Ο τοξικός εθισμός μου

Μου ζήτησαν να σε περιγράψω — και για λίγο κόμπιασα. Μίλησα για σένα κάπως αδιάφορα, κι ας είχα βρέξει τόσες φορές το μαξιλάρι μου με δάκρυα, χαμένη στη σκέψη σου. Μίλησα σαν να ήσουν απλώς ένας περαστικός απ’ τη ζωή μου, κι ας είχα γεμίσει τετράδια ολόκληρα με όσα ένιωθα για σένα. Μίλησα σαν σχεδόν να σε έχω ξεχάσει και ας ζάλιζα κάποτε για σένα κάθε φιλικό μου πρόσωπο, κάνοντας υπερανάλυση κάθε σου συμπεριφοράς και κίνησης.

Ήσουν ο τοξικός εθισμός μου. Όσο ήσουν παρών, με πλήγωνες. Μα δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα. Δεν μπορούσα να οραματιστώ την καθημερινότητά μου δίχως λίγη γεύση από σένα – όσο πικρή κι αν ήταν. Δε μπορούσα να σκεφτώ τις μέρες μου να κυλούν χωρίς τις αντιφάσεις του χαρακτήρα σου, χωρίς να με καις μέχρι το λαιμό σαν καύτρα. Κι όμως, έπρεπε. Ήταν αναγκαίο.

Έμοιαζες με το τσιγάρο. Όπως εκείνοι που αποφασίζουν να το κόψουν απότομα για να απεξαρτηθούν. Στην αρχή υποφέρεις – σφίγγεις τα δόντια για να μη λυγίσεις. Κι αν σταθείς αρκετά δυνατός, το καταφέρνεις. Καμαρώνεις που άντεξες. Νιώθεις ελεύθερος – αν και κάποιες φορές… λίγο σου λείπει. Ακόμα κι αν δεν το παραδέχεσαι.

Αυτό ήσουν για μένα.
Ένας εθισμός – σαν το τσιγάρο. Ίσως και χειρότερος.

Ξέρεις… έμοιαζες τόσο πολύ με εκείνο, που όταν πια έχεις απεξαρτηθεί και βλέπεις άλλους να το καπνίζουν με απόλαυση – και λίγη ενοχή ίσως – ζηλεύεις. Ζηλεύεις πολύ, κι ας ξέρεις πόσο βλαβερό είναι. Έτσι ένιωθα κι εγώ όταν άκουγα για κάποιον να “παίρνει τζούρες” ζωής απ’ τον δικό του τοξικό εθισμό. Κι ας ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα τον κατέστρεφε. Όπως άρχισες να καταστρέφεις κι εσύ εμένα.

Κι όμως, ακόμα και τώρα… χρόνια μετά, μερικά βράδια σε ονειρεύομαι. Και ξυπνάω ιδρωμένη, απογοητευμένη, που έχασα κάθε στιγμή που θα μπορούσε να υπάρξει μαζί σου. Ακόμα και τώρα, χρόνια μετά, που είμαστε ξένοι. Και πονάει η σκέψη πως ίσως δεν θυμάσαι ούτε το όνομά μου. Ενώ εγώ θυμάμαι κάθε φράση που μου είπες. Κάθε βλέμμα, κάθε γέλιο, κάθε καβγά, κάθε λέξη για τις ζωές μας.

Ξέρεις… περνούν τα χρόνια. Αλλά οι πιο έντονες στιγμές δεν χάνονται. Στοιχειώνουν το μυαλό σου — σε βρίσκουν απρόσμενα, χωρίς προειδοποίηση. Ξυπνούν όταν κοιτάς ανθρώπους με βλέμματα που μοιάζουν με το δικό του βλέμμα. Ίσως ενδόμυχα τους αναζητάς — κι ας μην το παραδέχεσαι ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό. Τους αναζητάς για να ξαναζήσεις τα ίδια συναισθήματα, με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η τύχη θα είναι με το μέρος σου. Μα δεν είναι. Γιατί τα μάτια λένε πολλά για τον άνθρωπο, κι εκείνα που σε μαγνητίζουν — συχνά — εκκρίνουν την ίδια τοξίνη. Την ίδια τοξίνη που σου καίει την καρδιά, το μυαλό, τα σωθικά. Και πονάς.
Όμως, καμία φορά δεν πονάει όσο την πρώτη. Γι’ αυτό έχεις πια αναπτύξει μια κάποια αντοχή. Ξεχνάς λίγο πιο εύκολα. Γιατί εκείνος ήταν το τσιγάρο σου — και οι άλλοι είναι απλώς υποκατάστατα. Ηλεκτρονικά, βοτανικά, μαντζούνια. Από αυτά που τελικά σε κάνουν να θες το κανονικό πιο πολύ. Γιατί μόνο εκείνο σε ευχαριστούσε πραγματικά.

Ήσουν το τσιγάρο μου.
Και όλοι οι άλλοι… ήταν απλώς υποκατάστατα.
Για πολλά, πολλά χρόνια.

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading