Το νηπιαγωγείο

Πίσω στο μακρινό ή όχι και τόσο, 1997. Ήμουν πέντε χρόνων όταν κατέβηκα τα σκαλιά εκείνου του κτηρίου. Τότε δεν ήταν υποχρεωτικό όπως σήμερα και δεν πήγα στο προνήπιο. Θυμάμαι με υποδέχτηκε μια τεράστια αγιογραφία της Παναγίας με ανοιχτά τα χέρια που θα γινόταν και η ελπίδα μου σε όσα θα ακολουθούσαν.

Μέσα στον μικρό υπόγειο χώρο με τα θρανία, τα καρεκλάκια και τα ράφια με τους μαρκαδόρους, υπήρχε και ένα γραφείο, εκείνο της δασκάλας. Εκεί περνούσε τον περισσότερο χρόνο της ημέρας να μιλά στο σταθερό τηλέφωνο. Δεν την αντιπάθησα με την πρώτη ματιά, αντίθετα ήθελα πολύ να είμαι κοντά της, μιας και ήταν η πρώτη φορά που αποχωριζόμουν την μαμά μου. Ποτέ δεν κατάλαβα όμως γιατί διάλεξε αυτό το επάγγελμα. Η κυρία αυτή, που δεν θυμάμαι πια το όνομά της, καθώς έσβησε μέσα μου ακόμα και η μορφή της, δεν είχε ούτε ελάχιστη σταγόνα υπομονής και φροντίδας. Δεν άντεχε όταν κάναμε ερωτήσεις, δεν άντεχε όταν μαλώναμε, δεν άντεχε αν δεν ήμασταν τα καλοκουρδισμένα της στρατιωτάκια. Δεν άντεχε όταν κάναμε το παραμικρό που δεν μας είχε εκείνη διατάξει. Μάλιστα όταν μας έφτανε στο σημείο που πλαντάζαμε στο κλάμα, ερχόταν πάνω από το κεφάλι μας και ούρλιαζε την αγαπημένη της φράση:

«Θέλεις την μαμά σου;» στρίγκλιζε δίπλα στο αυτί μας.

«Ναι!» είχα απαντήσει μια φορά μέσα σε λυγμούς έχοντας αφελώς την ελπίδα ότι όντως θα την καλέσει να έρθει να με πάρει από εκεί μέσα. Το μόνο που έλαβα μετά ήταν το ατελείωτα μακρύ γέλιο της.

Οι φίλες και οι φίλοι μου την φοβόντουσαν και εκείνοι. Και να μην ξέρεις τι είναι τρόμος, θα σου πω ότι είναι όταν τα παιδιά σκύβουν το κεφάλι επειδή περνάει ένας ενήλικας από πίσω τους. Έτσι ήταν η κάθε μία μέρα μας. Δεν έμαθα ποτέ αν τα υπόλοιπα παιδιά μίλησαν ποτέ στους γονείς τους. Ίσως το μαρτύριό μας να είχε τελειώσει νωρίτερα.

Όταν έχασα το πρώτο μου δόντι ήμουν στο νηπιαγωγείο. Στο μάθημα. Με εκείνη τη γυναίκα. Πανικοβλήθηκα και κρατώντας το ματωμένο δόντι στην χούφτα μου πήγα διστακτικά και χτύπησα την πόρτα στο γραφείο της. Μιλούσε στο τηλέφωνο και δεν σταμάτησε όσο την ενημέρωνα. Την ρώτησα αν μπορούσα να φάω το υπόλοιπο φαγητό μου. Δεν ήξερα αν κάνει ή όχι. Αγανάκτησε και πετάχτηκε όρθια κάνοντας νόημα με το χέρι της να φύγω από το γραφείο. Έμεινε εκεί μέχρι που σχολάσαμε. Και εγώ έμεινα νηστική όλη μέρα. Όταν γύρισα σπίτι και είδε η μαμά μου το φαγητό στο μπολ, της εξήγησα τι έγινε. Αναστέναξε βαριά και κράτησε το μπολ στην αγκαλιά της.

Η χειρότερη μέρα ήταν όταν μια φορά άργησε η μαμά μου. Έφτασε πέντε λεπτά αργότερα που μου φάνηκαν ολόκληρος αιώνας και με βρήκε να μην μπορώ να μιλήσω από το κλάμα.

«Μη με αφήσεις!», κατάφερα να πω και την ξάφνιασε αυτή η κουβέντα.
Με ρώτησε πολλές φορές γιατί το είπα, αλλά δεν της αποκάλυψα κάτι. Δεν ήταν ότι δεν είχα καλή σχέση με τη μαμά μου, αντίθετα ήμασταν πάντα πολύ δεμένες, αλλά ποτέ σαν άνθρωπος δεν είχε φωνάξει, δεν είχε αντιμιλήσει σε κάτι που την πείραζε. Ποτέ δεν είχε σηκώσει ανάστημα. Και κάπως έτσι μου είχε κάτσει στο μυαλό η ιδέα ότι η μαμά μου είναι η φωλιά μου και εκεί μέσα μόνο είμαι ασφαλής. Στον έξω κόσμο ήμουν μόνη.

Τα βράδια πλέον δεν κοιμόμουν. Έβλεπα εφιάλτες. Χτυπιόμουν στο κρεβάτι και ξυπνούσε ο αδερφός μου κλαίγοντας και αυτός. Έτρεχε η μάνα μου και με έβρισκε ιδρωμένη και λαχανιασμένη. Μου χάιδευε το μέτωπο και έμενε εκεί μέχρι να με πάρει ξανά ο ύπνος. Γιατί μόνο κοντά της μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν ότι έμπαινε μπροστά και έπαιζε μια δυνατή σφαλιάρα στην στριμμένη τη δασκάλα και όλα τα παιδιά χοροπηδούσαμε και ζητωκραυγάζαμε από χαρά. Αλλά μετά θυμόμουν ότι η μαμά μου δεν είναι έτσι.

«Τι είναι αυτά; Πού χτύπησες;» με ρώτησε μια μέρα η μάνα μου ενώ έδειχνε το μπράτσο μου. Όσο με πλησίαζε, εγώ έκανα μερικά βήματα πίσω.

«Δεν ξέρω», έκανα την ανήξερη.

«Κάτσε να το δω», με άρπαξε καθώς δεν καθόμουν και παρατήρησε τα δάχτυλα που φαίνονταν πάνω στο δέρμα μου.
Της είπα ψέματα ότι με τράβηξε ένα παιδάκι. Όχι ότι με πίστεψε, αλλά και αυτή την πληροφορία την κράτησε όπως και όλες τις άλλες. Το χέρι ενός παιδιού έχει μεγάλη διαφορά από ενός ενήλικα.

Λίγες μέρες μετά, πάτησα το πόδι μου στο νηπιαγωγείο και δεν ήταν αυτή εκεί. Ήταν μια άλλη δασκάλα! Μια άλλη γυναίκα! Μια άλλη κυρία! Μου έσφιξε το χέρι η μάνα μου και μου έδωσε ένα μικρό σπρώξιμο να μπω. Δεν γύρισα να την κοιτάξω να φεύγει και δεν είδα το χαμόγελό της. Απλά πήγα και έκατσα στην θέση μου και κοίταζα την νέα κυρία. Και είδα στα μάτια της το χαμόγελο που ήταν και στα χείλη της. Εκείνη θα μας αγαπούσε! Το είδα και στα πρόσωπα των παιδιών. Ήταν όλα χαμογελαστά!

Γυρίσαμε στο σπίτι εκείνο το μεσημέρι και ακόμα δεν της είχα πει κάτι. Ζέστανε το φαγητό μας στην κατσαρόλα και έβαλε ζεστή σούπα στα πιάτα μας. Φάγαμε χωρίς να μιλήσουμε. Γιατί σκεφτόμουν ‘κι αν δεν ήταν αυτή; Αν έβαλε κάποιος άλλος το χέρι του και μας γλύτωσε από την μέγαιρα; Πώς θα ένιωθε η μαμά μου…’.

«Πώς ήταν η μέρα σου με την νέα δασκάλα, δεν μου είπες», με ρώτησε αργότερα ενώ με ετοίμαζε να κάνω μπάνιο.

«Πολύ ωραία! Είναι πολύ καλή! Μας είπε τραγούδια, κάναμε ζωγραφιές και μας έμαθε να γράφουμε το όνομά μας! Δες!» έτρεξα και έφερα την τσάντα μου να της δείξω τα επιτεύγματά μου.

«Χαίρομαι. Τελείωσε η άλλη. Δεν θα σας ενοχλήσει ποτέ ξανά», είπε κατά λέξη.

«Πώς; Εσύ το έκανες; Ήξερες;» θυμάμαι πώς γούρλωσα τα μάτια. Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή για την μικρή μου καρδιά. Άκουγα και δεν πίστευα. Πώς κατάφερε αυτή η γυναίκα και πήγε και βρήκε τις άλλες μαμάδες και τους μίλησε και τις μάζεψε και μπήκε και μπροστάρισσα στο να διώξουν την δασκάλα. Ποια; Ή μάνα μου! Που πάντα χαμήλωνε το βλέμμα και γύριζε το άλλο μάγουλο. Μα τότε σήκωσε ανάστημα και ανέλαβε δράση! Για πρώτη φορά στην ζωή της. Για το παιδί της.

Εμένα μου έμεινε βέβαια αυτή της η αντίδρασή στον χαρακτήρα μου. Και κάπως έτσι τσακώθηκα με την πρώτη δασκάλα της κόρης μου ακόμα κι αν η καρδιά μου έπαιζε ταμπούρλο, ακόμα και αν υπονοήθηκε ότι θα τα βάλω με πολύ επικίνδυνους ανθρώπους. Για αυτό εκτίμησα και μόνο άγαλμα που δεν έκανα στην πρώτη δασκάλα του γιου μου που ήταν πραγματική αγία. Για αυτό μπαίνω στην μέση όταν δω να τα βάζουν με γυναίκες, παιδιά, μωρά, σκυλιά και γενικά σε όποιον είναι στην αδύναμη θέση. Και δεν σκέφτομαι ποτέ τις συνέπειες.
Αυτό, λοιπόν, που μου άφησε το νηπιαγωγείο είναι ακόμα ένα μέρος του εαυτού μου. Και μπορεί η μαμά μου να είναι ακόμα μια αφανής νεράιδα που βοηθά μυστικά τους γύρω της, πάντα με πραότητα και διάκριση αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσω την ημέρα που βγήκε μπροστά σε όλους και έγινε λύκαινα για το παιδί της.

Ξέρω ότι οι μεγαλύτεροι έχουν περάσει πολύ πιο βίαιες καταστάσεις στο σχολείο. Αλλά ακόμα και σήμερα που η σωματική βία δεν είναι τόσο κοινή, επιβιώνει ακόμα σε άλλες μορφές και είναι ένα θλιβερό γεγονός που μας αφορά όλους.

Σήμερα δεν θεωρώ ότι ένας σωστός δάσκαλος τελεί επάγγελμα μα λειτούργημα, αφού πιάνει στα χέρια του τις ψυχές μικρών παιδιών και τις πλάθει ανάλογα με το μέγεθος της δικής του καρδιάς. Ο Άγιος Παΐσιος είχε ερωτηθεί κάποτε από ένα νεαρό κορίτσι αν έπρεπε να γίνει νηπιαγωγός. Εκείνος είχε απαντήσει να γίνει, μα αν δεν τα καταφέρει ας γίνει δασκάλα και αν πάλι δεν τα καταφέρει, ας γίνει καθηγήτρια… Μας έδωσε έτσι την πνευματική απάντηση για την αξία του ρόλου αυτού και ας τα έχουμε εμείς με αντίθετη σειρά στον κόσμο μας.

Το λειτούργημα λοιπόν του νηπιαγωγού είναι κυριολεκτικά ένας άνθρωπος που κρατάει στα χέρια του την ψυχή ενός παιδιού. Και όσοι το ακολουθούν πρέπει να γνωρίζουν την πραγματική αξία που έχει. Την δύναμη που έχουν στα χέρια τους. Το τι θα χαράξουν πάνω στην καρδιά των παιδιών, είναι επιλογή τους. Αλλά ακόμα και όταν αυτό δεν συμβαίνει, εύχομαι να υπάρχει μια μαμά που θα ξεθάψει το θάρρος και θα γίνει, τότε που θα το χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, η ασπίδα του παιδιού της.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading