα κλάψει, θα ουρλιάξει, θα…
Ξαφνικά, μια γλυκιά φωνή ακούστηκε..

— Αυτή είναι η καινούργια μαθήτριά μου; Η Άννα; Πω πω, τι ωραία κοτσιδάκια! Μόνη σου τα φτιάχνεις ή σε χτενίζει η μαμά;

Αυτή που είχε μιλήσει ήταν η κυρία Μαρίκα, η δασκάλα της Πρώτης που υποδεχόταν τα μικρούλια στα δεξιά της μεγάλης πόρτας. Μια κοντούλα, στρογγυλούλα κυρία, απροσδιόριστης ηλικίας, με απόλυτα συνηθισμένα ρούχα — ένα ζιβάγκο και μια μακριά φούστα. Τα μαλλιά της κοντά, τα παπούτσια κάπως στραβοπατημένα αλλά το χαμόγελο έσταζε μέλι!

Πήρε απαλά το χέρι της μικρής στο δικό της και είπε στη μαμά:

— Αφήστε την και ελάτε να την πάρετε στις 11.00. Θα είναι μαζί μου. Έτσι, Αννούλα μου;

Εκείνη τη στιγμή, αν κατέβαινε άγγελος Κυρίου και έπιανε το χέρι της μικρής, για το κοριτσάκι θα ήταν το ίδιο και το αυτό. Το γκρίζο παραμέρισε, ο κόσμος φωτίστηκε σιγά-σιγά. Πήρε μια ανάσα. Σε όλα χύθηκε μια γλύκα, μια ασφάλεια. Τα απειλητικά σπίτια ξαναγύρισαν εκατέρωθεν του δρόμου, το σχολείο είχε μεταμορφωθεί σε ένα κανονικό κτίριο — ούτε ωραίο, ούτε άσχημο — κι η μικρή δεν ήταν πια ξένη ανάμεσα σε ξένους. Είχε μια ευγενική κυρία που θα την πρόσεχε, κι έτσι θα ήταν ασφαλής μέχρι να γυρίσει η μαμά.

Η κυρία Μαρίκα ήταν η πρώτη από μια σειρά περίεργων συναντήσεων στη ζωή της μικρής. Καθόλα κοινότυπες, αλλά την ίδια στιγμή, πέρα για πέρα μαγικές. Ανθρώπινα — αλλά και όχι — πλάσματα, που γέμιζαν φως και ζεστασιά την ψυχή και μεταμόρφωναν με το ραβδί τους τις τρομακτικές ή απλά κρύες σχολικές αίθουσες.

Κάθε ένα από αυτά τα πλάσματα είχε διαφορετικές μαγικές ικανότητες. Άλλα είχαν ένα καθησυχαστικό χαμόγελο που σου έλεγε «Όλα είναι εντάξει!», άλλα μια μελωδική φωνή, σαν αυτές που ηρεμούν και γίνονται βάλσαμο στις απογοητεύσεις, κι άλλα απλά κάθονταν πάνω στο θρανίο – πολύ προχωρημένο για την εποχή – μας κοίταζαν προσεκτικά στα μάτια κι έκαναν πως μας άκουγαν! Σε ηλικίες που παραπατάς ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εφηβεία, σε ηλικίες που ούτε κι εσύ ο ίδιος ξέρεις ποιος είσαι και τι έχεις να πεις, τα υπέροχα αυτά πλάσματα σε λάμβαναν υπόψη σαν έναν άνθρωπο ολοκληρωμένο, σου έδιναν σημασία! Κι έτσι σε βοηθούσαν να φτιάξεις το δρόμο σου.
Ή μήπως όντως, μας άκουγαν;

Η Άννα της χάιδεψε το αδύνατο χεράκι τρυφερά:

-Μάλιστα κυρία Μαρίκα, της είπε συγκινημένη. Ήσασταν πολύ καλή δασκάλα, η καλύτερη δασκάλα που θα μπορούσα να έχω!

Ασπασία Κουρέπη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading