Ελληνικός καφές και γλυκό τριαντάφυλλο

– Ήρθες κοκόνα μου; άνοιξε τα χέρια της η κυρά Στέλλα στη θέα της εγγονής της

– Χτύπησα και δεν άνοιξες και μπήκα με τα κλειδιά μου. Μου έλειψες γιαγιάκα μου! είπε η Χρύσα και χώθηκε στην αγκαλιά της γιαγιάς της

– Καλά έκανες γιαβρί μου! Πόσο μου έλειψες! Μα για να σε δω… εσύ ομόρφυνες, ψήλωσες!

– Ε όχι και ψήλωσα βρε γιαγιά! Έχει χρόνια που έπαψα πια να ψηλώνω! γέλασε η Χρύσα

– Έλα να καθίσεις περδικομάτα μου! Πάω να φτιάξω καφεδάκια κι έρχομαι να μου τα πεις όλα! είπε βιαστικά η κυρά Στέλλα και χάθηκε στην μικρή της κουζινούλα

Η Χρύσα έκανε ένα γύρο στο σαλόνι, χάιδεψε με το βλέμμα της τον παλιό καναπέ, την πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο -μια ζωή θυμόταν τον παππού της να κάθεται εκεί και ν’ αγναντεύει τη θέα της θάλασσας απ’ το παράθυρο. Κοίταξε το ορθογώνιο ξύλινο τραπέζι στη μέση του δωματίου, στολισμένο με το κατάλευκο εργόχειρο –όλα στο σπίτι τα είχε φτιάξει η ίδια η γιαγιά με το τσιγκελάκι της. Χαμογέλασε κοιτώντας την γκριζωπή φοντανιέρα με τις υπόλευκες πεταλούδες στην άκρη του τραπεζιού. Πάντα έκρυβε θησαυρούς εκεί μέσα η γιαγιά Στέλλα! Πότε σοκολατάκια με λικέρ ή με φουντούκι, πότε κουλουράκια σπιτικά που μοσχοβολούσαν πορτοκάλι ή κανέλα… πόσες και πόσες φορές δεν είχε γλυκάνει την ψυχή της, παιδί ακόμη, με τα γλυκά και την γλύκα της γιαγιάς της!

Πώς και πώς περίμενε κάθε καλοκαίρι να κλείσουν τα σχολεία, για να την στείλουν οι γονείς της διακοπές στο νησί, στους παππούδες της! Δεν χόρταινε τις βόλτες στην παραλία με τη γιαγιά, τα μακροβούτια με τον παππού. Δεν χόρταινε τα ηλιοβασιλέματα στο λιμάνι, μ’ ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι και τις ποδηλατάδες στο δασάκι στην άλλη άκρη του νησιού, που γέμιζε το καλαθάκι της με πολύχρωμα λουλούδια. Μέχρι που «έφυγε» ο παππούς και σαν να ξεθώριασαν τα χρώματα μέσα της, η πρώτη μεγάλη απώλεια της ζωής της, που την σημάδεψε, την «μεγάλωσε». Κι έμεινε πίσω μόνο η γιαγιά, που οι γονείς της Χρύσας την πήραν κοντά τους «Τώρα, λίγο στην αρχή, μέχρι να ηρεμήσεις! Είσαι μακριά βρε μαμά, εμείς με τις δουλειές δεν μπορούμε να ερχόμαστε συχνά και σ’ έχουμε έννοια!».

Τρία χρόνια άντεξε η κυρά Στέλλα το τσιμέντο της Αθήνας. Τρία χρόνια μακριά απ’ το σπίτι και της αναμνήσεις της, «τη βολή της» όπως έλεγε. Δεν της έφτανε να γυρνάει σπίτι της μόνο τα καλοκαίρια με την εγγονή της, ήθελε να γυρίσει στο σπίτι της μόνιμα. «Δεν με πειράζει η μοναξιά, έχω και την κυρά Λένη δίπλα και την Ασπασούλα απέναντι! Έχω παρέα, μη σας μέλλει! Κι άμα και νιώσω στενοχώρια, ξαναγυρνώ…» τους είχε πει. Και βλέποντάς την πόσο μαράζωνε μακριά απ’ το σπίτι, το νησί και τη ζωή της, με βαριά καρδιά την γύρισαν πίσω, εκεί στην αυλή της με τις πολύχρωμες βιγόνιες, τις μοσχοβολιστές λεβάντες και το λατρεμένο της νυχτολούλουδο που κάθε καλοκαίρι με το που έδυε ο ήλιος, γέμιζε μαγευτικές ευωδίες όλη τη γειτονιά.

Αυτό το σπίτι, ήταν για τη Χρύσα το καταφύγιό της, η φωλιά της, η λύση σε κάθε πρόβλημά της. Δυο γουλιές απ’ τον ελληνικό καφέ της γιαγιάς Στέλλας και μια κουταλιά απ’ το χειροποίητο γλυκό του κουταλιού της, έφταναν να τιθασεύσουν κάθε φουρτούνα του μυαλού, κάθε ταραχή της ψυχής της.

– Ω λεφτά θα πάρεις Χρυσούλα μου! Μου χύθηκε ο καφές σου! είπε η κυρά Στέλλα, που προσπαθούσε να κρύψει πως με δυσκολία κρατούσε τα χέρια της σταθερά πια

– Τι είναι αυτό; Γλυκό τριαντάφυλλο; είπε με ενθουσιασμό η Χρύσα και σηκώθηκε να πάρει το δίσκο απ’ τα χέρια της γιαγιάς, κάνοντας ότι δεν έβλεπε τα τρεμάμενα χέρια της

– Ναι, το έφτιαξα προχτές. Απ’ τα δικά μου τριαντάφυλλα! είπε με καμάρι η κυρά Στέλλα και κάθισε με κόπο στην πολυθρόνα

– Γιαγιά… είπε η Χρύσα και κατέβασε το βλέμμα

– Πιες τον καφέ σου να σου πω το φλιτζάνι και μη μου συννεφιάζεις, όλα φτιάχνονται, να ξέρεις! είπε η κυρά Στέλλα και ήπιε μια γουλιά απ’ τον δικό της ελληνικό

Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Μόνο τα κελαηδίσματα των πουλιών που είχαν καθίσει στην λεμονιά, έσπαγαν την ησυχία. Η κυρά Στέλλα ήξερε ότι κάτι βασάνιζε την εγγονή της, μα δεν την ρωτούσε, της έδινε χρόνο να αποφασίσει μόνη της πότε και πώς θα της μιλούσε. Ήθελε να την κάνει να νιώσει ήρεμη, σίγουρη, εξάλλου δεν ήταν εκεί για να την κρίνει -ποτέ της δεν το έκανε- ήταν εκεί για να την ακούσει κι αν μπορούσε, να πάρει ένα κομμάτι απ’ το βάρος της, στη δική της γερασμένη μα ανθεκτική πλάτη.

Έτσι ήταν πάντα η κυρά Στέλλα και με τα παιδιά της και με τα εγγόνια της. Δεν φώναζε, δεν θύμωνε, με το καλό πάντα τους μιλούσε και πάντα είχε την αγκαλιά της ανοιχτή, ακόμη και στα μεγαλύτερα λάθη τους. «Πιο πολύ ψωμί τρώγεται με το μέλι, παρά με το ξύδι» έλεγε πάντα.

Έμειναν έτσι αμίλητες, να πίνουν τον καφέ τους και να κρατιούνται απ’ το χέρι, καθισμένες δίπλα δίπλα στον καναπέ. Μετά, η Χρύσα, γύρισε το φλιτζάνι της όπως της είχε πολλές φορές δείξει η γιαγιά της, έβαλε την χαρτοπετσέτα στο πιατάκι και ακούμπησε προσεχτικά το φλιτζάνι της. Κοίταξε τη γιαγιά της κι εκείνη κούνησε το κεφάλι της γελώντας.

– Ντέρτια έχει το κορίτσι μου;

– Ντέρτια και καημούς γιαγιάκα μου!

– Και θα μου πεις εσύ ή να σου πω εγώ; είπε η κυρά Χρύσα δείχνοντας με το βλέμμα της το γυρισμένο φλιτζάνι

– Θα μου πεις εσύ και θα σου πω κι εγώ μετά…

– Άιντε φέρ’ το…

– Να σου φέρω και τα γυαλιά σου;

– Τι να τα κάμω τα γυαλιά; Σαν αετός βλέπω! αποκρίθηκε η κυρά Στέλλα κι η Χρύσα χαμογέλασε και κάθισε αναπαυτικά απέναντί της

Η κυρά Στέλλα πήρε στο χέρι της το φλιτζάνι κι άρχισε να κοιτάει το εσωτερικό του προσεχτικά.

– Φουρτούνες γιαβρί μου! Μεγάλες φουρτούνες στην ψυχή σου! Μα δες εδώ… φως υπάρχει, δεν είναι άλυτα τα προβλήματα! Ένα χέρι σε βοηθάει να βγεις απ’ το αδιέξοδο, ένας άνθρωπος που σ’ αγαπάει πολύ θα σου ανοίξει τα μάτια και θα βοηθήσει την καρδιά σου να φωτίσει πάλι. Μα… τι ‘ναι αυτό; Μια καρδιά βλέπω μέσα σου! Μπας κι ερωτεύτηκες κοκόνα μου; κοίταξε περιεργαστικά την εγγονή της και χαμογέλασε βλέποντάς την να κατεβάζει το βλέμμα. Αυτός που αγαπάς σ’ αγαπάει κι εκείνος κι αυτά που βλέπετε βουνά ανάμεσά σας, τίποτις δεν είναι, ένα φου κι έφυγαν! Σαματάδες βλέπω μέσα στο σπίτι σου, μα είναι μόνο λόγια και θα περάσουν. Η αγάπη θα μείνει. Αυτή μένει πάντα…

– Και… γιαγιά… δηλαδή, θα λυθούν τα προβλήματα; Αυτός ο άνθρωπος που…

– Άσε τα φλιτζάνια τώρα και λέγε! Τι σε βασανίζει; είπε η κυρά Στέλλα κι ακούμπησε το φλιτζάνι στο τραπεζάκι μπροστά τους

Η Χρύσα κόλλησε για μια στιγμή το βλέμμα της γιαγιάς της, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να μιλάει:

– Ερωτεύτηκα γιαγιά μου! Έναν άνθρωπο που δείχνει κι εκείνος πολύ ερωτευμένος μαζί μου! Με προσέχει, με φροντίζει, με νοιάζεται… Όλα μεταξύ μας είναι όμορφα, μα υπάρχει ένα μικρό αγκάθι κι αυτό είναι ο φόβος, ο φόβος της αποδοχής. Κανείς απ’ τους δικούς μας ανθρώπους δεν στέκεται στο πλευρό μας, δεν χαίρεται με τη χαρά μας. Είναι που… είναι που εκείνος κι εγώ δεν μοιάζουμε, είμαστε διαφορετικοί κι από κάποιους θεωρείται έγκλημα αυτό. Οι δικοί του δεν με θέλουν, γιαγιά κι οι δικοί μου δεν θέλουν εκείνον και στο μεταξύ… η Χρύσα ξέσπασε σε κλάματα στην τελευταία φράση

Η κυρά Στέλλα της έτεινε το ποτήρι με το νερό, να πιει μια γουλιά κι έμεινε ακίνητη, περιμένοντας την εγγονή της να της πει τη συνέχεια.

– Και μέσα σ’ όλον αυτόν τον πόλεμο απ’ τη δική του και τη δική μου οικογένεια, εγώ… εμείς… αυτή η καρδιά που είδες μέσα μου, στο φλιτζάνι… μια καρδούλα χτυπάει μέσα μου γιαγιά και τρέμω στην ιδέα μήπως κανείς δεν αγαπήσει αυτό το παιδί, εκτός από εκείνον κι εμένα. Γιατί αγαπιόμαστε πολύ, μα πάντα θέλεις τους δικούς σου ανθρώπους δίπλα σου, δεν θέλω να μας αφήσουν μόνους, πονάω που εκείνοι που μ’ αγαπάνε, είναι έτοιμοι να μου αφήσουν το χέρι επειδή δεν συμφωνούν με την επιλογή μου… συνέχισε η Χρύσα με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα

– Δεν είναι από εδώ το παλικάρι Χρύσα μου, ε;

– Όχι, δεν είναι από εδώ γιαγιά, είναι από… είναι από απέναντι… είπε κι έδειξε με το χέρι της τη θάλασσα που γαλήνια απλωνόταν σχεδόν μπροστά απ’ το σπίτι

– Και σ’ άλλον Θεό πιστεύει κόρη μου;

– Σ’ άλλον Θεό πιστεύει γιαγιά μου, μα δεν τον νοιάζει που κι εγώ πιστεύω σ’ άλλον Θεό. Μ’ αγαπάει! Τον αγαπάω! Όλοι οι Θεοί την αγάπη δεν διδάσκουν;

Η κυρά Στέλλα, σηκώθηκε με κόπο κι έδωσε το χέρι της στην εγγονή της, τραβώντας την απαλά να σηκωθεί. Την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα κι άνοιξε την παλιά ντουλάπα, τραβώντας απ’ το πίσω μέρος ένα μικρό μαύρο κουτί. Κάθισε στο κρεβάτι κι ακούμπησε απαλά το χέρι της κάτω, δείχνοντας στην εγγονή της να καθίσει δίπλα της.

– Κάποτε… πρέπει να ήμουν κάπου στα δεκαπέντε, γνώρισα έναν άντρα…

– Ναι, τον παππού, ξέρω!

– Μη με διακόπτεις! Τον παππού σου τον γνώρισα αργότερα, όταν μου έστειλε προξενιά στον πατέρα μου. Στα δεκαπέντε μου γνώρισα έναν άντρα, τον έλεγαν Ιλχάρ, που σημαίνει πρίγκιπας! Σαν πρίγκιπας μου φαινόταν κι εμένα. Είχε δυο μαύρα μάτια, πυρακτωμένο κάρβουνο το βλέμμα του. Κι όταν χαμογελούσε φώτιζε η πλάση γύρω του. Δυο χρόνια μεγαλύτερός μου ήταν και ξέρεις, μ’ αγαπούσε κι αυτός! Μου το είπε μια φορά κρυφά και μου έβαλε στο χέρι ένα λουλούδι, παπαρούνα ήταν θαρρώ. Και τότε ήταν που μου έδωκε ένα φιλί εδώ, στο μέτωπο και μου είπε πως θα έρθει να με ζητήσει. Μα όταν ήρθε, τον έδιωξαν οι δικοί μου. ‘Σε Τούρκο δε σε δώνουμε’ μου είπαν ‘Αυτοί μας έδιωξαν απ’ το σπίτι μας’ μου είπαν κι όσο κι αν έκλαψα, όσο κι αν παρακάλεσα, τίποτις δεν κατάφερα. Σύντομα τον έδιωξαν απ’ τον τόπο μας και πριν καλά καλά το καταλάβω, με πάντρεψαν με τον παππού σου. Και τον αγάπησα πολύ! Ένας Θεός ξέρει πόσο τον αγάπησα, γιατί ήταν καλός και τίμιος και εργατικός και πάντα μου γλυκομιλούσε. Και ποτές δεν σήκωσα το βλέμμα μου να κοιτάξω άλλον άντρα. Ίσως αν τα πράγματα είχαν γίνει διαφορετικά, να μην είχα περάσει μια τόσο όμορφη ζωή, μα… αυτό που πονάει είναι ότι δεν θα το μάθω ποτέ αυτό. Δεν μ’ άφησαν να ζήσω όπως ήθελα κι αυτό είναι βαρίδι μέσα μου ακόμη και τώρα. Ίσως ο Ιλχάρ, να μην έφτανε ποτέ την καλοσύνη και την αξιοσύνη του παππού σου. Ίσως να μην είχαμε ταιριάξει τόσο και να μην είχαμε κάνει μια τόσο όμορφη οικογένεια. Μα δεν θα το μάθω ποτέ και πάντα θα αναρωτιέμαι τι θα γινόταν ‘αν’…

Η κυρά Στέλλα σταμάτησε να μιλάει κι άνοιξε το κουτί, βγάζοντας απ’ το κάτω κάτω μέρος ένα διπλωμένο χαρτί. Το άνοιξε ευλαβικά, το ίσιωσε με το χέρι της και το έδωσε στην εγγονή της. Εκείνη το πήρε στα χέρια της και κοίταξε τα θαμπά πια απ’ το χρόνο γράμματα.

«Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, θα σ’ έκανα ευτυχισμένη. Σ’ αγαπώ για πάντα. Ιλχάρ». Διάβασε δυνατά η Χρύσα και κοίταξε τη γιαγιά της, που τα μάτια της είχαν υγρανθεί.  

– Ο κόσμος ήταν και είναι σκληρός Χρυσούλα μου, μα αν κάτι άλλαξε από τότε, είναι πως τώρα μπορείς εσύ να επιλέξεις πώς να ζήσεις. Κι αν κάνεις λάθη, χαλάλι σου, εσύ να είσαι καλά, γερή, να πληρώσεις τις συνέπειές τους. Κάποτε οι Τούρκοι μας πήραν τα σπίτια μας, μας σκότωσαν, μας κατέστρεψαν, μα αυτό το κρίμα δεν βαραίνει αυτό το παλικάρι που σ’ αγαπάει. Αυτό το κρίμα δεν βαραίνει αυτό το ανθρωπάκι που μεγαλώνει μέσα σου. είπε συγκινημένη κι ακούμπησε απαλά την κοιλιά της εγγονής της

– Θα με καταλάβουν γιαγιά;

– Αυτοί που σ’ αγαπούν στ’ αλήθεια, αργά ή γρήγορα θα σε καταλάβουν. Πρέπει να σε καταλάβουν. Μα ό,τι κι αν γίνει, να ξέρεις πως εγώ θα είμαι εδώ για σένα, γριά, παράξενη, γκρινιάρα, μα μια αγκαλιά που πάντα θα χωράει εσένα κι όποιον αγαπάς.

*****

Η κυρά Στέλλα έφυγε για τη γειτονιά των αγγέλων, λίγα χρόνια αργότερα. Έφυγε γαλήνια πάνω στην αγαπημένη πολυθρόνα του άντρα της, εκείνη που είχε θέα στη θάλασσα, αυτή τη θάλασσα που έμαθε να αγαπάει με τον άντρα της, την ίδια θάλασσα που κάποτε της πήρε από κοντά της τον πρώτο της έρωτα.

Το τελευταίο λουλούδι το άφησε με δάκρυα στα μάτια η Χρύσα, η εγγονή της, κρατώντας με το ένα της χέρι την κόρη της και με το άλλο τον άντρα της, που στάθηκε στο πλάι της παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα. Γιατί… “Η αγάπη θα μείνει. Αυτή μένει πάντα…”.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading