Δωμάτιο 213

Η Ελένη κοίταξε το παλιό ξενοδοχείο με δισταγμό. Το κτήριο έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από άλλη εποχή, με βαριά ξύλινα κουφώματα και μπαλκόνια από μαύρο σίδερο. Το ταξί έφυγε αφήνοντάς την στην είσοδο, κι εκείνη ένιωσε ένα ρίγος, όχι από το κρύο αλλά από την αίσθηση του τόπου. Είχε έρθει εδώ για έναν λόγο: να μάθει την αλήθεια για τον αδελφό της, τον Μάνο, που εξαφανίστηκε πριν έξι μήνες.

Το τελευταίο του στίγμα στο κινητό είχε καταγραφεί στο ξενοδοχείο «Αλεξάνδρεια», δωμάτιο 213. Από τότε, κανείς δεν τον ξαναείδε.
Η αστυνομία είχε κάνει μια σύντομη έρευνα, χωρίς αποτέλεσμα. Είπαν ότι ίσως απλώς έφυγε. Ίσως δεν ήθελε να βρεθεί. Αλλά η Ελένη ήξερε τον Μάνο. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Δεν θα έφευγε χωρίς να πει λέξη. Κι αν το έκανε, θα υπήρχε λόγος.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε.
Το φουαγιέ ήταν σχεδόν άδειο. Ένα παλιό χαλί κάλυπτε το δάπεδο και η ρεσεψιονίστ — μια γυναίκα γύρω στα εξήντα — σήκωσε το βλέμμα της από ένα ξεθωριασμένο βιβλίο.
“Καλησπέρα. Θα ήθελα ένα δωμάτιο για δύο νύχτες.”
Η γυναίκα την κοίταξε επίμονα. “Έχουμε διαθέσιμο το 213”
Η Ελένη πάγωσε. “Αυτό θα πάρω”
Της έδωσε τα στοιχεία της και πήρε το κλειδί. Όχι κάρτα. Κλειδί. Με βαριά, μεταλλική ταμπέλα. Το δωμάτιο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο. Το ασανσέρ έτριζε ανεβαίνοντας.

Μόλις μπήκε στο 213, το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν το φως. Ήταν πιο αχνό απ’ όσο θα έπρεπε. Το δωμάτιο ήταν καθαρό αλλά φαινόταν άδειο, απρόσωπο. Ένα διπλό κρεβάτι, ένα παλιό κομοδίνο, μια καρέκλα μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. Και μια ντουλάπα.
Άνοιξε τη βαλίτσα της, έβαλε τα απαραίτητα, κι έπειτα κάθισε. Άκουγε τους ήχους του ξενοδοχείου. Μια πόρτα που έκλεισε, βήματα, τον θόρυβο ενός καλοριφέρ. Όλα έμοιαζαν… πιο σιωπηλά απ’ όσο έπρεπε.

Το βράδυ, είδε ένα όνειρο. Ο Μάνος καθόταν στην ίδια καρέκλα, μπροστά από τον καθρέφτη. Φορούσε μαύρο πουκάμισο και είχε το βλέμμα καρφωμένο στο είδωλό του. Γύρισε και την κοίταξε:
“Δεν είναι όλα όπως φαίνονται”
Ξύπνησε ιδρωμένη. Το φως της λάμπας τρεμόπαιζε. Κοίταξε γύρω. Όλα ήταν όπως τα άφησε. Κι όμως… κάτι είχε αλλάξει. Πλησίασε τον καθρέφτη. Πάνω στο γυαλί υπήρχε μια λέξη, γραμμένη με δάχτυλο: “ΠΙΣΩ”
Η Ελένη ένιωσε τον λαιμό της να σφίγγεται. Γύρισε απότομα. Κανείς. Η ντουλάπα ήταν κλειστή. Την άνοιξε. Άδεια.

Αποφάσισε να ψάξει. Την επόμενη μέρα κατέβηκε στη ρεσεψιόν.
“Ο αδελφός μου είχε μείνει εδώ. Ο Μάνος. Πριν έξι μήνες. Ξέρετε αν άφησε κάτι; Αν είπε κάτι;”
Η γυναίκα την κοίταξε ανέκφραστα. “Πολλοί έρχονται και φεύγουν. Δεν θυμάμαι κάποιον Μάνο”
“Ήταν στο δωμάτιο 213. Το ίδιο που μου δώσατε”
Η ρεσεψιονίστ έσφιξε τα χείλη. “Το 213 είναι κλειστό. Δεν δίνεται σε πελάτες. Από τότε… που έγινε ένα περιστατικό”
“Μα… εγώ εκεί κοιμήθηκα χθες”
Η γυναίκα χλόμιασε. Έσκυψε κάτω από τον πάγκο και έβγαλε ένα παλιό βιβλίο καταγραφής. Το ξεφύλλισε. Στο όνομα “Μάνος Κ.” υπήρχε μια σημείωση. “Εξαφάνιση. Δεν έκλεισε ποτέ το δωμάτιο”
Η Ελένη ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της.

Συνέχισε να ψάχνει. Ρώτησε καθαρίστριες, υπαλλήλους, τον γέρο πορτιέρη. Όλοι απέφευγαν το δωμάτιο. “Δεν μένει κανείς εκεί. Μόνο κάτι περίεργοι. Κι όλοι τους… αλλάζουν μετά”
Το επόμενο βράδυ, άκουσε φωνές από το δωμάτιο δίπλα. Ψίθυροι. Κάποιος που μονολογούσε. Πλησίασε τον τοίχο και ακούμπησε το αυτί της.
“Μην την εμπιστεύεσαι. Βγες από ‘δω. Βρες το ημερολόγιο”
Η φωνή ήταν του Μάνου.

Η Ελένη σηκώθηκε τρομαγμένη. Έψαξε ξανά το δωμάτιο. Στο πίσω μέρος του καθρέφτη, βρήκε ένα μικρό σημειωματάριο. Ήταν του αδελφού της. Μέσα είχε σημειώσεις. Περιγραφές εφιαλτών. Ονόματα που δεν ήξερε. Κι ένα σκίτσο: η ρεσεψιονίστ. Κάτω από το πρόσωπό της: “Δεν είναι αυτή που λέει”
Το τέλος θα έρθει με την επόμενη νύχτα. Ή θα βρει την αλήθεια, ή δεν θα φύγει ποτέ.

Η Ελένη έκλεισε το ημερολόγιο του Μάνου και ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι της. Κάθε σελίδα του φαινόταν σαν κραυγή. Επαναλαμβανόμενες λέξεις: «εγκλωβισμένος», «καθρέφτης», «απώλεια ταυτότητας». Η πιο παράξενη καταγραφή ήταν η τελευταία:
“Αν τη δεις, είναι ήδη αργά. Μη κοιτάξεις ποτέ τον καθρέφτη μετά τα μεσάνυχτα. Εγώ τον κοίταξα. Και δεν είμαι πια εγώ”

Αποφάσισε να μείνει ξύπνια εκείνη τη νύχτα. Έβαλε τον καθρέφτη να κοιτά προς τον τοίχο και κάθισε στο πάτωμα, με την πλάτη στον τοίχο. Το φως χαμήλωσε ξαφνικά, χωρίς προφανή λόγο. Κάποια στιγμή άκουσε ψίθυρους. Ήχοι που έρχονταν από τη ντουλάπα.
Άνοιξε αργά τις πόρτες. Τίποτα. Μόνο σκοτάδι. Όμως βαθιά, στον ξύλινο τοίχο του βάθους, διέκρινε μια μικρή σχισμή. Έβαλε τα δάχτυλά της και πίεσε. Ξαφνικά, μια σανίδα υποχώρησε και αποκαλύφθηκε ένα μυστικό πέρασμα. Ένα στενό άνοιγμα που οδηγούσε σε έναν μικρό διάδρομο, σκοτεινό και βρώμικο.
Έβαλε το φως του κινητού και σύρθηκε μέσα. Ο διάδρομος κατέληγε σε έναν κρυφό χώρο — έναν καθρέφτη, πανομοιότυπο με εκείνον του δωματίου της. Μπροστά του, μια καρέκλα. Και πάνω της, ένα μανίκι από σακάκι. Το αναγνώρισε: ήταν του Μάνου.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πλησίασε τον καθρέφτη. Η αντανάκλασή της δεν ήταν σωστή. Κι εκείνος, εκεί μέσα, ήταν ο Μάνος. Στεκόταν πίσω της. Της ψιθύρισε:
“Δεν μπορείς να με σώσεις. Εκείνη με πήρε. Εγώ δεν είμαι πια εδώ”
Η Ελένη ούρλιαξε και έκανε πίσω. Ο καθρέφτης ράγισε. Όταν έπεσε στο πάτωμα, είδε στο ξύλο μια σκαλισμένη φράση:
“Το δωμάτιο σε θυμάται. Αν μπεις, δεν φεύγεις”

Βγήκε τρέχοντας στον διάδρομο. Έτρεξε προς τη ρεσεψιόν. Η ρεσεψιονίστ δεν ήταν εκεί. Το φως τρεμόπαιζε. Ολόκληρο το ξενοδοχείο έμοιαζε σαν να βυθιζόταν σε άλλη διάσταση. Οι καθρέφτες στους τοίχους έδειχναν εικόνες από άλλα δωμάτια. Σκηνές που δεν συνέβαιναν στο παρόν.
Η Ελένη βγήκε έξω στη βροχή. Ένιωσε το νερό στο δέρμα της και κατάλαβε πως είχε γλιτώσει. Είχε φύγει. Είχε ξεφύγει από το δωμάτιο. Όμως όταν γύρισε να κοιτάξει το ξενοδοχείο, το δωμάτιο 213 δεν υπήρχε πια.
Και μέσα στην παλάμη της, χωρίς να ξέρει πώς, κρατούσε ένα σκισμένο κομμάτι από το ημερολόγιο του Μάνου. Μόνο μία φράση:
“Η Ελένη ξύπνησε. Αλλά δεν ήταν πια η ίδια”

Όταν επέστρεψε στο σπίτι της, η Ελένη άρχισε να ερευνά ξανά το παρελθόν του ξενοδοχείου. Ήξερε πια πως ό,τι είχε ζήσει δεν ήταν απλώς παραίσθηση ή παιχνίδι του μυαλού. Βρήκε μια παλιά εφημερίδα του 1974. Τίτλος: «Μυστηριώδης εξαφάνιση γυναίκας – τελευταία φορά εθεάθη στο δωμάτιο 213 του ξενοδοχείου Αλεξάνδρεια».
Ακολούθησαν κι άλλες παρόμοιες καταγραφές. Κάθε δεκαπέντε περίπου χρόνια, κάποιος εξαφανιζόταν. Όλοι στο ίδιο δωμάτιο. Ποτέ δεν βρέθηκαν. Ποτέ δεν εξηγήθηκε τίποτα. Μέχρι που το δωμάτιο σφραγίστηκε… τυπικά.

Η εξήγηση κρυβόταν στους καθρέφτες. Το ξενοδοχείο ήταν χτισμένο πάνω σε ένα παλιό ορφανοτροφείο του 19ου αιώνα. Εκεί, είχαν πεθάνει μαζικά παιδιά από μια φωτιά. Λέγεται πως μια γυναίκα, υπεύθυνη τότε για την πτέρυγα, είχε κλειδώσει το δωμάτιο για να «σώσει» ένα παιδί από τις φλόγες – αλλά το παιδί πέθανε. Από τότε, το πνεύμα του παιδιού έμεινε «παγιδευμένο» στους καθρέφτες του δωματίου. Και μαζί του, και το σκοτεινό κομμάτι της γυναίκας – η ενοχή και η τρέλα της.
Κάθε νέος επισκέπτης που κοιτούσε τον καθρέφτη μετά τα μεσάνυχτα, έδινε πρόσβαση σ’ εκείνον τον κόσμο. Στην αντανάκλαση του φόβου. Κι αν το πνεύμα έβλεπε μέσα σου κάτι ραγισμένο – ενοχή, λύπη, μοναξιά – μπορούσε να σε τραβήξει μέσα.

Ο Μάνος είχε βρεθεί εκεί. Και κάτι μέσα του, κάτι ραγισμένο, τον είχε αφήσει ευάλωτο. Η Ελένη το κατάλαβε. Δεν μπορούσε να τον σώσει. Αλλά μπορούσε να σώσει άλλους. Έκανε καταγγελία για το ξενοδοχείο. Μα κανείς δεν την πίστεψε.
Το δωμάτιο 213 δεν υπήρχε πια στα σχέδια του κτηρίου. Σαν να είχε αποσυρθεί από την πραγματικότητα.
Όμως τα βράδια, όταν η Ελένη κοιμάται, βλέπει ακόμα το πρόσωπο του Μάνου στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας. Κι όταν ξυπνά, το γυαλί είναι υγρό. Και γραμμένη πάνω του μια λέξη: “Μείνε”.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading