Βροχή! Υγρό πόνο έσταζε και σήμερα ο ουρανός, πέντε μερόνυχτα δεν είχε σταματήσει να κλαίει το άυλο παραπέτασμα, υποθέτω είχε ραγίσει για τα καλά, από τ’ απανωτά χτυπήματα της ανθρωπότητας και «έριχνε» ασταμάτητα δάκρυα, να μαλακώσει τις ανθρώπινες ψυχές…
Αμερική 1960, η χώρα των ανεξάντλητων ευκαιριών, η χώρα των μεταναστών, η χώρα της ξενιτιάς, η χώρα της διαφθοράς, του μεροκάματου, του πλούτου, της ανέχειας και της ευμάρειας. Η χώρα των αντιθέσεων, μα συνάμα και προορισμός ανήσυχων πνευμάτων.
H Όλγα κοιτά από το παράθυρο του πρώτου ορόφου τους λιγοστούς περαστικούς και τα αυτοκίνητα στο δρόμο, παρκαρισμένα αριστερά και δεξιά στην οδό Μέιν, λαμποκοπούν από την βροχή, έργα τέχνης σε τέσσερις τροχούς. Ένας άνδρας πλησιάζει προς την είσοδο, φορά κουστούμι, μέσα στην συννεφιά διακρίνει τις βάτες του κουστουμιού του. Φορά καπέλο και κρατά χαρτοφύλακα, το βήμα του βιαστικό, δεν είναι η βροχή, έχει ήδη κοπάσει, ούτε το σύννεφο της υγρασίας που τρυπά τα κόκκαλα. Σαν να θέλει να ξεφορτωθεί κάτι που τον βαραίνει, που κάνει τους ώμους να γέρνουν, ίσως τον χαρτοφύλακα, ίσως και τον φόβο που του προκαλεί η γειτονιά Μέιν.
Το κουδούνι κτύπησε νευρικά, επαναφέροντας την Όλγα στην πραγματικότητα. Έσβησε βιαστικά το τσιγάρο, στρώνοντας με τις παλάμες την φούστα της και ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στον καθρέπτη, λίγο πριν ανοίξει αποφασιστικά την πόρτα. Ο άνδρας με τον χαρτοφύλακα πέρασε το κατώφλι, με μια μεγάλη δρασκελιά, βρέθηκε κατευθείαν στο χολ. Δεν έβγαλε το καπέλο του, ούτε σκούπισε τα πόδια στο χαλάκι της εξώπορτα. “Αναιδής!”, σκέφτηκε η Όλγα, γνέφοντας να περάσει στο καθιστικό.
– Δεν ήρθα να κάτσω! Πάρε το.
– Είναι όλα εκεί; τον ρώτησε χωρίς φόβο
– Ό,τι ζήτησες και κάτι παραπάνω.
Έκλεισε την πόρτα με θόρυβο και βγήκε ξανά στον βρεγμένο δρόμο, έφυγε από την αντίθετη κατεύθυνση, χωρίς να προλάβει να τον ρωτήσει κάτι παραπάνω. Η Όλγα τον παρακολούθησε από το παράθυρο, μέχρι που χάθηκε στην στροφή.
– Έφυγε; την ρώτησε μια ανδρική φωνή από το βάθος του χολ
– Ναι έφυγε, μόλις… αποκρίθηκε η Όλγα αδιάφορα.
Η ανδρική φωνή, πλησίασε καθώς την παρότρυνε ν’ ανοίξει τον χαρτοφύλακα. Εκείνη έγνεψε αρνητικά.
– Δεν θέλω!, ψιθύρισε
Με μια γρήγορη κίνηση άνοιξε το χαρτοφύλακα και ευθύς μπρος τα μάτια της ξεχύθηκε ένα πλήθος φωτογραφιών, άγνωστων ανθρώπων, που έπεφταν στο πάτωμα, από το παραγέμισμα του χαρτοφύλακα. Μια κασέτα και ένα διπλωμένο χαρτί ήταν στην μέση του χαρτοφύλακα. Παράχωσε την κασέτα στη τσέπη της φούστας και πήρε στα χέρια της το σημείωμα. Δεν είχε υπογραφή, κανένα όνομα παρά μόνο στο κάτω μέρος έγραφε το όνομα της «OLGA».
«Αν διαβάσεις αυτό, τότε έχεις ήδη ανοιχτεί. Ξεκινά στις 00:00. Κανείς δεν επιβιώνει την δεύτερη νύχτα»
Το ρολόι έδειχνε 23:59
– Τρέξεεεεεεεεεεε… της φώναξε η ανδρική φωνή και ξεχύθηκε μονομιάς στο δρόμο αρπάζοντας τον χαρτοφύλακα.
Το φως στο αυτοκίνητο αναβόσβησε. Το ραδιόφωνο άνοιξε, εκπέμποντας έναν στατικό ήχο, μη κατανοητό, την ώρα που η Όλγα προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει το σημείωμα. «Ξεκινά τώρα» μουρμούρισε και κρύος ιδρώτας κύλησε στον αυχένα. Γύρισε το βλέμμα προς τα έξω στο άδειο λιμάνι, η ομίχλη δεν την βοηθούσε ιδιαίτερα στην όραση, οπότε αποφάσισε να κάνει μια στάση, ή ίσως να έπαιρνε και το πρώτο πρωινό πλοίο δεν είχε αποφασίσει ακόμα. Μέσα στον πανικό της είχε ξεχάσει την κασέτα. «Φυσικά, η κασέτα». Μια φωνή της φώναζε να μην την ακούσει μα δεν μπόρεσε ν ’αντισταθεί. Έβαλε την κασέτα στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου και συγκεντρώθηκε σε κάθε ήχο.
Κλικ. Ήχος γρατζουνίσματος. Μετά μια βραχνή ανδρική φωνή.
«Εγώ ήμουν ο πρώτος. Δεν είχα ιδέα τι ξεκλείδωνα όταν κοίταξα στον καθρέπτη εκείνο το βράδυ. Το πρόσωπό μου… δεν ήταν μόνο δικό μου πια. Αν ακούς αυτό, μην κοιτάξεις πίσω σου. Απλώς μην κοιτάξεις!»
Πάγωσε. Είχε καθρεφτάκι στο χαρτοφύλακα; Τον άνοιξε και έψαχνε στις φωτογραφίες που είχαν παραμείνει, εντός. Το ένστικτό της την πρόδιδε, ήθελε να το κοιτάξει.
Και τότε… ήρθε ο ήχος.
Όχι έξω από το αυτοκίνητο.
Αλλά μέσα. Πίσω της.
Αργή, υγρή ανάσα.
Έσφιξε τα μάτια. Πάλεψε με τον εαυτό της, αν ήταν κάτι εκεί δεν ήθελε να το δει. Ο καθρέπτης στον χαρτοφύλακα έλαμπε διαβολικά, σαν να την προσκαλούσε.
«Βλέπουν μόνο όταν τους κοιτάς»
Μάζεψε το θάρρος της και άνοιξε το καθρεφτάκι με τρεμάμενα χέρια. Κοίταξε την αντανάκλαση, δεν ήταν μόνη της. Πίσω της καθόταν μια μορφή χωρίς πρόσωπο, με μαύρες κόγχες στη θέση των ματιών και το χειρότερο την κοιτούσε μέσα από τον καθρέπτη.
Γύρισε απότομα. Κανείς! Κανένα πρόσωπο… όμως το καθρεφτάκι είχε μια χαραγή πάνω του. Ένα όνομα. Το δικό της. Ξάφνου ράγισε, με ένα κρότο σαν κραυγή και τότε κάποιος κτύπησε ήρεμα, σχεδόν ευγενικά το τζάμι του παγωμένου αυτοκινήτου. Δεν τόλμησε να κοιτάξει.
«Αν δεν ανοίξεις, θα μπει μέσα» της ψιθύρισε η φωνή και οι φωτογραφίες από τον χαρτοφύλακα σε μια δύνη αέρα ανύπαρκτου, σηκώθηκαν και την περικύκλωσαν σαν αρπακτικά πουλιά. Και τότε κατάλαβε. Θα γινόταν ακόμα μια φωτογραφία στον χαρτοφύλακα. Μια εγκλωβισμένη ψυχή που θα περίμενε τον επόμενο να την ελευθερώσει.
Πειραιάς 1990
Μια γυναίκα με το όνομα Φωτεινή, είχε φτάσει εκεί που ξεκίνησαν όλα, στο παλιό ψυχιατρείο Γραβιάς, εγκαταλειμμένο εδώ και δεκαετίες. Οι φήμες το ήθελαν καμένο, πολλοί αφηγούνταν πως απλώς έκλεισε μετά από «ανεξήγητα γεγονότα». Μέσα από τον χαρτοφύλακα που είχε ανακαλύψει σε ένα εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο στο παλιό λιμάνι, από μια κασέτα που μετά βίας μπορούσε να ακούσει, είχε πλέον καταλάβει. Το «erebus Protocol» δεν ήταν κάτι μεταφυσικό, ήταν ένα κυβερνητικό πρόγραμμα, ένα πείραμα στην ανθρώπινη αντίληψη με στόχο την μετατροπή του μυαλού να «βλέπει» πέρα από την πραγματικότητα, με την κατάλληλη εκπαίδευση, να μπορεί να αντιληφθεί αυτά που «υπάρχουν ανάμεσά μας». Οι ασθενείς του ψυχιατρείου ήταν τα πειραματόζωα.
Η μορφή χωρίς πρόσωπο που την ακολουθούσε, δεν ήταν φάντασμα, ήταν αποτέλεσμα του πρωτοκόλλου, ένα σχίσμα στην αντίληψη και έλεγε πως το όνομα της ήταν ΟΛΓΑ. Κάτι που περπατούσε μέσα στην αντίληψη αλλά δεν μπορούσε να παρατηρηθεί – εκτός αν σε ανοίξουν.
Η Φωτεινή είχε «ανοιχτεί»
Ήταν τώρα υποδοχέας που προσπαθούσε να βοηθήσει τις μορφές που είχαν φυλακιστεί στις φωτογραφείς του χαρτοφύλακα. Η Όλγα θα την βοηθούσε.
Στο υπόγειο του ψυχιατρείου, ανάμεσα σε πολλούς φακέλους, στην τελευταία σελίδα του τελευταίου φακέλου που της υπέδειξε η Όλγα διαβάζει:
«Ο Φάκελος OLGA απέτυχε. Η διάδοχος όμως είναι έτοιμη. Τρίτη φάση, κωδικό όνομα: FOTINI»
Η καρδιά της πάγωσε. Ήταν μέρος ενός πειράματος που δεν γνώριζε, η τυχαία συνάντηση με το αυτοκίνητο της Όλγας δεν ήταν τόσο τυχαία, η φαινομενικά ασήμαντη δουλειά της στο λιμενικό, δεν ήταν απάτη – όλα ήταν προγραμματισμένα. Δεν την διάλεξαν. Την κατασκεύασαν. Έψαξε τριγύρω να βρει την απάντηση, μα το μόνο που κατάφερε να δει ήταν μια οθόνη υπολογιστή, σχεδόν σπασμένη. Το φως τρεμόπαιξε, η οθόνη πρόβαλε την ίδια σε μικρότερη ηλικία, σε ένα εργαστήριο να υποβάλλεται σε ύπνωση. Ένας άνδρας με λευκή ενδυμασία γιατρού, μιλά στην οθόνη. «Είσαι η τελική εντολή. Μόλις δεις τον χαρτοφύλακα… θα θυμηθείς». Η οθόνη κλείνει, ξαφνικά, όπως ακριβώς άνοιξε, μπρος στα κατάπληκτα ματιά της Φωτεινής. Από το βάθος ήχοι βημάτων ακούγονται, όχι ενός ανθρώπου, πολλών.
Οι «επιστρέφοντες». Τα πειραματόζωα που δεν άντεξαν – ούτε πέθαναν, ούτε έζησαν, τώρα την ακολουθούν, θέλουν να επανέλθουν, την έχουν κάνει αγωγό και πρέπει να περάσουν από αυτή στον έξω κόσμο. Η Φωτεινή τρέχει, εκεί που η Όλγα της λέει την ακούει καθαρά στο μυαλό της, σε μια κονσόλα στο τελευταίο δωμάτιο του υπόγειου. Είναι το δωμάτιο που είδε πριν στην οθόνη, με εκείνον τον γιατρό που την υπνώτισε. Ψάχνει με πανικό, κάτι πρέπει να υπάρχει σε αυτό το δωμάτιο, ανακαλύπτει ένα κουμπί ασφαλείας καλυμμένο από σπασμένα γυαλιά, με ξεθωριασμένα γράμματα.
«Ενεργοποίηση καραντίνας – Τελική λύση εκκαθάρισης FOTINI»
Πλέον θυμάται… πλέον ξέρει, αν το πατήσει θα κλείσει το πρωτόκολλο για πάντα, οι «Επιστρέφοντες» δεν θα ξαναποκτήσουν πρόσβαση στην αντίληψη των ζωντανών, αλλά και εκείνη, μέρος του πειράματος δεν θα επιβιώσει. Έχει την επιλογή να μην το πατήσει, να ξεφύγει, να ζήσει, αλλά το erebus θα επεκταθεί.
Ώρα 00.00 στο ρολόι της, χαμογελά αμυδρά και μονολογεί: «Δεν θα επιστρέψετε από εμένα».
Πατάει το κουμπί
Λευκό φως.
Ύστερα… σκοτάδι.
Αθήνα 2025
Μια φοιτήτρια σε ένα αρχειακό κτίριο που στέγαζε χρόνια πριν εργαστήρια του πανεπιστήμιου, βρίσκει έναν παλιό χαρτοφύλακα. Μέσα ένα καθρεφτάκι, μια κασέτα και ένα ρολόι χεριού. Ανοίγει το καθρεφτάκι έναν όνομα είναι χαραγμένο FOTINI και ένα σημείωμα πολυκαιρισμένο στην μέση. Το ανοίγει.
«Εσύ τώρα είσαι η πύλη»
Το ρολόι δείχνει 00.00
Ελένη Ρέγγα
