Ο πατέρας της νύφης

Πώς μπορείς να ξεχωρίσεις αν κάποιος σε αγαπά ή σε χειραγωγεί; Είναι τόσο λεπτή η γραμμή, τελικά;
Η Έλενα χρειάστηκε πέντε χρόνια για να το καταλάβει.
Ένα χρόνο ήταν μαζί με τον Αντώνη. Ήταν η πρώτη της σχέση και ό,τι της έλεγε, αυτή το έκανε. Όχι επειδή δεν είχε φωνή, αλλά γιατί δεν είχε μάθει ακόμα να την χρησιμοποιεί. Ήταν απόλυτα μαγεμένη από την προσοχή του πάνω της. Τίποτα δεν μπορούσε να την ξεκολλήσει από κοντά του. Γευόταν την ενήλικη ζωή μαζί του και ζούσε έντονα κάθε στιγμή. Ένα κουδουνάκι χτύπησε στο μυαλό της ένα πρωί που έφτασε χαρούμενη στην καφετέρια και ανακοίνωσε στην παρέα ότι πέρασε και θα πάει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. Εκείνος της είπε να μην πάει.

«Γιατί;» γέλασε γιατί νόμισε ότι της το είπε για πλάκα.
«Επειδή δεν ξέρω πώς θα αντέξω τέσσερα χρόνια μακριά σου. Σε αγαπώ, αλλά μην πας!»
Οι φίλοι του την υποστήριξαν για πρώτη φορά. Παρόλο που κανείς τους δεν είχε σπουδάσει, έδειχναν να καταλαβαίνουν πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη. Κάτι κλώτσησε μέσα της για πρώτη φορά. Οι φίλες της ετοιμάζονταν ήδη να φύγουν για τις σπουδές τους. Δεν την ενθάρρυναν να ακούσει το ένστικτό της. Της έλεγαν μόνο πόσο τυχερή ήταν που είχε βρει ένα αγόρι που δεν μπορούσε να ζήσει μακριά της.

Οι μήνες πέρασαν και ο μπαμπάς της ξαφνικά αρρώστησε. Ήταν καιρός που δεν αισθανόταν καλά και έκανε διάφορες εξετάσεις, όμως τώρα σταμάτησε να δουλεύει και η Έλενα ανέλαβε όλη του την περιποίηση. Όταν του είπε ότι αποφάσισε να μην πάει στο πανεπιστήμιο για να μείνει να τον φροντίζει, καταρρακώθηκε. Της έκανε εντύπωση η αντίδρασή του, γιατί θυμήθηκε πώς είχε αντιδράσει ο Αντώνης. Τώρα όμως είχε σοβαρό λόγο.

Τρία χρόνια μετά, ο Αντώνης της έκανε πρόταση γάμου, ένα βράδυ που βγήκαν για ποτό στο αγαπημένο τους μπαρ. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Τέντωσε το χέρι της και περίμενε να της φορέσει το δαχτυλίδι, έτσι ήξερε ότι κάνουν όταν ζητάνε σε γάμο μια κοπέλα. Εκείνος το παρατήρησε και της είπε ότι δεν είχε τώρα χρήματα για δαχτυλίδι. Ας πήγαιναν κατευθείαν στις βέρες. Και εκείνη συμφώνησε. Όταν σταμάτησε η σερβιτόρα για να αφήσει τα δεύτερα ποτά στο τραπέζι, εκείνος την κοίταξε πονηρά. Η σερβιτόρα μόρφασε και έφυγε.
«Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Ήθελα να δω αν ζηλεύεις, χαζό!», γέλασε αυτός.
Αν έχεις ξανακούσει ξανά αυτήν την κουβέντα, να ξέρεις ότι πλέον τα λένε red flags.

Άλλος ένας χρόνος πέρασε, ένας δύσκολος χρόνος. Δουλειά, νοσοκομείο, Αντώνης. Αυτό ήταν το καθημερινό πρόγραμμα. Ο μπαμπάς της είχε καταπέσει πολύ, ήθελε βοήθεια ακόμα και για να πάει στο μπάνιο. Η ψυχή της ήξερε πώς του έδινε κουράγιο, πώς του έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά, πως όλα θα περάσουν. Μέσα της έλιωναν ένα ένα τα κομμάτια των παιδικών της χρόνων, τότε που ο μπαμπάς της ήταν γερός και δυνατός. Τότε που ήταν ο προστάτης της. Ήταν εκείνος που την μεγάλωσε όταν η μαμά της τους άφησε και έφυγε για πάντα. Ήταν εκείνος που την ανέθρεψε με τόση αγάπη που φαινόταν σαν διαφάνεια η καλοσύνη στην καρδιά της. Και τώρα τον στήριζε από τον ώμο σαν λαβωμένο στρατιώτη της ζωής για να πάει να πλύνει το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο.

«Με τις προετοιμασίες του γάμου τι έκανες; Το ξέρεις ότι εγώ δεν μπορώ, δεν έχω το γούστο σου. Κάνε τα όλα εσύ! Σε εμπιστεύομαι απόλυτα!»

Σήκωσε το κεφάλι της από τις τελευταίες εξετάσεις του πατέρα της και τον κοίταξε σαν μην είχε ζωή η ματιά της.

«Τι εννοείς; Εγώ θα τα κάνω όλα; Πότε; Πώς;»

«Ε, αν δεν είχες όλη μέρα τον πατέρα σου, θα είχες χρόνο», ψιθύρισε αυτός. Πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει στην κουβέντα του, της έπιασε το χέρι και πρόσθεσε. «Βλέπω ότι κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς. Σε αγαπώ αλλά είσαι μόνη σου σε όλο αυτό. Πιστεύω θα ήταν καλύτερα σε ένα γηροκομείο. Εκεί θα έχει αποκλειστική περιποίηση. Είναι νέος ακόμα, θα τα καταφέρει»

«Θα πάω αύριο για τις προσκλήσεις. Εντάξει;» άλλαξε κουβέντα. «Κανόνισες την ημερομηνία με την εκκλησία;»

«Διάλεξε όποια θες εσύ. Δεν έχω πάει ακόμα», την φίλησε παθιασμένα και δεν την άφησε πάλι να του απαντήσει. «Αύριο θα φέρω τα πράγματά μου. Αρχίζει η νέα μας ζωή. Επιτέλους, θα μείνουμε μαζί!», της χαμογέλασε και έφυγε.

Η Έλενα διάλεξε ημερομηνία, συνεννοήθηκε με τον ιερέα, έκλεισε μια ταβέρνα στην παραλία, διάλεξε τα γλυκά, συναντήθηκε με τον φωτογράφο. Μόνο το κοστούμι του γαμπρού δεν πρόβαρε. Σε όλα έδωσε εκείνη προκαταβολή γιατί πάλι ο Αντώνης έφυγε από την δουλειά, γιατί καμιά δουλειά δεν ήταν αρκετά καλή. Θα της τα έδινε μετά, έτσι της είπε.

Πέρασε άλλος ένας χρόνος, ο πέμπτος που ήταν μαζί. Ο μπαμπάς της ήταν πλέον μόνιμα μέσα στο νοσοκομείο. Είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της. Συνέχιζε να τον φροντίζει ακούραστα, όπως την πρώτη στιγμή. Συνέχιζε να τον παινεύει ότι τα πάει τέλεια, ότι είναι πολύ γενναίος. Ήξεραν και οι δύο πια ότι η ώρα του αποχωρισμού έφτανε.

«Τι εννοείς να με συνοδεύσει ο πατέρας σου;» έκλεισε την πόρτα της μπαλκονόπορτας. Γύρω της και άλλοι πονεμένοι άνθρωποι που βγήκαν να καπνίσουν, να κουβεντιάσουν ο ένας με τον άλλον, να ξεχαστούν για λίγα λεπτά πριν γυρίσουν στα δωμάτια και σηκώσουν ξανά τους σταυρούς τους.

«Το λέω γιατί ξέρω ότι ο δικός σου δεν μπορεί. Τι θα κάνεις; Θα τον φέρεις με το καροτσάκι;»

«Και στα χέρια θα τον σηκώσω να τον φέρω αν χρειαστεί!» έβαλε τα κλάματα από τα νεύρα της.

«Κοριτσάκι μου…», την αποκάλεσε με αυτή τη λέξη, γιατί έτσι την έλεγε ο πατέρας της. Και έπειτα την αγκάλιασε. Κάθε του κίνηση ήταν μετρημένη. «Θα γίνουμε οικογένεια τώρα, σωστά; Πρώτα εμείς και μετά οι υπόλοιποι. Εγώ στο λέω γιατί σε αγαπώ αλλά δεν μπορώ να σε βλέπω να ταλαιπωρείσαι»

«Με αγαπάς αλλά…»

«Τι εννοείς;»

«Τίποτα. Θα με συνοδέψει ο μπαμπάς μου», άνοιξε την πόρτα και μπήκε πάλι στο δωμάτιό του.

Η ημέρα του γάμου έφτασε. Μπήκε στο αμάξι που είχε νοικιάσει και χαιρέτισε τον οδηγό. Σταμάτησε στο νοσοκομείο και πήρε τον μπαμπά της. Έφτασαν έξω από την εκκλησία.

«Είσαι έτοιμη;» την ρώτησε ο μπαμπάς της πριν ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου.

«Μπαμπά. Περίμενε. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Φοβάσαι; Φοβάσαι να…»

«Να πεθάνω; Όχι. Θα φοβόμουν αν δεν ήμουν ζωντανός. Έζησα μια ωραία ζωή. Χάρηκα κάθε στιγμή που σε έβλεπα να μεγαλώνεις και να γίνεσαι μια καλή και όμορφη κοπέλα. Χάρηκα κάθε σου γέλιο, κάθε σου επιτυχία, κάθε σου επιθυμία. Όμως θα σε ρωτήσω ξανά, είσαι έτοιμη;»

«Δεν ξέρω, μπαμπά»

«Είσαι ευτυχισμένη;»

«Τον αγαπώ, αλλά…»

«Μετά το αγαπώ δεν μπαίνει ‘αλλά’, κοριτσάκι μου. Μετά το πιστεύω, δεν μπαίνει ‘αλλά’. Μετά το εμπιστεύομαι, δεν μπαίνει ‘αλλά’. Η αγάπη νικάει το φόβο, τις αμφιβολίες, νικάει τα πάντα. Δεν φοβάσαι να αλλάξεις, να γίνεις καλύτερος. Δεν φοβάσαι να προχωρήσεις. Εγώ δεν φοβάμαι να πεθάνω, εσύ φοβάσαι να ζήσεις;»

Η Έλενα ζήτησε αμέσως από τον οδηγό να κάνει μεταβολή και να γυρίσουν σπίτι. Εκείνο το βράδυ έβαλε τον πατέρα της να κοιμηθεί στο κρεβάτι του. Για ένα βράδυ, ήθελε να είναι ξανά στο σπίτι τους. Ξάπλωσε δίπλα του και έβαλε το χέρι της στην καρδιά του. Σαν να ήξερε ότι ήταν το τελευταίο του βράδυ. Ήταν έτοιμος να την αποχωριστεί τώρα.

«Σε ευχαριστώ, μπαμπά, σε ευχαριστώ για όλα», μουρμούρισε.

Δέκα χρόνια μετά, ο Αντώνης δεν είχε καταφέρει τίποτα στην ζωή του. Όχι, ότι έχει σημασία τι είχε απογίνει εκείνος. Αλλά την αληθινή αγάπη δεν θα την έβρισκε ποτέ ξανά.

Η Έλενα φορούσε το υπέροχο νυφικό της και ετοιμαζόταν να παντρευτεί τον άντρα της ζωής της. Βάδιζε μόνη προς τον αγαπημένο της και έλαμπε από χαρά. Έλαμπε η καρδιά της από ευτυχία. Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τον ουρανό. Ο γαμπρός χαμογέλασε γιατί κατάλαβε. Ήταν σίγουροι και οι δύο ότι ο μπαμπάς της τους κοιτούσε και χαμογελούσε και αυτός.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading