Η Κατερίνα και η Αντιγόνη ήταν κόρες μεγαλοκτηματία και μεγαλωμένες στα πούπουλα. Είχαν άλλα τρία αδέρφια. Η Αντιγόνη ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από την Κατερίνα. Ήταν ήσυχο παιδί. Συνήθιζε να παίζει με τις κούκλες της και να χαζεύει τα παιδιά του χωριού, που έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό και μήλα. Το Κατερινιώ, όπως τη φώναζαν, ήταν η αδυναμία όλων. Χαρούμενη και μπριόζα. Αυτή ήταν το στερνοπούλι της οικογένειας. Όσο ήταν μικρή της άρεσε να παίζει με τα άλλα παιδιά του χωριού, να κάνει μπάνιο στο ποτάμι και ιππασία.
Από μικρές οι δυο τους φαινόταν ότι είχαν διαφορετικό χαρακτήρα. Όταν έπαιζαν, συχνά τσακώνονταν και κατηγορούσαν η μία την άλλη. Συνήθως την πλήρωνε από τους γονείς η Αντιγόνη, ως μεγαλύτερη. Η αλήθεια είναι ότι η μικρή της ξεμάλλιαζε τις κούκλες, της μουτζούρωνε τα τετράδιά της, της άρπαζε κοκαλάκια και οτιδήποτε ήθελε για δικό της. Η Αντιγόνη από την άλλη, συχνά την παραφύλαγε τις έβαζε τρικλοποδιές και τη χτυπούσε. Μεγαλώνοντας η Αντιγόνη, δεν της έδινε σημασία, πάρα μόνο όταν ήθελε να την επιπλήξει ως η μεγάλη αδερφή.
Καθώς η Κατερίνα μεγάλωνε, η Αντιγόνη της έλεγε ότι δεν πρέπει να παίζει πλέον στα χωράφια, ούτε να κάνει ιππασία σαν άντρας και φυσικά στο ποτάμι το έβρισκε ανεπίτρεπτο να κολυμπά ημίγυμνη παρέα με αγόρια. Η Κατερίνα την έβρισκε παράλογη και δεν της έδινε σημασία, όμως γύρω στα δεκατρία της, όλη η οικογένεια συμφώνησε με τη μεγάλη αδερφή και έτσι το Κατερινιώ υποχρεώθηκε να φέρεται πιο “γυναικεία”, να μη βγαίνει να παίζει στις αλάνες και να μην κολυμπά στο ποτάμι σχεδόν γυμνή.
Όλες αυτές οι απαγορεύσεις την έπνιγαν. Το Κατερινιώ ήθελε να ζήσει, να σπουδάσει και να ερωτευτεί, όμως παντού και πάντα την παρακολουθούσαν τα άγρυπνα βλέμματα της αδερφής της των δικών της. Πόσο την έπνιγαν! Όταν έμεναν μόνες τους, η Κατερίνα δεν ήταν το γλυκό πλάσμα, που νόμιζαν όλοι. Μεταμορφωνόταν. Επισήμαινε στην Αντιγόνη ότι θα κάνει ό,τι θέλει, ότι θα τη βγάλει τελικά κακιά και ότι θα τη νικήσει σε όλα, μιας και ήταν ομορφότερη και πιο έξυπνη. Η Αντιγόνη της απαντούσε ότι όσα κάνει, τα κάνει για το καλό της, για να γίνει ευτυχισμένη στο μέλλον. “Εσύ να ασχολείσαι με το δικό σου μέλλον και άσε ήσυχο το δικό μου” ανταπαντούσε η Κατερίνα. “Δε θα μας ξεφτιλίσεις μικρή, θα γίνουν όλα σωστά” έλεγε η Αντιγόνη και “θα κάνεις όλα όσα θα τιμάνε την οικογένειά μας”.
Ένα βράδυ που η Κατερίνα είχε βγει στα κρυφά, η Αντιγόνη την πήρε χαμπάρι και κλείδωσε την μπαλκονόπορτα, με αποτέλεσμα να τη βρει ο πατέρας της χαράματα στον κήπο, που από τα νεύρα της τον είχε μισοκαταστρέψει. Τελικά η μόνη της τιμωρία ήταν μια επίπληξη. Ο πατέρας, όπως όλοι, της είχε αδυναμία και δε θύμωσε ούτε για την κρυφή έξοδο ούτε για την καταστροφή στον κήπο. “Είναι ζωηρή, όμως με τον καιρό θα ηρεμήσει” έλεγε.
Κάποια στιγμή η Κατερίνα είδε την Αντιγόνη με ένα αγόρι. Έτρεξε και το είπε στον πατέρα της. Εκείνος πήγε και την άρπαξε. Τη γύρισε στο σπίτι και της είπε, “θα πάρεις αυτόν που εγώ έχω κανονίσει”. Όταν ο πατέρας εσπευσμένα της έφερε στο σπίτι τον γαμπρό, εκείνη έκλαιγε και έλεγε ότι ήταν ακόμα μικρή για γάμο. Ο πατέρας της όμως δεν άκουγε κουβέντα. Είχε κανονίσει να παντρευτεί η Αντιγόνη με έναν πλούσιο της περιοχής. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς η Αντιγόνη είπε το “ναι”. Το Κατερινιώ χάρηκε ότι επιτέλους θα την αφήσει ήσυχη. Η Αντιγόνη, αν και πανέμορφη, ήταν σχετικά ψυχρή κοπέλα, που δεν εξέφραζε τα συναισθήματά της. Ο γαμπρός ήταν μεσήλικας, είκοσι χρόνια μεγαλύτερος της. Αν και ήταν όμορφος και καλοσχηματισμένος άνθρωπος, είχε πολύ αυστηρό βλέμμα.
Οι μήνες πριν τον γάμο κύλησαν ωραία για το Κατερινιώ. Η αδερφή της και η μάνα της ασχολούνταν με την προετοιμασία του γάμου και έτσι το Κατερινιώ έβρισκε την ευκαιρία να βγαίνει από το σπίτι και να ανασαίνει ελεύθερα στους αγρούς, να μαζεύει λουλούδια, να κάθεται ώρες δίπλα στο ποτάμι και να ακούει τα πουλιά και το θρόισμα του νερού.
Ο γάμος της Αντιγόνης έγινε με κάθε επισημότητα. Η Αντιγόνη ως νύφη έμοιαζε σα βγαλμένη από περιοδικό. Απλή, κομψή και αρχοντική. Τα μαλλιά της λυτά και ισιωμένα με όγκο στην κορυφή του κεφαλιού. Πάνω στο λουλουδένιο στεφάνι της στερεωνόταν πέπλο με δυο σειρές, που η πιο μακριά έφτανε λίγο πιο κάτω από τους ώμους της, και γύρω γύρω στο τελείωμα ολοκληρωνόταν από λευκό μεταξωτό ύφασμα. Το νυφικό της σε στενή γραμμή με λεπτή δαντέλα αναδείκνυε το όμορφο σώμα της. Στον λαιμό της φορούσε ένα κολιέ με τρεις σειρές λευκά μαργαριτάρια, που της τα είχε αγοράσει ο γαμπρός από το Παρίσι. Μέσα της ένιωθε μπερδεμένη, μα εμφανισιακά έλαμπε. Είχε μάθει να διαχειρίζεται τα συναισθήματά της και να μην τα εκδηλώνει. Εξάλλου και να τα εξέφραζε, το μόνο που εισέπραττε από τους δικούς της ήταν αυστηρότητα.
Εκείνη την ημέρα ευχήθηκε ειρωνικά στην αδερφή της να έχει μια τύχη σαν τη δική της. Η Κατερίνα βέβαια είχε άλλα σχέδια. Δεν ήθελε να παντρευτεί χωρίς να ερωτευτεί, δεν της αρκούσε μια ζωή σιωπηλή και υποταγμένη. Ήθελε να σπουδάσει. Στον γάμο της αδερφής της έδειχνε ευτυχισμένη και χόρευε με την ψυχή της. Χαιρόταν που την ξεφορτώθηκε μια και καλή. Εκείνο το ξημέρωμα μετά τον γάμο η Κατερίνα έβαλε σε μια μαύρη σακούλα μικροπράγματα, που η Αντιγόνη άφησε στο κοριτσίστικο δωμάτιό της και το πρωί τα πέταξε με προσοχή χωρίς να τη δει κάποιος.
Λίγες μέρες μετά τον γάμο αποφάσισε να μιλήσει στον πατέρα της για την επιθυμία της να σπουδάσει. Δεν περίμενε άμεσα θετική απόκριση. Περισσότερο περίμενε ο πατέρας να βάλει τα γέλια, αλλά προς έκπληξή της, ο πατέρας της είπε:
“Είσαι το έξυπνο κορίτσι μου. Αν είσαι σίγουρη, στρώσου στο διάβασμα και αν είσαι καλή μαθήτρια, σαν έρθει η ώρα θα σε στείλω στην Αθήνα να κάνεις μαθήματα και να δώσεις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο”.
Κι έτσι ξεκίνησαν όλα.
Η Κατερίνα στρώθηκε στο διάβασμα, αλλά όταν ήρθε η ώρα να πάει στην Αθήνα, η μάνα της και την Αντιγόνη εξέφρασαν τις επιφυλάξεις τους, τον φόβο τους να μείνει μόνη της στη μεγαλούπολη. Όμως εκτός από τον πατέρα, σθεναρά υποστήριξαν την επιλογή της και τα αδέρφια της. “Ας βγάλουμε και έναν σπουδαγμένο σε αυτή την οικογένεια!” είπε ο μεγάλος της αδερφός κοιτάζοντας αυστηρά τη μάνα του. “Οι γυναίκες πια στις πόλεις σπουδάζουν, δουλεύουν και οδηγούν. Κάνουν με επιτυχία πολλά ανδρικά πράγματα” είπε συνεχίζοντας. Η μάνα της συντασσόμενη με την Αντιγόνη, θεωρούσε ότι έπρεπε να παντρευτεί, αλλα απέναντι στο ενωμένο αντρικό μέτωπο δε μίλησε άλλο. Έτσι η Κατερίνα πήγε στην Αθήνα, πέρασε στο Πανεπιστήμιο και σπούδασε Νομική.
Στην Αθήνα έμενε σε ένα καλοβαλμένο τριάρι κοντά στη σχολή. Μάθαινε νόμους, ζούσε στους ρυθμούς της πόλης, έκανε παρέες και είχε σχεδόν καθημερινή επικοινωνία με τον πατέρα της, με τον οποίο μοιραζόταν τις εμπειρίες της νέας της ζωής. Βέβαια της έλειπαν οι μυρωδιές του χωριού, το ποτάμι και τα άλογα που ίππευε. Όμως η ελευθερία που ένιωθε να περπατά μόνη της, να επιλέγει τους φίλους της και να διαβάζει ώρες ατελείωτες στη βιβλιοθήκη, έγιναν η νέα καθημερινότητά της, που δεν την αντάλλασσε με τίποτα. Το κυριότερο ήταν ότι είχε ξεφορτωθεί την Αντιγόνη και κάθε έλεγχο από τους δικούς της.
Στην ορκωμοσία της πήγε όλη της η οικογένεια και για την επόμενη μέρα είχαν ετοιμάσει και γλέντι στο χωριό.
Η Κατερίνα εμφανίστηκε στο γλέντι με ένα λευκό, κομψό φόρεμα. Τον λαιμό της στόλιζε ένα περιδέραιο με αμέθυστο και τα μαλλιά της ελαφρώς κυματιστά αγκάλιαζαν τους ώμους της. Ήταν σα νεράιδα. Ο πατέρας της χαμογελούσε, την καμάρωνε και απολάμβανε τις ευχές όλων για καλή σταδιοδρομία. Η Αντιγόνη φορούσε ένα βαθυπράσινο φόρεμα με μόνο κόσμημα ένα δαχτυλίδι με σμαράγδι. Τα μαλλιά της ίσια και πλούσια έφταναν στο κέντρο της πλάτης της. Ένα ελαφρύ ανεπιτήδευτο πιάσιμο λίγων μαλλιών δεξιά και αριστερά με ένα κοκαλάκι σε σχήμα πεταλούδας, αναδείκνυε το υπέροχο πρόσωπό της. Η Αντιγόνη έμοιαζε με αμαδρυάδα, που μόλις είχε ξεπροβάλλει από ένα πυκνό φύλλωμα στο φως της αυγής. Οι δυο αδερφές συναγωνίζονταν στη λάμψη. Η Κατερίνα έκανε την αδιάφορη στη θέα της αδερφής της, όμως η Αντιγόνη… η Αντιγόνη την κοίταζε με ένα βλέμμα, που από μόνο του ήταν ικανό να σκοτώσει. Ποτέ της δεν ξεχνούσε όσα η Κατερίνα της είχε κάνει.
Έκατσαν στο τραπέζι και όλοι έδειχναν πολύ ευδιάθετοι. Κάποια στιγμή η Αντιγόνη, όταν η Κατερίνα είπε ότι ήθελε να γίνει συμβολαιογράφος, της είπε ειρωνικά:
“Συμβολαιογράφος; Και τι θα κάνεις; Θα συντάσσεις συμβόλαια για τις φτωχές χήρες του χωριού;”
“Φυσικά και γι’ αυτές και για όποιον χρειάζεται θα συντάσσω συμβόλαια” της απάντησε η Κατερίνα ήρεμα.
Ο πατέρας χάρη στα χρήματα που διέθεσε, της εξασφάλισε συμβολαιογραφείο στην κοντινή πόλη και καμάρωνε βλέποντας την ταμπέλα να γράφει: Συμβολαιογραφείον Αικατερίνη Δεριμάρη.
Οι περισσότεροι συγχωριανοί της τής είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση και καμάρωναν που ένα δικό τους κορίτσι, “έφτασε ψηλά” καθώς έλεγαν.
Από τότε, κάθε επιτυχία της Κατερίνας, κάθε εμπιστοσύνη που της έδειχνε ο κόσμος, κάθε μπράβο που άκουγε, ήταν μια καρφίτσα στο στήθος της Αντιγόνης. Ζήλευε που έβλεπε την αδερφή της να έχει την εκτίμηση του κόσμου. Ζήλευε που τελικά έκανε όσα ήθελε. Δεν μπορούσε να συγχωρήσει ότι στην ίδια ο πατέρας μόνο επέβαλε, ενώ στην Κατερίνα έδωσε επιλογές. Ζήλευε που κανένας δεν της είχε πει ποτέ ένα μπράβο, μια καλή κουβέντα. Δεν μπορούσε να συγχωρήσει ότι οι κανόνες της οικογένειας την καταδίκασαν να ζει, όπως οι άλλοι ήθελαν.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν εντωμεταξύ, ο γάμος της Αντιγόνης υπήρχε μόνο για να υπάρχει. Από την πρώτη στιγμή ο άντρας της ήταν μαζί της αυστηρός. Αν και αυτή προσπάθησε να είναι καλή μαζί του και να τον πλησιάσει, εκείνος με την ψυχρότητά του τη σταμάταγε. Η κατάσταση χειροτέρεψε μετά από μία αποβολή που είχε η Αντιγόνη. Ο άντρας της πλέον τα περισσότερα μεσημέρια έτρωγε στο πατρικό του, αφήνοντάς τη μόνη. Αυτή η συμπεριφορά του την πίκρανε πολύ και την οδήγησε στην απόλυτη απομάκρυνση από εκείνον. Οι συζητήσεις τους περιορίζονταν στα απαραίτητα. Της Αντιγόνης πάντα της άρεσε το διάβασμα και ας μην ήθελε να σπουδάσει. Περνούσε ώρες ατελείωτες πάνω από βιβλία, που έγραφαν για έρωτες και ταξίδια μακρινά. Είχε εγκλωβιστεί σε μία κατάσταση, από την οποία ήθελε να ξεφύγει. Όταν είπε το πρόβλημα στους δικούς της, ο πατέρας της της είπε να του δώσει χρόνο να σκεφτεί. Μετά από δύο μέρες πήγε στο σπίτι της μαζί με την Κατερίνα. “Θα μείνεις με τον άντρα σου” της είπε. “Αδερφούλα μου, πρέπει να κάνεις λίγο υπομονή” της συνέστησε η Κατερίνα. “Εσύ να μην ανακατεύεσαι” απάντησε η Αντιγόνη και στρεφόμενη προς τον πατέρα της του είπε, “πατέρα προσπάθησα, δώσε και σε μένα μία ευκαιρία”. Ο πατέρας της τότε της είπε ότι αν χώριζε δε θα την υποστήριζε σε τίποτα και επίσης της είπε ότι πρέπει να σέβεται την αδερφή της και να της μιλάει καλύτερα. Η Αντιγόνη έσκυψε το κεφάλι και μόλις έφυγαν ήταν έξαλλη. Λίγο καιρό μετά ξαναέμεινε έγκυος, αλλά αυτή τη φορά δεν ανακοίνωσε τίποτα ούτε στην πατρική της οικογένεια ούτε στον άντρα της.
Η Κατερίνα σιγά σιγά μπήκε στους ρυθμούς της δουλειάς, η οποία της άρεσε πάρα πολύ. Ένα απόγευμα μπήκε στο γραφείο της ένας άντρας ψηλός, με αρχοντικό παράστημα, γεροδεμένο κορμί και υπέροχα πράσινα μάτια. Ο Μάνος Καψάλης. Ήταν από οικογένεια γαιοκτημόνων, αλλά επειδή είχε αντιμετωπίσει διάφορα προβλήματα και συγκρούσεις με την οικογένειά του, γιατί είχε όνειρα για άλλη ζωή από αυτή που του ετοίμαζαν, όπως έλεγε, είχε αποφασίσει να φύγει στο εξωτερικό αρχικά για σπουδές και στη συνέχεια για δουλειά. Η Κατερίνα κατάλαβε την ανάγκη του να ακολουθήσει το δικό του όνειρο και τον συμμερίστηκε. Η Κατερίνα, καθώς εκείνος εξιστορούσε σύντομα τη ζωή του, παρατήρησε ότι ο Μάνος απέπνεε κοσμοπολίτικο αέρα και ήταν ωραίος και πολύ αρρενωπός. Για μια στιγμή ταξίδεψε με το μυαλό της, αλλά σύντομα επανήλθε στην πραγματικότητα και τον άκουσε να συνεχίζει την εξιστόρησή του. Στο εξωτερικό παρέμεινε αρκετά χρόνια και επέστρεψε στην Ελλάδα, για να τακτοποιήσει κάποια κληρονομικά. Η Κατερίνα ένιωσε την καρδιά της να σκιρτάει γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε συνάψει μόνο περιστασιακές σχέσεις χωρίς όμως να έχει νιώσει κάτι μεγάλο και καθοριστικό για κείνη. Ο Μάνος την κοίταξε με βλέμμα που έδειχνε ενδιαφέρον. Από τη στιγμή αυτή και μετά, η Κατερίνα θεώρησε ότι είχε να κάνει με έναν άνθρωπο που μπορούσε να ερωτευτεί και αυτό τη συνέπαιρνε. Οι επισκέψεις του στο συμβολαιογραφείο πλήθυναν. Πρώτα για χαρτιά, μετά για “διευκρινίσεις”, μετά για να τη συνοδέψει με τα πόδια στο σπίτι τα απογεύματα ή να την πάρει με το αυτοκίνητο και να πάνε στο χωριό. Όλοι άρχισαν να μιλάνε για ειδύλλιο, που βέβαια ήταν και η αλήθεια. Αρχικά απολάμβανε ο ένας την παρέα του άλλου, γρήγορα όμως έγιναν ζευγάρι. Η Κατερίνα τον εμπιστευόταν πολύ, του άνοιγε την καρδιά της και σα βρίσκονταν στο χωριό τον πήγαινε στο ποτάμι, τον καλύτερο της φίλο, όπως έλεγε, και εκείνος την πήγαινε στην ανεβασιά του λόφου προς το μοναστήρι του προφήτη Ηλία, εκεί που έπαιξε, χτύπησε και έδωσε τα πρώτα του κρυφά φιλιά.
Η Αντιγόνη ήξερε για το ειδύλλιό τους και μια μέρα τους συνάντησε στο δρόμο τυχαία. Βλέποντάς τους να περπατούν γελώντας, σχεδόν μάτωσε τα χείλη της από τα νεύρα. Πριν τον γάμο της, ο Μάνος της άρεσε. Ήταν βέβαια λίγο μικρότερός της, μα τον ήθελε. Για την ακρίβεια τον είχε ερωτευτεί, όμως εκείνος έφυγε και έτσι η Αντιγόνη παντρεύτηκε εκείνον που της υπέδειξε ο πατέρας της. Τώρα όμως που έβλεπε τον Μάνο δίπλα στην Κατερίνα, θυμήθηκε τον έρωτά της, τα κλάματα, τη ματαίωση, τον πόνο και ένιωσε τον φθόνο να φουντώνει μέσα της.
Η Αντιγόνη είχε λάβει, όταν παντρεύτηκε, μια αξιοζήλευτη προίκα, αν και διαρκώς ζητούσε με απαίτηση κι άλλα λεφτά από τον πατέρα της με το επιχείρημα ότι η Κατερίνα έπαιρνε παραπάνω χρήματα λόγω σπουδών και φυσικά η απαίτησή της εντεινόταν λόγω των χρημάτων που κατέβαλε ο πατέρας, για να της αγοράσει το συμβολαιογραφείο. Ο άντρας της Αντιγόνης απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τη γυναίκα του, την οποία πλέον αυτό δεν την ενοχλούσε καθόλου. Ίσα ίσα τη χαροποιούσε. Εκείνο τον καιρό ένα φοβερό τροχαίο οδήγησε στον θάνατο τον πατέρα και τη μητέρα της οικογένειας. Θρήνος επικράτησε με τους απροσδόκητους χαμούς. Η Αντιγόνη ένιωσε πιο μόνη από ποτέ. Έστω και αν ο πατέρας υπήρξε αυστηρός μαζί της και δεν την υποστήριξε στο θέμα του γάμου της, τον ένιωθε στήριγμα. Με τη μητέρα της είχε πάντα μια γλυκιά σχέση, μια σχέση τρυφερότητας. Τώρα έμενε μόνη. Η Κατερίνα αντιμετώπισε τους θανάτους πιο ψύχραιμα και αντιμετώπισε τον πόνο αναλαμβάνοντας τα διαδικαστικά. Οι γιοι της οικογένειας πόνεσαν και αιφνιδιάστηκαν, γιατί τώρα έπρεπε να αναλάβουν πράγματα που μέχρι πρότινος διαχειριζόταν ο πατέρας.
Η Αντιγόνη ήταν πεπεισμένη ότι θα κληρονομούσε το πατρικό σπίτι, γιατί της το είχαν τάξει οι γονείς της. Ένα μεγάλο πέτρινο αρχοντικό, σωστό στολίδι. Όμως ο πατέρας αλλιώς τα είχε κανονίσει…
Φωτεινή Νικολοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Οι Ένοχοι – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]