Οι Ένοχοι – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Προς τεράστια έκπληξη της Αντιγόνης ο πατέρας με διαθήκη άφηνε το σπίτι και στις δύο του κόρες και ό,τι άλλο είχε κρατήσει στο όνομά του, τα διένειμε σε όλα του τα παιδιά με δικαιοσύνη.
Η Αντιγόνη έγινε έξαλλη με την απόφαση του πατέρα της. “Εγώ να μοιραστώ το σπίτι με την Κατερίνα;” σκεφτόταν. Την επόμενη μέρα πήγε στο γραφείο της Κατερίνας και τη βρήκε. Της ζήτησε να αγοράσει και το δικό της μερτικό. Η άρνηση της αδερφής της, την έκανε έξαλλη. Φεύγοντας της συνέστησε να το ξανασκεφτεί. Κάποιες μέρες μετά, η Κατερίνα της πρότεινε να το χωρίσουν και καθεμία να έχει το χώρο της, αφού το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο. Η Αντιγόνη ήταν ανένδοτη.

Κάποιο πρωινό όμως, έτσι ξαφνικά, εμφανίστηκε στο γραφείο της Κατερίνας, μετά από μέρες σιωπής. Αυτή τη φορά έδειξε διαλλακτικότητα και συμφώνησαν να χρησιμοποιούν το σπίτι από κοινού, εξάλλου ήταν πολύ μεγάλο. Η Κατερίνα χάρηκε τόσο πολύ που την αγκάλιασε σφιχτά. Η Αντιγόνη χάρηκε σκεπτόμενη ότι τελικά όλα εδώ πληρώνονται.

Η Κατερίνα συνέχιζε τη σχέση της με τον Μάνο, όμως κάτι την προβλημάτιζε. Το καθαρό του βλέμμα ώρες ώρες της φαινόταν σκοτεινό. Επίσης αρκετές φορές έλειπε στην Αθήνα, για δουλειές καθώς έλεγε, όμως ποτέ δεν της ζητούσε να πάνε μαζί. Σα να διάβαζε όμως τις σκέψεις της με ένα ζεστό χαμόγελο και μία αγκαλιά την έκανε να ξεχνά κάθε τι αρνητικό.

Η Κατερίνα μετά την τελευταία επίσκεψη της αδερφής της, αποφάσισε να ανακαινίσει ένα μεγάλο μέρος του σπιτιού. Η ίδια επιμελήθηκε το χώρο που ήθελε να φτιάξει τη βιβλιοθήκη της. Επέλεξε να τη φτιάξει στο πιο φωτεινό δωμάτιο του ισογείου. Από αυτό το δωμάτιο μπορούσε να χαζεύει το ποτάμι, να ακούει τον ήχο του και αυτό τη γαλήνευε. Διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στη ρομαντική κομψότητα και τη σύγχρονη απλότητα, δημιούργησε τον παράδεισό της. Οι τοίχοι ντύθηκαν με ταπετσαρία σε απαλούς χρωματισμούς του λευκού και του βεραμάν.
Στο δωμάτιο κυριαρχούσε το ξύλο. Ανάμεσα στα δρύινα ράφια της βιβλιοθήκης τοποθετήθηκαν κομψά διακοσμητικά.

Μπροστά από το παράθυρο που έβλεπε στο ποτάμι, υπήρχε ένα κομψό σεκρετεράκι με μπρούντζινες λεπτομέρειες. Πάνω του, μια λάμπα με ημιδιαφανές καπέλο από ύφασμα που έριχνε απαλό, χρυσό φως.Το παράθυρο ντύθηκε με αέρινες κουρτίνες από λινό και το περβάζι του στολίστηκε με μικρές γλάστρες από λευκή πορσελάνη με μυρτιές και λεβάντες. Δίπλα από το τζάκι υπήρχε μια αναπαυτική πολυθρόνα με επένδυση σε σμαραγδί βελούδο. Το δωμάτιο αυτό, έγινε ο αγαπημένος της χώρος. Εκεί μελετούσε, αλλά και ονειρεύοταν.

Με τον Μάνο τα πράγματα ήταν στάσιμα. Η Κατερίνα έβλεπε πλέον ότι είχε να κάνει με έναν περίεργο άνθρωπο, που μιλούσε ελάχιστα για τον εαυτό του. Συχνά μετάνιωνε που στην αρχή τον είχε εμπιστευθεί χωρίς όρια. Μέσα της κάτι την έτρωγε. Κάποια στιγμή με πόνο ψυχής, του είπε, ότι ίσως ήταν καλύτερα να διακόψουν για λίγο. Εκείνος όμως της είπε ότι αντιμετώπιζε δικές του δυσκολίες, ότι αυτή δεν έφταιγε σε κάτι και ότι και οι δυο χρειάζονταν μια δεύτερη ευκαιρία στη σχέση τους. Η Κατερίνα δεν πείστηκε απόλυτα με τα λεγόμενά του, αλλά έδωσε άλλη μια ευκαιρία. Από εκείνη την ημέρα όμως άρχισε να ψάχνει για εκείνον και έβαλε ντετέκτιβ. Έτσι πληροφορήθηκε ότι ο Μάνος είχε πολλές επιχειρήσεις στο εξωτερικό, για τις οποίες δεν της είχε μιλήσει ποτέ. Στο εξωτερικό επίσης ζούσε μια μποέμικη ζωή. Επίσης έμαθε πράγματα που την παραξένεψαν πολύ. Ο άντρας είχε φύγει από την Ελλάδα, όχι μόνο εξαιτίας ενός καβγά με τον πατέρα του, αλλά και λόγω μιας ερωτικής απογοήτευσης. Το διάστημα επίσης που τον είχε γνωρίσει, τον φιλοξενούσαν φίλοι του. Επίσης οι συγχωριανοί της δε θυμόντουσαν κανέναν Καψάλη στα μέρη τους και όταν τον είχε ρωτήσει ποιο ήταν το πατρικό του, εκείνος της είχε πει ότι βρισκόταν στην πρωτεύουσα του νομού και ότι από μικρός ερχόταν σε φίλους του στο χωριό και έτσι είχε πολλές όμορφες αναμνήσεις.

Η Κατερίνα ένιωθε περίεργα για όσα μάθαινε. “Γιατί ξαναγύρισε πίσω; Ποιος είναι τελικά; Γιατί μου κρύβει πράγματα;” σκεφτόταν.
Τις μέρες που ακολούθησαν, ζήτησε από τον ερευνητή να ψάξει να βρει ποιο ήταν το σπίτι του και επίσης να βρει εξαιτίας ποιας γυναίκας έριξε μαύρη πέτρα πίσω του.

Η Κατερίνα πλέον είχε ουσιαστικά εγκατασταθεί στο πατρικό της. Στο σπίτι συχνά ερχόταν και η Αντιγόνη, η οποία δεν την ενοχλούσε καθόλου. Συνήθως ασχολείτο με τον κήπο και κάποιες φορές οι δυο τους έπιναν το καφεδάκι τους και συζητούσαν ήρεμα. Ο Μάνος πήγαινε στο σπίτι καθημερινά και αρκετές φορές έμενε εκεί και το βράδυ. Τα βράδια του καλοκαιριού συχνά μαζεύονταν στο σπίτι και φίλοι. Τους άρεσε να απολαμβάνουν τη δροσιά, τους γκιώνηδες, να μετρούν τα αστέρια και να συζητούν. Κάποια βράδια πήγαιναν εκεί και η Αντιγόνη με τον άντρα της.

Ένα βράδυ η Αντιγόνη ήπιε πιο πολύ. Μια γέλαγε και μια σοβάρευε. Όμως καθώς έπινε, κοίταζε την Κατερίνα μοχθηρά. Κάποια στιγμή μεθυσμένη καθώς ήταν είπε, “Κατερινιώ μια ζωή τομάρι ήσουν. Μόνο εγώ σε έχω καταλάβει. Όλοι οι άλλοι σε θεωρούν αγία”. Η Κατερίνα με ψυχραιμία της απάντησε ότι είχε πιει πολύ. “Κατερινιώ, νομίζεις ότι δεν ξέρω ποιος μου κατέστρεψε όλα τα κεντήματα την παραμονή του γάμου μου; Νομίζεις δεν ξέρω ποιος φρόντισε να κάνω την αποβολή;” είπε η Αντιγόνη. Η τελευταία της κουβέντα αναστάτωσε την Κατερίνα, που χλώμιασε. Ο άντρας της Αντιγόνης σηκώθηκε αμέσως και την πήρε και έφυγαν. Η Κατερίνα ανέκτησε σύντομα την ψυχραιμία της, προσποιήθηκε την ευδιάθετη και συνέχισε τις συζητήσεις με τους καλεσμένους της.
Εκείνο το βράδυ ο Μάνος έλειπε. Όταν έφυγαν όλοι, άρχισε να σπάει πράγματα και να ουρλιάζει, “το αποψινό θα μου το πληρώσεις αδερφούλα!”.

Το επόμενο πρωί, όταν την κάλεσε η Αντιγόνη για να της ζητήσει συγγνώμη, η Κατερίνα έδειξε συγκαταβατική και της είπε ότι τη συγχωρεί. Πλησίαζε ο Αύγουστος και η Αντιγόνη θα έκλεινε το γραφείο και ήθελε να πάει διακοπές, για να ξεκουραστεί. Ο Μάνος δεν μπορούσε να την ακολουθήσει, γιατί καθώς της είπε είχε δουλειές στο εξωτερικό, έτσι αποφάσισε να πάει μόνη σε ένα νησάκι, για να ηρεμήσει. Η Κατερίνα ενημερωνόταν από τον ντετέκτιβ, που είχε βάλει να παρακολουθεί τον Μάνο για τις κινήσεις του. Ο ερευνητής της είπε ότι ο εντόπισε το πατρικό σπίτι του Μάνου και επίσης τής ανακοίνωσε ότι ο Μάνος δεν είχε φύγει από Ελλάδα. Αντίθετα τις τελευταίες μέρες έμενε στο πατρικό της σπίτι, που επίσης καθημερινά επισκεπτόταν η Αντιγόνη και μάλιστα αρκετά βράδια έμενε και εκείνη εκεί. Η Κατερίνα του ζήτησε να την κρατά ενήμερη και ότι σε δυο μέρες θα επέστρεφε στο πατρικό της. Έτσι και έκανε. Μόνο που στο πατρικό δεν ήθελε να πάει μόνη. Αποφάσισε να ζητήσει από τον γαμπρό της να πάνε μαζί, με τη δικαιολογία ότι είχε να ξεφορτώσει πολλά βαριά πράγματα και χρειαζόταν βοήθεια. Επίσης του ζήτησε να μην πει τίποτα στην Αντιγόνη για την επιστροφή της, γιατί ήθελε να της κάνει έκπληξη. Ο γαμπρός της δέχτηκε να τη βοηθήσει και δεν ανέφερε τίποτα στην Αντιγόνη.

Όταν έφτασαν στο σπίτι, είδαν παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του Μάνου. “Είναι και ο Μάνος εδώ” είπε ο γαμπρός της. “Αχ ναι. Τι ωραία! Θα κάνω έκπληξη και στους δυο!”, είπε η Κατερίνα. Μόλις η Κατερίνα και ο άντρας της αδελφής της μπήκαν στο σπίτι, επικρατούσε απόλυτη σιγή. Αυτό το βράδυ θα γινόταν η μεγάλη αποκάλυψη, σκεφτόταν η Κατερίνα, και θα δίνονταν και οι ανάλογες εξηγήσεις. Μέσα της βέβαια ευχόταν να μη συνέβαινε τίποτα από όσα φανταζόταν. Τα γεγονότα όμως την πρόλαβαν. Ήχοι ακούστηκαν από τη βιβλιοθήκη. Με προσεκτικά βήματα άρχισε να κινείται προς τα εκεί με τον απορημένο άντρα της Αντιγόνης να μην καταλαβαίνει τι συνέβαινε και την Κατερίνα να του κάνει νοήματα να μη μιλήσει. Όταν έφτασαν έξω από την κλειστή πόρτα της βιβλιοθήκης, η Κατερίνα πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε απότομα την πόρτα. Ο Μάνος και η Αντιγόνη ήταν αγκαλιασμένοι και αντάλλασσαν φιλιά. Μόλις η Αντιγόνη είδε την αδερφή της στην πόρτα φώναξε χαιρέκακα, “Έκπληξη!”. “Έκπληξη!” φώναξε ανταποδίδοντας η Κατερίνα και τράβηξε τον γαμπρό της μέσα στο δωμάτιο. “Ωραία. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια!” απάντησε η Αντιγόνη.

Ο άντρας της έπιασε το κεφάλι του και έμεινε στήλη άλατος. Η Κατερίνα ξέσπασε σε κλάματα. Επικράτησε μια αμήχανη σιγή, την οποία έσπασε η απειλητική διάθεση του συζύγου προς τον Μάνο. “Τι ακριβώς επιδιώκεις;” του φώναξε η γυναίκα του. “Θίχτηκες; Δε νομίζω. Δε θίχτηκες όταν πριν τον γάμο σε παρακάλεσα να μην προχωρήσουμε γιατί αγαπούσα άλλον. Δε θίχτηκες να γραπώνεις τα λεφτά μου επί χρόνια και να συντηρείσαι πλουσιοπάροχα εσύ και η οικογένειά σου. Δε μου έδειξες το παραμικρό ενδιαφέρον μέσα στον γάμο, αν και προσπάθησα να σε προσεγγίσω. Δεν έδωσες δεκάρα για τον πόνο που βίωσα με την αποβολή. Δεν ξέρω νομίζεις τα ξενύχτια σου και τις ερωτοτροπίες σου με τη χήρα του δασκάλου; Λοιπόν πες πόσα θες να τελειώνουμε. Εξάλλου μόνο γι’ αυτό με ήθελες ευθύς εξαρχής!”. “Γίνεσαι άδικη!”, της απάντησε εκείνος φωνάζοντας. “Σε ήθελα και πολύ μάλιστα. Αλλά στο βλέμμα σου έβλεπα ότι ποτέ δε θα με αγαπήσεις πραγματικά. Απομακρύνθηκα, για να σε αφήσω να σκεφτείς και εσύ νομίζω σκέφτηκες καλά και έκανες ό,τι έκανες με τον έρωτα της αδερφής σου ξετσίπωτη!”. “Τον έρωτα της αδερφής μου; Σε γελάσανε. Ο Μάνος ήταν πάντα ο δικός μου έρωτας. Η καλή μου αδερφή νοιάστηκε να με καρφώσει στον πατέρα μου, όταν μας είδε να φιλιόμαστε κοντά στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Της άρεσε να με βασανίζει και να με βλέπει δυστυχισμένη. Ακούς αδερφούλα; Ο Μάνος και εγώ χωρίσαμε εξαιτίας σου. Οδήγησες τον πατέρα στο σημείο που συναντιόμασταν. Γιατί τόσο μίσος;”.

Η Κατερίνα σε κατάσταση σοκ και κλαίγοντας φώναζε, “έπρεπε να δει ο πατέρας τι υποκρίτρια ήσουν που έκανες τη σεμνή. Καλά σου έκανα. Έπειτα λες ψέματα. Εκείνος είχε άλλο επώνυμο. Τι σχέση έχει λοιπόν αυτό τότε με αυτό που μου κάνεις τώρα; με εκδικείσαι;”. “Τι σχέση έχει; Σε εκδικούμαι;” σάρκασε η Αντιγόνη. “Δε θυμάσαι καθόλου καλά και ευτυχώς για μένα. Μανώλη τον έλεγαν τον αγαπημένο μου”. “Μανώλη Καραγιάννη” απάντησε η Κατερίνα. Η Αντιγόνη ξέσπασε σε κλαυσίγελο, “Καραγιάννη, ναι. Όμως ο πατέρας, επειδή με είχε τάξει στον κύριο από δω, πήγε στον πατέρα του Μανώλη, ο οποίος απείλησε το ίδιο του το παιδί με αποκλήρωση, αν δε με χώριζε. Ο Μανώλης δε νοιάστηκε για τις απειλές, αλλά ήταν πολύ νέος και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον ανάγκασαν να φύγει για σπουδές στο εξωτερικό. Μόλις τελείωσε τις σπουδές αποκήρυξε τον πατέρα του και άλλαξε επώνυμο και το έκανε Καψάλης. Βέβαια λίγο πριν πεθάνει ο πατέρας του τα ξαναβρήκαν και ξαναπήρε το πατρικό του επώνυμο ως δεύτερο. Κυρά συμβολαιογραφίνα την πάτησες. Δεν έψαξες καλά. Ή μάλλον έψαξες λάθος. Ο ερευνητής, που έβαλες, γνωρίζει τον Μάνο και τον ειδοποίησε ότι έψαχνες. Έτσι σου έδινε όσες πληροφορίες εμείς θέλαμε. Έτσι βρέθηκαμε όλοι μαζί εδώ απόψε”.

Η Κατερίνα ένιωθε ότι κάποιος της χτυπούσε το κρανίο με βαριοπούλα. “Επίσης να σου πω ότι η κυρά Μαριγώ, η οικονόμος μας, μου είχε πει ότι σε είδε να καταστρέφεις κεντήματα της προίκας μου πριν τον γάμο. Εγώ η ίδια σε είδα να ασχολείσαι με την ξύλινη σκάλα χωρίς να ξέρω τι έκανες. Πήγα να ξαπλώσω για λίγο και εσύ φρόντισες να ξεκαρφώσεις ένα σκαλί. Το αποτέλεσμα ήταν η αποβολή μου. Έχεις κάνει και άλλα πολλά, αλλά πια δεν έχει καμία σημασία. Κανείς δε με πίστευε, όταν έλεγα ότι με μισείς και ειλικρινά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί”, συμπλήρωσε η Αντιγόνη. “Εσύ με μισούσες” είπε κλαίγοντας η Κατερίνα. “Αλήθεια; για πες κάτι που έκανα και δείχνει μίσος προς εσένα” τη ρώτησε η Αντιγόνη. Η Κατερίνα τα έχασε. Όντως δεν είχε να πει κάτι. Αοριστολογίες έλεγε σχετικά με την αυστηρότητα της Αντιγόνης, όταν ήταν μικρή.

Ο άντρας της Αντιγόνης ένιωσε ταπεινωμένος, της ζήτησε να χωρίσουν, να μην την ξαναδεί και έφυγε χτυπώντας δυνατά την πόρτα φωνάζοντας ότι έπεσε θύμα του μίσους μέσα στην οικογένεια Δεριμάρη. Η Κατερίνα κατέρρευσε στο πάτωμα. Τη διέλυε που αισθανόταν ότι νικήθηκε. “Ακούστε και οι δυο σας. Αδειάστε μου τη γωνιά, φύγετε από αυτό το σπίτι και μη σας ξαναδώ στα μάτια μου”. “Δεν κατάλαβες καλή μου” πήρε τον λόγο ο Μάνος, “ατυχώς για σένα μου ανοίχτηκες πολύ στην αρχή. Θυμάσαι που μου είπες για την απάτη που έστησες στον Παπαδόγιαννη και τα ακίνητα που του άρπαξες; αν δε θυμάσαι μπορώ να σου θυμίσω εγώ. Έχω και αντίγραφα”. Η Κατερίνα νόμιζε ότι θα πάθει εγκεφαλικό. “Άκου λοιπόν τι θα γίνει τώρα” συνέχισε ο Μάνος, “για να μην πας φυλακή, μας γράφεις το μερίδιο σου από το σπίτι, πουλάς το συμβολαιογραφείο και εξαφανίζεσαι για πάντα από τη ζωή μας. Κατανοητό;”. Η Κατερίνα κατάλαβε ότι δεν είχε επιλογές, οπότε αναγκάστηκε να συμφωνήσει. Το μερίδιό της στο σπίτι το παραχώρησε στην αδερφή της. Μέσα σε τρεις μήνες το συμβολαιογραφείο πουλήθηκε και μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες φάνηκε η εγκυμοσύνη της Αντιγόνης, η οποία είχε κινήσει τις διαδικασίες του διαζυγίου. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία για το ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού, καθώς με τον άντρα της είχε να πλαγιάσει πάνω από ένα χρόνο.

Στο χωριό ξέσπασε σούσουρο και σοκ στην οικογένεια των δύο αδερφών. Το μόνο που έγινε γνωστό στο χωριό ήταν ότι η Αντιγόνη και ο Μάνος φάνηκαν άπιστοι λόγω του νεανικού τους έρωτα. Πολλοί έσπευσαν να δικαιολογήσουν την πράξη τους σαν απωθημένο. Η Αντιγόνη κάλεσε τα αδέρφια τους και τους εξέθεσε τα γεγονότα. Οι γιοί της οικογένειας έπεσαν από τα σύννεφα με τις αποκαλύψεις, που έμελλε να τους αφορούν, καθώς αποδείχτηκε ότι η Κατερίνα είχε κατά καιρούς βλάψει και αυτούς. Αποκαλύφθηκε πως ό,τι προβλήματα που είχαν με τον πατέρα τους, είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας της Κατερίνας. Όταν κάλεσαν την Κατερίνα να μιλήσουν, αυτή ούρλιαζε ότι από μικρή τη μισούσαν και ήθελαν να της κάνουν κακό και αυτό δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Με τίποτα δεν πειθόταν ότι την αγαπούσαν. “Για να μη με καταστρέψετε, έκανα ό,τι έκανα. Για να προλάβω την καταστροφή μου” έλεγε η Κατερίνα.

Μόλις γεννήθηκε η κόρη της Αντιγόνης και του Μάνου μετεγκαταστάθηκαν στο εξωτερικό και στο πατρικό στο χωριό πήγαιναν κάθε καλοκαίρι. Η Αντιγόνη σπούδασε λογοτεχνία και ασχολήθηκε με την ποίηση. Η Κατερίνα πήγε να ζήσει στην Αθήνα. Είχε τη δυνατότητα να ζήσει καλά χάρη στην περιουσία της. Γρήγορα στην Αθήνα άρχισε να πίνει πολύ. Σιγά σιγά εγκατέλειψε τον εαυτό της. Στην πολυκατοικία που έμενε, κάποια στιγμή δεν την έβλεπαν και ειδοποίησαν τα αδέρφια της στο χωριό, οι οποίοι τη βρήκαν σε άθλια κατάσταση. Από εκεί και πέρα συχνά νοσηλευόταν σε ψυχιατρικά ιδρύματα, καθώς αποδείχτηκε είχε σοβαρά θέματα από μικρή, που κανείς δεν τα πρόσεξε, κανείς δεν κατάλαβε ότι χρειαζόταν βοήθεια. Κανείς δεν ήθελε να δει και να πιστέψει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Κανείς τελικά δεν τη βοήθησε.

Η συνυπευθυνότητά τους τούς έκανε να τη συγχωρήσουν, να την καταλάβουν. Η Αντιγόνη έκτοτε κατηγορούσε τον εαυτό της γιατί δεν κατάλαβε τίποτα τόσα χρόνια. Κατήγορούσε τον εαυτόν της για τη σκληρότητα που της έδειξε στο τέλος. Η Κατερίνα συχνά αρνιόταν να φάει. Μόνο έκλαιγε και ζητούσε να πιει. Τελικά λίγα χρόνια μετά πέθανε. Αν και νέα, είχε καταστρέψει τα πάντα μέσα της από το πολύ αλκοόλ και τα μεγάλα διαστήματα ασιτίας.

Η κηδεία της έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, παρουσία και της Αντιγόνης και του Μάνου. Όλοι πλέον είχαν καταλάβει, αλλά το κακό είχε γίνει. Η Αντιγόνη πάντα τη θυμόταν και της άναβε ένα κερί και προσευχόταν για την ψυχή της. Κουβάλησε και αυτή για πάντα μέσα της την αναίτια ζημιά στη ζωή όλων και τη χαμένη ζωή της αδερφής της. Μετάνιωνε για τις στιγμές που την είχε ζηλέψει, μετάνιωνε οικτρά για την παγίδα που της έστησε, μετάνιωνε για το φίδι της εκδίκησης που έθρεφε τόσα χρόνια. Μετάνιωνε που δε βρήκε το θάρρος να προσπαθήσει να εξηγηθεί με την αδερφή της, γιατί ίσως με μια ξεκάθαρη συζήτηση να συνειδητοποιούσε αυτά που για χρόνια όλοι αρνούνταν να δουν. Μετάνιωνε, μετάνιωνε…

“Έπρεπε να είχαμε καταλάβει. Έπρεπε να την αγαπώ πιο πολύ. Έπρεπε να μη τη ξεσυνερίζομαι”. Συχνά η Αντιγόνη κοίταζε τα άστρα και έλεγε δυνατά κοιτώντας τα: “Κατερίνα, συγγνώμη. Θέλω να με συγχωρέσεις και ελπίζω εκεί πάνω να κάθεσαι δίπλα σε ποτάμι και να κολυμπάς στα γάργαρα νερά του ελεύθερη και χαρούμενη”.

Φωτεινή Νικολοπούλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading