03:13

Έπλυνε, γυάλισε, ετοίμασε το καινούριο τους αμάξι, φόρτωσε τις βαλίτσες τους και περίμενε την μόλις είκοσι τεσσάρων ωρών σύζυγό του, να ξεκινήσουν για το ταξίδι του μέλιτος. Η άσπρη κορδέλα στον καθρέφτη μαρτυρούσε το νεόνυμφο ζευγάρι. Κρατώντας τους καφέδες στα πλαστικά ποτήρια, κατέβηκε, έκατσαν στις άνετες θέσεις τους, χαμογέλασαν, φιλήθηκαν κι έβαλε μπρος.
– Έτοιμη;
– Μαζί σου και στην κόλαση!
Την φίλησε άλλη μια φορά με πάθος, πήρε το χέρι της, το έβαλε πάνω στον λεβιέ ταχυτήτων και το σκέπασε με το δικό του χέρι.
– Καλό μας ταξίδι μωρό μου!, της είπε, έβαλε την αγαπημένη τους μουσική και ξεκίνησε.

Δεν έπαιρνε το χέρι της εκείνη, το χάιδευε συνέχεια εκείνος. Ανέλυαν την χθεσινή μέρα του γάμου, πόσο τέλεια ήταν όλα, πόσο κόσμο είχαν, πόσο όμορφη ήταν η νύφη, πόσο γοητευτικός ο γαμπρός, πόσο χαρούμενοι οι γονείς τους. Το χαμόγελο δεν έφευγε από τα χείλη τους. Η ευτυχία τους ξεχείλιζε από τα μάτια, τα λόγια, τα αγγίγματα. Το αμάξι τους με ευκολία, μείωνε τα χιλιόμετρα μέχρι που ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος κι όλα μαύρισαν, μέχρι που το χέρι του έμεινε αδειανό, μέχρι που γύρισε το βλέμμα του προς εκείνη και την είδε μέσα στα αίματα. Προσπαθούσε να βγάλει τη ζώνη, μα είχε κολλήσει, προσπαθούσε να βγάλει κραυγή “Δήμητρα, μωρό μου, είσαι καλά;”, οι φλέβες στον λαιμό του πρησμένες από την προσπάθεια, μα δεν έβγαινε φωνή. Πετάχτηκε από το κρεβάτι, μούσκεμα στον ιδρώτα. Η Δήμητρα δίπλα του κοιμόταν γαλήνια. Αναστέναξε ανακουφισμένος, της χάιδεψε τα μαλλιά και η ματιά του έπεσε στο ρολόι πάνω στο κομοδίνο. 3:13 τη νύχτα. Μπορεί να μη πίστευε στα όνειρα ούτε φυσικά επηρεαζόταν από αυτά, μα από την ταραχή του τόσο ζωντανού εφιάλτη, δεν ξανακοιμήθηκε. Έμεινε εκεί, δίπλα της, να την κοιτάζει. Πόσο όμορφη ήταν, πόσο τυχερός που τον επέλεξε για σύντροφο. Δεν μπορούσε και δεν ήθελε να σκεφτεί την ζωή χωρίς εκείνη πλάι του. Δεν θα της διηγούνταν το όνειρο. Ήξερε πόσο πολύ τα πίστευε. Εκείνος πάλι, από μικρός κορόιδευε την μάνα του όταν την έβλεπε κάποιες φορές να μουρμουρίζει πάνω από την λεκάνη της τουαλέτας και μετά να πατάει καζανάκι. Έτσι ξόρκιζε τα άσχημα όνειρα. Τα έλεγε πάνω από την λεκάνη και τραβούσε το καζανάκι να τα πάρει μαζί του το νερό, να τα πετάξει μακριά. Η μάνα του ήταν μια αγράμματη γυναίκα, τόσο ήξερε, τόσο έκανε. Εκείνη που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει καθόλου με την εμμονή και τις δεισιδαιμονίες που πίστευε, ήταν η μέλλουσα γυναίκα του.

Όταν άνοιξε τα μάτια της, του χαμογέλασε και ανέβηκε επάνω του. Έγιναν ένα, με εκείνον τον μεθυστικό, μαγικό, τρόπο που πάλλονταν κάθε φορά τα σώματά τους δύο χρόνια τώρα που ήταν ζευγάρι. Τίποτα από τον νυχτερινό εφιάλτη δεν έμεινε στη σκέψη του. Η θύελλα Δήμητρα, τα εξαφάνισε όλα. Την άφησε στο τουριστικό της γραφείο κι εκείνος συνέχισε για το νοσοκομείο έξω από την πόλη, να κάνει την εφημερία του. Τον περίμενε να σχολάσει και πήγαν στην αγαπημένη τους παραλία, αρκετά χιλιόμετρα μακριά και μετά, στο μικρό ταβερνάκι, δίπλα στο κύμα, με το τραπεζάκι πάνω στα βράχια, να τους περιμένει, όπως κάθε φορά, αφού ο Κοσμάς φρόντιζε να ζητάει από τον ιδιοκτήτη, να τους το κρατάει. Το λάτρευε αυτό το μέρος η Δήμητρα. Οι γονείς της είχαν γνωριστεί εκεί και από παιδιά τους πήγαιναν αρκετά συχνά με την αδερφή της, για μπάνιο και μετά για ψαράκι. Μια παραλία απόμερη, που δεν την ήξεραν πολλοί, χωρίς πολυκοσμία και φασαρία. Ιδανική για ένα ερωτευμένο ζευγάρι που ο ένας είχε μάτια μόνο για τον άλλο και μοναδική ανάγκη, ο ένας την παρουσία του άλλου. Στην επιστροφή, μιλούσαν για τις προετοιμασίες του γάμου.
– Ρε μωρό μου, σε τρεις μήνες είναι ο γάμος κι εσύ ακόμα να βρεις χρόνο για το κοστούμι. Ναι, εντάξει είσαι κούκλος και χωρίς ρούχα, αλλά για σκέψου την μαμά σου, αν εμφανιστείς γυμνός στην εκκλησία!
Γέλασαν και οι δύο, γιατί ήξεραν καλά, πώς ήταν ικανός!
– Το νυφικό κοιτάνε όλοι ρε μωρό μου και είμαι σίγουρος πως θα είσαι μια θεά μέσα σε αυτό που διάλεξες κι ας μην αφήνεις να το δω. Ανυπομονώ να σε δω νύφη κορίτσι μου! Θα πάρουμε και κοστούμι, τι σκας!
– Ιιιιιιιι γρουσουζιά Κοσμά μου να δει ο γαμπρός το νυφικό πριν τον γάμο!
– Αχ, δεν θα ασχοληθώ με τις γρουσουζιές, τα φυλαχτά, τα όνειρα και τα σημάδια στα οποία πιστεύεις!
– Καλέ είσαι σοβαρός; Αφού σου λέω βγαίνουν τα όνειρα! Στο κουστούμι να επικεντρωθούμε όμως, ναι;
“Πόσο σοφά έπραξα που δεν της είπα για το όνειρο”, σκέφτηκε και θέλοντας να μην αφιερώσει άλλο χρόνο, σκέψη και ενέργεια, σε όλα τα μεταφυσικά, ασχολήθηκε με την κοπέλα του.

– Ναι μάτια μου όμορφα, ναι! Θα πάμε άμεσα για κουστούμι. Για πες μου τώρα, μέλλουσα γυναίκα μου, κανονίσατε με τις φίλες σου το μπάτσελορ;
– Ε, ok! Τι να κανονίσουμε; Αυτό που είπαμε. Κάμπιγκ, οι τέσσερις τρελές στην παραλία μας. Να θυμηθούμε τα νιάτα μας. Με την μεγάλη σκηνή της Μαρίας, που έχει τα χωρίσματα και μας χωράει όλες.
– Ρε μωρό μου, αφού μου έχεις πει ότι δύσκολα στήνεται αυτό το τέρας.
– Ε ναι ρε αγάπη, αλλά αυτό θέλουμε να ξαναζήσουμε. Τι γέλιο κάναμε μέχρι να στηθεί, τι κλωτσιές έχει φάει αυτή η σκηνή! Αφού δώσαμε όρκο! Όλα τα μπάτσελορ και των τεσσάρων μας, θα γίνουν εκεί. Θα σύρω τον χορό εγώ, αφού παντρεύομαι πρώτη. Του χρόνου ξανά, με τον γάμο της Άννας και μετά βλέπουμε, πότε θα το αποφασίσουν οι άλλες. Δεν το πιστεύω ότι άλλαξαν τόσο οι ζωές μας, ότι πέρασαν πέντε καλοκαίρια από το τελευταίο μας κάμπιγκ εκεί, όλες μαζί…
– Έτσι γίνεται ψυχούλα μου. Τα ανέμελα μαθητικά και φοιτητικά χρόνια είναι αλλιώς. Μετά, το κυνήγι της δουλειάς, σοβαρές σχέσεις, γάμοι, αλλάζει το σκηνικό. Η αγάπη και οι αναμνήσεις μένουν σταθερά όμως. Και δεν μου λες, σίγουρα θα είστε μόνες εεεεε;
– Βρε ζηλιάρη!
– Όχι ρε συ…
– Ναι ναι καλά. Όχι ρε συ, τάχαμου, δήθεν δεν ζηλεύεις!

Της έσφιξε το χέρι και πήρε την έκφραση που ήξερε ότι της προκαλούσε γέλιο. Εκείνη που σούφρωνε τα φρύδια, με το βλέμμα της ντροπής, της παιδικότητας, της παράκλησης και το κάτω χείλος να σκεπάζει το πάνω και να προεξέχει. Όταν γέλασε η Δήμητρα, άλλαξε έκφραση, έφερε το χέρι της στο στόμα του, το φίλησε, την κοίταξε στα μάτια με όλη του την αγάπη και αναστέναξε.
– Θέλω να περάσετε τέλεια και να συλλέξετε στιγμούλες. Θα μου λείψεις.
– Σε τέσσερις μέρες φεύγουμε ε; Έφτασε ο καιρός! Σε αγαπώ μωρό μου.
– Σε λατρεύω ζωή μου.

Ήταν τόσο κουρασμένος, δεν κοιμήθηκε καλά και το προηγούμενο βράδυ. Την πήρε αγκαλιά κι έτσι αποκοιμήθηκαν. Με την ίδια σειρά όλα, πάλι τα ίδια, μέχρι που προσπαθούσε να βγάλει φωνή όταν την είδε μες στα αίματα, τον βασάνισε ο ίδιος εφιάλτης. Τραντάχτηκε ολόκληρος και ιδρωμένος άνοιξε τα μάτια του. Αυτή τη φορά, έχοντάς την στην αγκαλιά του, ταρακουνήθηκε κι εκείνη. Ο Κοσμάς είδε το ρολόι στο κομοδίνο, 3:13 πάλι. Μα πώς ήταν δυνατόν; Το ίδιο όνειρο, την ίδια ώρα.
– Τι έπαθες αγάπη μου; Όνειρο είδες;, τον ρώτησε αναστατωμένη.
– Όχι μωρό μου, έχασα την αίσθηση του χρόνου και νόμιζα ότι άργησα στη δουλειά.
– Μη χειρότερα! Άντε, έλα να πέσουμε. Νωρίς είναι ακόμα.
– Ναι αγάπη μου, με συγχωρείς.
Την φίλησε και πήρε μια βαθιά ανάσα αφού κατάφερε να καλύψει την ταραχή του και δεν κατάλαβε τίποτα η Δήμητρα. Το τελευταίο που ήθελε, να της προσθέσει ένα ακόμα άγχος. Δεν χρειαζόταν άλλο, είχε ήδη αρκετό με τις ετοιμασίες του γάμου.

Το ίδιο όνειρο τον ταλαιπωρούσε κάθε νύχτα. Δεν άλλαζε τίποτα και όταν με αγωνία κοιτούσε την ώρα, ήταν κι εκείνη η ίδια, 3:13 κάθε φορά. Επέλεξε να μη το εξομολογηθεί στη Δήμητρα. Θα το θεωρούσε κακό σημάδι, θα δαιμονοποιούσε το 3:13, θα έβαζε στο μυαλό της ότι κάτι κακό θα γίνει εκείνη την ώρα και θα ζούσε μέσα στον πανικό. Άρχισε να επηρεάζεται κι ο ίδιος, μα δεν θα το άφηνε να του χαλάσει την αναμονή του γάμου του. Χειρουργός πράμα, δεν θα επέτρεπε τις προκαταλήψεις και τους κακούς οιωνούς να του επιβληθούν. Η μόνη έννοια του, μη καταλάβει τίποτα η Δήμητρα. Την νύχτα πριν φύγει για το μπάτσελορ, προσπάθησε να μείνει ξύπνιος. Δεν ήθελε να την αποχαιρετήσει έχοντας δει αυτόν τον εφιάλτη. Πήρε το βιβλίο του, δίπλα του η αγαπημένη του κοιμόταν ήρεμα. Είδε το ρολόι, ήταν δύο ή ώρα, χασμουρήθηκε και συνέχισε να διαβάζει υπό το χαμηλό φως του λαμπατέρ στο κομοδίνο. Όταν ξανακοίταξε την ώρα, ήταν 3:13 και αφού τον είχε επισκεφθεί ο ίδιος εφιάλτης. Σηκώθηκε, ήπιε νερό και όταν ξάπλωσε, τράβηξε την Δήμητρα στην αγκαλιά του, την έσφιγγε και της φιλούσε τα μαλλιά.
– Τι συμβαίνει καλέ μου;, αναρωτήθηκε εκείνη καθώς από το σφίξιμο, άνοιξε τα μάτια της και διέκρινε μια ταραχή στον Κοσμά.
– Τίποτα αγάπη μου. Σε λίγες ώρες φεύγεις και ήθελα να σε χορτάσω, της απάντησε, χωρίς να μπορεί να κρύψει όπως θα ήθελε, την αγωνία του.
– Δύο βράδια θα είναι μόνο. Και μετά σου υπόσχομαι, μέχρι το μπάτσελορ της Άννας, δε θα λείψω από το κρεβάτι μας καθόλου! Θα είμαι μόνο δική σου!
Άρχισε να τον φιλάει παντού και τα πυρωμένα από πόθο κορμιά τους, έκαναν έρωτα αποχαιρετιστήριο.

Φόρτωναν το αμάξι της Άννας με γέλια και πειράγματα, μέχρι που όλα ήταν έτοιμα. Τα κορίτσια είχαν ήδη μπει μέσα και χαιρετούσαν τον Κοσμά. Εκείνος την έσφιξε για άλλη μια φορά στην αγκαλιά του και η Δήμητρα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
– Όλα καλά μωρό μου;
– Θα μου λείψεις, αυτό είναι όλο.
– Δευτέρα μεσημεράκι θα με έχεις πάλι αγκαλιά. Κι εσύ θα μου λείψεις.
– Να προσέχεις! Στείλε μου όταν φτάσετε.
– Θα μας χωρίζουν μόνο πενήντα πέντε χιλιόμετρα. Κι εσύ να προσέχεις καρδιά μου. Θα σου στείλω.

Μέχρι να φτάσουν, δεν κυλούσε ο χρόνος. Περίμενε μήνυμά της για να ησυχάσει. Κρατούσε το κινητό στο χέρι και το έβλεπε συνέχεια. Όταν μία ώρα μετά άκουσε τον ήχο και είδε το “μωρό μου” στην οθόνη, έκανε τον σταυρό του και ηρέμησε. “Όλα καλά χειρουργέ της καρδιάς μου, σε λατρεύω!”. Της απάντησε και μπήκε να κάνει ένα ντουζάκι. Κάτι η ζέστη του Ιουνίου, κάτι η έντασή του, το είχε ανάγκη. Όσο έπεφτε το νερό επάνω του σκεφτόταν πόσο άδικα άφησε το επίμονο όνειρο να του χαλάσει την διάθεση, ούτε ήξερε πώς επέτρεψε στον εαυτό του κάτι τέτοιο. Λίγες ώρες μετά, άλλο ένα μήνυμά της, συνοδευόμενο από μια φωτογραφία, έφερε την ισορροπία μέσα του. ” Το τέρας στήθηκε! Κι εμείς, σαν το παλιό καλό κρασί, σα να μη πέρασε μια μέρα!” και η σέλφι των κοριτσιών μπροστά στη σκηνή, τον έκανε να χαμογελάσει.
“Όνειρα και δεισιδαιμονίες, πόσο χαζός είμαι”, μονολόγησε και έβαλε να φάει.

Για έκτη συνεχόμενη νύχτα, όλα στον ύπνο του, έγιναν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η κορδέλα στον καθρέφτη, τα γέλια, οι αναφορές στον μόλις είκοσι τεσσάρων ωρών γάμο τους, τα αίματα, η αδυναμία του να φωνάξει, να αντιδράσει. Η ώρα, 3:13. Σηκώθηκε, πήγαινε πάνω κάτω. Μόλις πριν τρεις ώρες είχαν μιλήσει, μα δεν τον χωρούσε ο τόπος. Κι αν είχε συμβεί κάτι; Πήρε το κινητό του, έστειλε μήνυμα “ξενυχτάτε ή κοιμηθήκατε;”. Πέρασαν δέκα λεπτά, χωρίς καμία απάντηση. Της είχε υποσχεθεί ότι θα της αφήσει χώρο και χρόνο με τις φίλες της, χωρίς πολλά μηνύματα και τηλέφωνα, για να το χαρούν, μα αυτή την ώρα, δεν τον ένοιαζε καθόλου που δεν τηρούσε τον λόγο του. Ας του απαντούσε μόνο! Πέρασαν κι άλλα πέντε λεπτά και τίποτα. Έβαλε ένα ουίσκι μήπως και χαλαρώσει. Πέρασαν άλλα πέντε λεπτά. Ο ήχος του μηνύματος, κελάηδημα στα αυτιά. “Έλα μωρό μου, όχι δεν κοιμόμαστε. Η Τζο παίζει κιθάρα και κάνουμε παραγγελιές”. Ένα βιντεάκι με τα κορίτσια να τραγουδούν το αγαπημένο τραγούδι της μέλλουσας νύφης, τον έκανε να βγάλει έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Μονολογούσε πόσο βλάκας ήταν, πόσο σαν την Δήμητρα, που κορόιδευε, λειτούργησε και πόσο κοντά στην μάνα του έφτασε. “Μόνο στην λεκάνη που δεν πήγα να το πω το όνειρο”, σκέφτηκε, γέλασε μόνος του και πήγε για ύπνο ήσυχος πια.

Το πρωί της Κυριακής ήπιε τον καφέ του, μαγείρεψε κάτι γρήγορο, ξάπλωσε λίγο και ετοιμάστηκε για την βραδινή βάρδια στο νοσοκομείο. Μίλησε κατά τις έντεκα με την Δήμητρα που ετοιμαζόταν για νυχτερινό μπάνιο και έπιασε κουβέντα με την ομάδα στο χειρουργικό, για τα ζητήματα της δημόσιας υγείας που τους απασχολούσαν πάντα. Ήταν μια ήσυχη νύχτα στο νοσοκομείο, μέχρι που επικράτησε πανικός. Φωνές, αναστάτωση, για ένα επείγον περιστατικό που έπρεπε να αναλάβει. Έτρεξε στο διάδρομο και μπροστά του είδε τις τρεις φίλες της συντρόφου του, μέσα στα αίματα, να τρέχουν κι εκείνες προς το μέρος του. Έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Δεν υπήρχε χρόνος για εξηγήσεις. Άκουσε μόνο και τις τρεις, με μια φωνή, να του λένε “σώσ’ την!”. Ετοιμάστηκε για το χειρουργείο και πριν ξεκινήσουν, κοιτώντας την ώρα είδε το γνωστό 3:13 που έβλεπε, όταν ξυπνούσε, τόσες νύχτες. Μόνο που αυτή τη φορά, η γυναίκα του, δεν κοιμόταν γαλήνια δίπλα του. Ήταν στο χειρουργικό τραπέζι κατασφαγμένη και ήταν στο χέρι του και στο έλεος του Θεού, αν θα τα κατάφερνε να ζήσει.

Όταν οι τέσσερις φίλες ήταν μες στη θάλασσα και απολάμβαναν την πανσέληνο, παίζανε με το νερό και γελούσαν, ακούστηκε ένας θόρυβος από την σκηνή. Η Δήμητρα, που θεώρησε ότι ήταν πάλι ο αδεσποτάκος σκύλος που τους πλησίασε και νωρίτερα, βγήκε για να τον διώξει, να μην κάνει άνω κάτω την σκηνή. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, την άκουσαν να φωνάζει, “Τι κάνεις εδώ; Θα φωνάξω την αστυνομία!”. Μέχρι να βγουν οι φίλες της που έντρομες, έκαναν δρασκελισμούς στο νερό, μέσα στο σκοτάδι, την άκουσαν να ουρλιάζει “βοήθεια!”. Όταν έφτασαν στη σκηνή, την βρήκαν κάτω, πεσμένη ανάσκελα, ανάμεσα στις δύο δάδες μπαμπού που είχαν αναμμένες για να βλέπουν και με το αίμα να τρέχει ασταμάτητα από το στομάχι και την κοιλιά της. Δίπλα της το μαχαίρι που χρησιμοποίησε ο άγνωστος που παραβίασε την σκηνή τους, ενώ εκείνος, είχε εξαφανιστεί. Δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν, άρχισαν να φωνάζουν βοήθεια, πήραν τις πετσέτες θαλάσσης και τις πίεζαν στην αιμορραγία, την σήκωσαν, την έβαλαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Ο χρόνος ήταν πολύτιμος και δεν θα τον έχαναν καλώντας ασθενοφόρο. Η Δήμητρα μέσα από αναφιλητά πόνου και πανικού, ζήτησε από τις φίλες της να μην τον ενημερώσουν, θα τρελαινόταν. Μόνο να την πήγαιναν εκεί, στο νοσοκομείο του. Έχασε τις αισθήσεις της αμέσως μετά. Η Τζο ούρλιαζε στην Άννα να τρέξει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ίσα που έπιαναν τον σφυγμό της.

Ο Κοσμάς, έδωσε την ψυχή του, έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Της ζητούσε συνέχεια να μη τον εγκαταλείψει, να μην τον αφήσει μόνο, να μη φύγει. Μα δεν τα κατάφερε. Είχε τέσσερις μαχαιριές στην κοιλιακή χώρα, είχε χάσει πολύ αίμα. Δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του. Όχι που δεν μπόρεσε να την κρατήσει ζωντανή. Ήξερε ότι έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Δεν συγχώρεσε τον εαυτό του που δεν την προειδοποίησε για το όνειρο. Εκείνη από τον φόβο της, κάπως, ίσως, άλλαζε τα γεγονότα. Στα τριάντα του, έχασε ότι πολυτιμότερο είχε, την γυναίκα που λάτρευε και την πίστη του ότι εκείνος όριζε την ζωή του. Λίγες μέρες αργότερα, παραιτήθηκε από το νοσοκομείο. Δεν ήταν σε θέση να παλέψει να σώσει τις ζωές των ασθενών. Έπρεπε πρώτα να σώσει την ψυχή του. Δεν ήξερε πια πού να πιστέψει, δεν ήξερε καν αν υπήρχε Θεός. Κι αν υπήρχε, πώς επέτρεπε τόσο κακό! Στα τραγικά γεγονότα, ο πόνος φέρνει την αμφισβήτηση. Η ψυχοσύνθεση του Κοσμά, περνούσε κάθε μέρα από σαράντα κύματα. Επιστράτευε την λογική, το συναίσθημα, τον Θεό, τον σατανά, την ψυχανάλυση, την προσευχή, κατά πως τον βοηθούσε. Του πήρε πολλά χρόνια να πετάξει από πάνω του τις ενοχές ότι εκείνος έφταιγε για ό,τι είχε συμβεί. Δεν την έβγαλε ποτέ από μέσα του. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Στις 3:13 κάθε νύχτα για όλη του τη ζωή, άνοιγε τα μάτια του, χάιδευε το μαξιλάρι δίπλα του και ξανακοιμόταν.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading