Belair μπλε

“Πιάσε μια belair. Μπλε! Από μένα! Μη ρωτάς ‘γιατί;’, απλά κάνε το!”..

Ο Μίλτος γύρισε προς τα κορίτσια και τα μάτια του έλαμπαν. Κάρφωσε το βλέμμα του στα μάτια της Μαρίας. Βαθύ γαλάζιο. Το βαθύ γαλάζιο του.

“Αυτό από μένα!”, είπε και ένα μπουκάλι υπερπαραγωγή εμφανίστηκε μπροστά τους. Η Μαρία χαμογέλασε και κατέβασε το κεφάλι. Ήξερε. Το μπουκάλι ήταν για εκείνη. Το βλέμμα του Μίλτου, της έλεγε όλα όσα ήθελε να νιώσει. Την ήθελε. Την ποθούσε. Όμως…

Ένα ζευγάρι χέρια την έπιασε από τη μέση. “Χαίρετε!”. Η φωνή του διαπέρασε κάθε κύτταρο του κορμιού της και η πίεση των χεριών του στο δέρμα της, της έκοψαν τα πόδια.

“Εεεεε! Νεκτάριε!”, φώναξε η παρέα της. “Μας έλειψες ρε! Πώς πέρασες στην Αφρική;”, τον ρώτησαν τα κορίτσια, ενώ εκείνος κοιτούσε μόνο τη Μαρία, σφίγγοντάς τη λίγο παραπάνω με τα χέρια του.

“Ήταν φανταστικά! Θέλω να ξαναπάω. Ξέρετε τώρα με το τρέξιμο της δουλειάς δεν το χάρηκα όσο ήθελα. Το καλοκαίρι με όλα αυτά τα events με διαλύει. Ήταν όμως ωραία!”. Παύση. Βλέμμα στη Μαρία. “Πολύ ωραία!”. Η Μαρία έσκυψε ξανά το κεφάλι έχοντας κοκκινίσει από ντροπή.

“Νεκτάριε! Πώς και από δω ρε; Καιρό έχεις να εμφανιστείς στα λημέρια μας! Πώς πάει η δουλειά;”
“Άστα, Μίλτο! Καλοκαίρι… Κάθε ΠΣΚ κλεισμένοι με γάμους και βαφτίσεις μέχρι Νοέμβριο. Πολλή δουλειά! Εσείς εδώ; Κουκλίστικο το έκανες!”.

“Σε ευχαριστώ, αδερφέ μου! Θα πιείς ένα ποτό μαζί μας;”, τον ρώτησε δείχνοντας τη Μαρία και την παρέα της. Η Μαρία καθ’ όλη τη διάρκεια είχε σκυμμένο το κεφάλι. Ήταν το μήλο της Έριδος για αυτούς τους δύο άντρες. Δύο νυκτόβια πλάσματα με την δική του ιστορία ο καθένας, ερωτεύτηκαν την καλή νεράιδα. Δύο φίλοι να κοντράρονται για την καρδιά της και εκείνη να λιώνει και για τους δύο.

Ο ένας θα ήθελε να είναι το “για πάντα της” και ο άλλος “το τώρα της”, όμως η μοίρα είχε αλλά σχέδια. Ο Μίλτος, το “για πάντα της” είχε εξελιχθεί στο “τώρα της” και ο Νεκτάριος, όσο και αν δεν ήθελε να το πιστέψει και η ίδια, ήταν, είναι και θα είναι το “για πάντα” που δεν περίμενε ποτέ. Η Μαρία ξεφύσηξε. Κοίταξε και τους δύο.

“Εγώ σας αφήνω… Για λίγο!”, είπε ο Μίλτος και έφυγε από την παρέα τους. Ο Νεκτάριος και η Μαρία έμειναν να κοιτάζονται.

“Μου έλειψες!”, της είπε
“Και εμένα πολύ, όμως ξέρεις πως η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη. Πρέπει να τα βρείτε!”
“Μαρία αυτό είναι κάτι που αφορά εμένα και τον Μίλτο…”
“Όχι, Νεκτάριε! Εγώ φταίω που εσείς…”

“Σσσσ! Εσύ δεν φταις πουθενά, μάτια μου. Μάτια μου…”. Την φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού και συνέχισε να βυθίζεται στο βαθύ γαλάζιο των ματιών της. Μετά από μερικά λεπτά, η φωνή του Μίλτου τους έβγαλε από την άβυσσο που τους τραβούσε.

“Μπορώ;”, ρώτησε ευγενικά. Ο Νεκτάριος σεβαστικά κούνησε το κεφάλι καταφατικά και εξαφανίστηκε αφήνοντάς τους μόνους.

“Μαρία μου… Μάτια μου…”, της είπε και η καρδιά της συνέχισε να λιώνει.

Τους ήθελε και τους δύο πολύ. Τον καθένα για τους δικούς του μοναδικούς λόγους. Είχαν κερδίσει το μυαλό και την καρδιά της, αλλά κανείς το κορμί της. Είχε δημιουργήσει ήδη πρόβλημα. Δεν ήθελε να δημιουργήσει κι άλλα…

“Τα ‘χω κάνει χάλια, Μίλτο! Συγνώμη… Τα ίδια του έλεγα τώρα! Πρέπει να τα βρείτε. Εγώ φταίω!”

“Μάτια μου, δεν φταις εσύ! Έτυχε να σε ερωτευτούμε και οι δύο. Πίστεψέ με, δεν είναι η πρώτη φορά. Το είχαμε ξαναπάθει μικροί, αλλά με τον καιρό ξεχάστηκε και προχωρήσαμε. Είχαμε υποσχεθεί πως δεν πρόκειται να ξανατσακωθούμε για γυναίκα. Για αυτό μας βλέπεις ήρεμους. Βράζουμε μέσα μας εννοείται, αλλά αυτός είναι ο όρκος. Ποτέ ξανά! Κάνουμε απλά υπομονή!”.

Η Μαρία χαμογέλασε και απομακρύνθηκε και από τους δύο. Είχε ανάγκη τις φίλες της. Μόνο εκείνες μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά της για το χαμό που έχει δημιουργήσει σε αυτούς τους δύο άντρες. Αλκοόλ, φίλες και η ελπίδα για ένα ξεκαθάρισμα.

“Τι θα κάνουμε ρε; Πάλι τα ίδια!”. Η φωνή του Νεκτάριου διέκοψε τις σκέψεις του Μίλτου, ο οποίος αναρωτιόταν το ίδιο.

“Αδερφέ μου, τη θέλω! Δεν στο κρύβω, όμως δεν μπορώ να σε κοντραριστώ ξανά. Θα την αφήσω να διαλέξει μόνη της και θα σεβαστώ κάθε απόφασή της!”. Ο Μίλτος ήπιε μια γουλιά από το ποτό του έχοντας τα μάτια του καρφωμένα επάνω της καθώς εκείνη χόρευε.

“Και εγώ το ίδιο θα κάνω! Δεν ξανακάνω το ίδιο λάθος γιατί έτσι θα σας χάσω και τους δύο. Ας την αφήσουμε να διαλέξει και ας πληγωθούμε…”

“Ακριβώς…”. Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον. Δύο αδερφικοί φίλοι. Μια γυναίκα. Κακός συνδυασμός.

“Τι μ@λαkίες πίνεις πάλι, ρε;”, τον ρώτησε ο Νεκτάριος. “Πιάσε δύο belair!”. Ο Μίλτος στο άκουσμα της σαμπάνιας, γέλασε.

“Να σκεφτώ… Μπλε;”
“Πάντα!”
“Σαν τα μάτια της, αδερφέ μου!”
“Σαν τα μάτια της….”.

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading