Σκύλα! Χαμογέλασε όταν άκουσε αυτόν τον χαρακτηρισμό, μα μέσα της πληγώθηκε! Δεν μπορεί οι άνθρωποι να με βλέπουν έτσι, σκέφτηκε, δεν είμαι έτσι…
«Ξέρεις πώς σε αποκαλούν από τα καταστήματα;» την ρώτησε η φίλη της Νάντια εχθές, στον απογευματινό τους καφέ.
«Πώς;» ρώτησε χαμογελώντας, ρουφώντας μια βαθιά τζούρα από το vape της.
«Σκύλα!» της απάντησε και ξελιγώθηκε στα γέλια, σ’ ένα αστείο που η ίδια δεν μπόρεσε να προσπεράσει. Την «κτύπησε» η έκφραση σαν χαστούκι στο μάγουλο, ενώ στο μυαλό της «έπαιζε» το ομώνυμο τραγουδάκι του Γιάννη Μηλιώκα.
Σκύλα δε θα σου τηλεφωνήσω
Κι αν με πάρεις θα στο κλείσω
Θα σου δείξω εγώ
Κάργια έσκισα τα γράμματά σου
Μάζεψα τα πράγματά σου
Τέρμα ως εδώ
Οι άμυνές της διαμαρτυρήθηκαν, ο εγωισμός της υπέστη πλήγμα, ήθελε οπωσδήποτε να τον υπερασπιστεί, ν’ αποδείξει στην φίλη της ότι εκείνοι έκαναν λάθος.
«Με λένε σκύλα, γιατί κρατάω τον επαγγελματισμό μου, και δεν απαντώ στις κ@υλάτζες τους. Δεν ψάχνω γκόμενο, δουλεύω, αυτό δεν καταλαβαίνουν»
«Καλά φιλενάδα μου, σε ξέρω, συγγνώμη σε πείραξε, δεν έπρεπε να στο πω! Σου χάλασα την διάθεση. Το είπα γιατί ξέρω πως δεν δίνεις σημασία σε τέτοιους χαρακτηρισμούς, δεν είσαι σκύλα, είσαι σκυλί στην δουλειά»
«Και που είμαι σκυλί και που βοηθάω, βλέπεις το αποτέλεσμα, παίρνουν όλοι προαγωγές και μπόνους και εμένα κανείς δεν με αναφέρει. Μοιράζω τις γνώσεις μου χωρίς να είμαι υποχρεωμένη. Και όταν θυμώνω που καλούν εμένα να τους λύσω το πρόβλημα για το οποίο πληρώνονται να λύσουν, με αποκαλούν σκύλα… όμορφα. Πάμε;» χαμήλωσε το βλέμμα μην φανεί το κόκκινο από θυμό πρόσωπό της. Αποχαιρέτισε την Νάντια στην επόμενη στροφή, έβαλε το κράνος και άνοιξε το γκάζι. Βγήκε εθνική, γκάζωσε και άλλο, καθώς ο χαμηλός κότσος χτύπαγε στην πλάτη της, και το γκάζι έπαιζε στην παλάμη της.
Έφτασε γρήγορα στο σπίτι, διπλογύρισε το κλειδί και δυο χεράκια σηκώθηκαν ψηλά, πανηγύρισαν όταν την είδαν.
«Η μαμά!»
Τα χεράκια αγκάλιασαν το κεφάλι της, και δυο μεγαλύτερα, πάντα ζεστά και έτοιμα να γιατρέψουν κάθε πληγή, αγκάλιασαν και τους δυο τους. Οι άνδρες της ζωής της, γιός και πατέρας, τα δυο στηρίγματα, η ζωή της ολόκληρη, σ’ ένα ζεστό σπιτικό, στο καταφύγιό της, γι’ αυτούς όλες οι θυσίες του κόσμου άξιζαν, γι’ αυτούς η ζωή αποκτούσε νόημα, κάθε προσβολή κάθε ασχήμια, κατέρρεε όταν βρισκόταν στην αγκαλιά τους.
Το επόμενο πρωί, στην θέση της ακριβώς εννιά το πρωί, είχε ήδη ξεκινήσει, με τον καφέ να φλερτάρει ζεστός, στην δεξιά πλευρά του γραφείου. Ήταν η μοναδική γυναίκα σε ένα τμήμα ανδροκρατούμενο, και όπως κάθε ημέρα, είχε ενισχύσει τον οργανισμό της να αντέξει, «μια δουλειά είναι, την κάνεις και πας σπίτι σου» επαναλάμβανε μέσα της, αρκετές φορές.
Εννιά και δέκα εμφανίστηκε ο πρώτος συνάδελφος, και μέσα σε λίγα λεπτά είχαν καταφθάσει όλοι, μαζί και οι προϊστάμενοι, ενώ εκείνη είχε απαντήσει ήδη σε τέσσερα email και μίλαγε στο τηλέφωνο για ένα πρόβλημα μεγάλου πελάτη με το λογιστήριο. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι, μαζί και οι προϊστάμενοι, αποφάσισαν να κατέβουν στην καφετέρια να πάρουν καφέ, όπου φυσικά είχε μεγάλη αναμονή, λόγω ώρας αιχμής. Εννιά μισή η ώρα, και αφού η ίδια είχε απαντήσει σύνολο σε δέκα email και σε τέσσερις γραμμές, λαμβάνει εσωτερική κλήση από τον έναν προϊστάμενο, που την πληροφορεί πως στις δέκα έχουν συνάντηση, και πως θα την χρειαζόταν να παρακολουθήσει το project. Να κρατάει δηλαδή σημειώσεις και χρονοδιαγράμματα και να κυνηγάει τους άμεσα εμπλεκόμενους, την διαχείριση δηλαδή που κάνει ένας project manager… δηλαδή ο προϊστάμενός της! Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που εκείνη, απλή υπάλληλος, λάμβανε την συγκεκριμένη εντολή, όχι μόνο από τον έναν, μα και από τους δυο προϊστάμενους του τμήματός της, ενώ η θέση της ήταν τελείως διαφορετική.
Δέκα και μισή έχοντας μισοπιεί τον καφέ της, δυο συνάδελφοι ανακοινώνουν πως θα πάνε στην καφετέρια να πάρουν κάτι για πρωινό, αν ήθελε κάτι την ρωτούν. «Ναι, μια τυρόπιτα παρακαλώ, είναι εύκολο;». Είναι εύκολο για εκείνους, άλλωστε έχουν χρόνο, σε αντίθεση με εκείνη που έχει να οργανώσει τις σημειώσεις και τα χρονοδιαγράμματα της συνάντησης. Η τυρόπιτα παραγκωνίζεται στην άκρη, παρέα με τον καφέ. Την καλούν από το κατάστημα, στο μυαλό της αυτόματα έρχεται η έκφραση «σκύλα». Ο συνάδελφος ζητά να πάρει εξουσιοδότηση για κίνηση που δεν επιτρέπεται να κάνει. Του εξηγεί ευγενικά, πως δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το αίτημά του, θα πρέπει να καλέσει ο διευθυντής του. Δεν θέλει να καταλάβει, της λέει πως έχει δουλειά, δεν μπορεί ν’ απασχολήσει τον διευθυντή του για κάτι τέτοιο, του απαντάει πως εξουσιοδότηση μπορεί να δώσει μόνο με έγκριση του διευθυντή του. Δείχνει να καταλαβαίνει. Κλείνει. Σε δέκα λεπτά, καλεί ξανά, ζητώντας ακριβώς το ίδιο αίτημα. Επαναλαμβάνει ό,τι είχε πει και στο πρώτο τηλεφώνημα. Κλείνει. Μετά από λίγα λεπτά ο ίδιος από το κατάστημα καλεί τον συνάδελφο δίπλα της, που του δίνει εξουσιοδότηση, χωρίς την άδεια διευθυντή. Τον κοιτά απορημένη. Κτυπάει εσωτερική γραμμή, την ρωτάει ο προϊστάμενος, τον λόγο που δόθηκε εξουσιοδότηση χωρίς έγκριση από τον διευθυντή, και αντί να “δώσει” τον συνάδελφο, το θεωρεί αντιδεοντολογικό, ζητάει συγγνώμη για το λάθος, δεν θα ξανασυμβεί. Παρακαλεί τον νεότερο συνάδελφο να μην κάνει αυθαίρετες κινήσεις, γιατί δημιουργεί πρόβλημα. Συμφωνεί, λυπάται λέει, πάει να κάνει ένα τσιγάρο, την πειράζει; Όχι τι να την πειράζει, δεν έχει πιει καφέ, η τυρόπιτα έχει κρυώσει κοντεύει μεσημέρι πια. Σε λίγο θα φύγει, τι να την πειράζει;
Μεσημέρι, διάλειμμα για φαγητό. Κάθονται όλοι μαζί να φάνε, ξεκινούν κουβέντα για τα αθλητικά, περνάει μια νέα συνάδελφος από το τμήμα των προμηθειών, σχολιάζουν άκομψα μεταξύ τους, καθόλου δεν τους προβληματίζει που στην παρέα τους είναι και μια γυναίκα συνάδελφος. Σηκώνεται να φύγει με την πρόφαση πως έχει πολλή δουλειά.
«Τι ξενέρωτη!» σχολιάζουν οι υπόλοιποι, ενώ δεν έχουν δείξει ίχνος σεβασμού, μηδέν αξιοπρέπεια. Ενοχλείται από την συμπεριφορά τους, τους απαντά ότι αν εκείνη είναι ξενέρωτη, αυτοί είναι μ@λα@κeς που δεν έχουν την παραμικρή ιδέα κοινωνικής συμπεριφοράς, Φεύγει ήρεμα.
«Τι σκύλα ρε φίλε!» λέει ο ένας στον άλλον.
Την ίδια ώρα στο κατάστημα ένας άλλος συνάδελφος την αποκαλεί σκύλα.
«Την πήρα τηλέφωνο να μου ανοίξει την εξουσιοδότηση, και μου είπε θέλει έγκριση από τον διευθυντή. Πήρα τον διπλανό της και μου το έκανε! Τι σκύλα!»
Ανεβαίνει στον γραφείο, πονάει η κοιλιά της, πάει στην τουαλέτα, έχει αδιαθετήσει. Ροή το αίμα ανάμεσα στα πόδια της. «Θεέ μου, πώς θα βγει η ημέρα!», αναρωτιέται. Για καλή της τύχη η ώρα περνάει γρήγορα, ετοιμάζεται να φύγει. Πριν πάει σπίτι, να περάσει από το σούπερ μάρκετ, να πάρει ψωμί από τον φούρνο, να βάλει βενζίνη, να πάρει τις εξετάσεις του μπαμπά της, να πάει την μαμά της στον φυσιοθεραπευτή, να πάρει το παιδί σπίτι. Μπήκε σπίτι, να βάλει πλυντήριο, να μαζέψει τα κρεβάτια, να βγάλει τα σκουπίδια, να φτιάξει φαγητό, να παίξει με το παιδί, να κάνει μπάνιο το παιδί, επέστρεψε και ο σύντροφός της, να τον καλοδεχτεί, δουλεύει και αυτός όλη ημέρα. Να βάλει για ύπνο το παιδί, θα το κάνει εκείνος λέει, ωραία να κάνει ένα μπάνιο να κάτσουν λίγο παρέα, ναι; Αράζουν στον καναπέ, δεν έχει φάει, τι να φάει τέτοια ώρα, άσε θα μου πέσει βαρύ, λέει, και χώνεται στην αγκαλιά του. Σε δέκα λεπτά έχει αποκοιμηθεί. Την κοιτά τρυφερά. «Ξύπνα να πάμε στο κρεβάτι». «Ναι, πάμε» θυμάται το πλυντήριο. «Πήγαινε, έρχομαι». Βγαίνει απλώνει, ποτίζει τις γλάστρες, μαζεύει τα φύλλα που έχουν πέσει στο μπαλκόνι, πλένει τα πιάτα, βάζει ακόμα ένα πλυντήριο. Πέφτει στο κρεβάτι απαλά μην ξυπνήσει τον σύντροφο. Την κοιτά κουταβίσια. Θέλει σeξ. Δεν γίνεται, είναι αδιάθετη, λέει, είναι πτώμα…
Την επόμενη ημέρα στις εννέα βρίσκεται ήδη στο γραφείο με τον καφέ της. Ο πρώτος συνάδελφος έρχεται και δέκα, χασμουριέται και τεντώνεται. «Είμαι πτώμα!» της λέει και κάθεται με ορμή στην καρέκλα σαν τσουβάλι. Εκείνη χαμογελά. Πονάει το στήθος της, πονάει η κοιλιά της, έχει έννοια μην λερωθεί μέσα σε τόσους άνδρες, θέλει απλά να κλείσει τα μάτια και να κοιμηθεί μια εβδομάδα. Παρόλα αυτά χαμογελά, έχει περιποιηθεί τον εαυτό της, η επιδερμίδα της λάμπει, τα νύχια της φροντισμένα, τα μαλλιά καλοχτενισμένα, τα ρούχα της καλοσιδερωμένα.
Στο μυαλό της παίζει ξανά το ίδιο και το ίδιο τραγούδι:
Γιατί είσαι άχαρη, είσαι αχάριστη
Είσαι μονόχνοτη κομπλεξικιά
Γιατί είσαι άγαρμπη είσαι αναίσθητη
Είσαι κρυόκωλη και ανοργασμικιά
Κουνά το κεφάλι στην εσωτερική φωνή. Πόσο άδικο! Τόσοι ρόλοι μαζί, εργαζόμενη, μάνα, σύντροφος, κόρη, φίλη. Πόσο άδικο να σε χαρακτηρίζουν κατά αυτό τον τρόπο, όταν δεν μπορούν να κάνουν ούτε τα μισά από ό,τι κάνεις! Πόση εξάντληση ακόμα στο βωμό τους χρήματος!
Βγάζει το κινητό της, καλεί την Νάντια.
«Πάμε για καφέ; Τι; Όχι δεν δουλεύω, σήμερα έχω άδεια περιόδου, πονάω και δεν είμαι καλά. Χρειάζομαι χρόνο για εμένα. Θα φύγω» Οι υπόλοιποι συνάδελφοι μαζί και οι προϊστάμενοι την κοιτούν με απορία, καθώς μαζεύει τα πράγματά της και χαιρετάει. «Οτιδήποτε χρειαστείτε παρακαλώ αύριο, αν είμαι καλά»
«Τι σκύλα!» μονολογεί ο διπλανός της, «έχει περίοδο λέει και δεν μπορεί» γράφει στο κινητό στην ομάδα viber συναδέλφων με emoji που σκάει στα γέλια.
«Γι’ αυτό ήταν μες τα νεύρα» γράφει ο άλλος.
«Γυναίκες!» γράφει ο τρίτος, ενώ στο κινητό τον καλεί η γυναίκα που τον έφερε στον κόσμο… η μητέρα του.
Ελένη Ρέγγα
