Δεν έχεις ανάγκη εσύ, είσαι δυνατή

Η μέρα του γάμου, είχε φτάσει. Η Λυδία απαστράπτουσα κατέβηκε από το αμάξι, μοίραζε το πανέμορφο χαμόγελο της στους καλεσμένους που την χειροκροτούσαν και φώναζαν “κούκλα, κούκλα” και ανέβηκε τα σκαλιά για να βρεθεί δίπλα στον άντρα της ζωής της, που την κοιτούσε με λατρεία και θαυμασμό. Το φιλί, οι ματιές, τα χαμόγελά τους μαρτυρούσαν την απόλυτη ευτυχία της στιγμής. “Κορίτσι μου, είσαι εκθαμβωτική!” της είπε και μπήκαν στην εκκλησία για το μυστήριο της ένωσης τους εις σάρκαν μία.

Στάθηκαν ώρα πολύ μετά το τέλος της στέψης, να χαιρετήσουν όλο τον κόσμο που τους τίμησε, έπειτα πήγαν δίπλα στη θάλασσα για την γαμήλια φωτογράφηση, με κέφι και ενθουσιασμό και κατέληξαν στο κέντρο που τους περίμεναν όλοι. Χόρεψαν το τραγούδι που λάτρευαν αφού τους χαρακτήριζε και τους δύο και ο έρωτας τους γέμισε την αίθουσα. “Μετά από σένα πού, πες μου να πάω πού, μετά από σένα τι, τι ν’ αγαπήσω τι, μετά από σένα ποιον, ποιον να πιστέψω ποιον, μετά από σένα πώς να ζήσω άλλο, πώς; Ποιος να συγκριθεί μαζί σου, όταν φύγεις μακριά μου, ποιος τη θέση σου θα πάρει στο κορμί και στην καρδιά μου…”. Εννοούσαν κάθε λέξη και την αφιέρωναν ο ένας στον άλλον.

Μήνας του μέλιτος στην ρομαντική Βενετία, σε απόλυτη αρμονία η αγάπη τους με το μαγευτικό τοπίο. Η επιστροφή στο νησί τους, την Λήμνο, τους βρήκε πιο ερωτευμένους από ποτέ. Και οι δύο, έλειπαν ώρες στις δουλειές τους. Η Λυδία ήταν γραμματέας σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών και δούλευε από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ και ο Αλέξανδρος έχοντας το δικό του ψαράδικο, έλειπε από πολύ νωρίς το πρωί, μέχρι το μεσημέρι. Κάθε πρωί, χαλάλιζε τον ύπνο της η Λυδία, για να πιούν παρέα τον καφέ τους, για να είναι μαζί, αφού η υπόλοιπη μέρα τους χώριζε. Ετοίμαζε ένα γεμάτο πρωινό και το βλέμμα της χόρταινε που τον έβλεπε να τρώει και να της χαμογελάει. Όταν κάποιες φορές δεν του έλεγε την κλασική της ατάκα, ο Αλέξανδρος, δίνοντάς της ένα παθιασμένο φιλί, της το θύμιζε με το ύφος της λαχτάρας. “Εσύ τρως κι εγώ χορταίνω” του έλεγε εκείνη και το εννοούσε από τα βάθη της ψυχής της κι εκείνος γέμιζε από την αγάπη της. Το βράδυ, όταν κατά τις δέκα παρά άνοιγε την πόρτα η Λυδία, την έπαιρναν οι μυρωδιές. Ο Αλέξανδρος λάτρης της κουζίνας, πειραματιζόταν με καινούργιες ζύμες, πικάντικες σάλτσες, ζυμαρικά και ετοίμαζε το βραδινό τους για να ξεκουράσει την γυναίκα του και για να περνούν χρόνο μαζί, με ένα ποτήρι κρασί και τα νέα της ημέρας τους.
Λάτρευε να την βλέπει να κουνάει το κεφάλι και το χέρι της δηλώνοντας την ευχαρίστησή της και να του λέει κάθε φορά “μμμμμμμμ ρε μωρό μου, τι έφτιαξες πάλι!”. Απολάμβαναν ο ένας την παρουσία του άλλου, αντάλλασσαν ματιές, αγκαλιές, λόγια αγάπης. Αργότερα την έπαιρνε από το χέρι και την οδηγούσε στο κρεβάτι, όπου τα κορμιά τους ενώνονταν με πάθος και πόθο και το πρωϊνό ξύπνημα τους έβρισκε αγκαλιά.

Στην ευτυχία τους κούμπωσε απόλυτα η είδηση της πρώτης εγκυμοσύνης. Ο Αλέξανδρος τρελός από χαρά, την πρόσεχε στο δεκαπλάσιο, την μάλωνε να μη κουράζεται, πήρε από πάνω της πολλές ευθύνες του σπιτιού για να την απαλλάξει από το φορτίο. Χάιδευε την κοιλιά της, όταν κλωτσούσε το μωρό είχε πάντα την ίδια σαστισμένη έκφραση, ρωτούσε συνέχεια αν της μύρισε κάτι να τρέξει να το φέρει, την κοιτούσε κι ένιωθε ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου.

Όταν ήρθε στη ζωή τους ο γιος τους, η ζωή απόκτησε άλλο νόημα. Ένα μικροσκοπικό πλασματάκι εξαρτιόταν από κείνους. Στη θέα του θηλασμού, έβλεπε όλο το μεγαλείο της ζωής. Ξενυχτούσε με τα κλάματα και τα συχνά ταΐσματα του μωρού κι ενώ έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς για το ψαράδικο, δεν τον πείραζε. Θαρρείς και η κούραση δεν τον άγγιζε. Την εξαφάνιζε η πληρότητα της ευτυχίας. Η Λυδία ένιωθε ευλογημένη. Κρατούσε στα χέρια της τον γιο της και δίπλα της είχε τον άντρα που λάτρευε. Τι άλλο να ζητούσε; Η ζωή όμως πάντα έχει κι άλλα…

Ένα χρόνο μετά, η δεύτερη εγκυμοσύνη έφερε νέο κύμα χαράς και συγκίνησης. Η γέννηση της κόρης τους, συμπλήρωσε το παζλ της αγάπης τους. Δεν ήταν εύκολο. Συγκεκριμένα ήταν εξαντλητικό, με ένα σχεδόν δίχρονο αγοράκι, ένα βρέφος και τον Αλέξανδρο να λείπει την μισή μέρα. Όταν όμως η ψυχή είναι γεμάτη, όταν η καρδιά χτυπά σε ρυθμούς ευτυχίας, το σώμα αντέχει. Συμπλήρωναν αρμονικά ο ένας τον άλλο, μοίραζαν τις ευθύνες, το μεγάλωμα των παιδιών, το ξενύχτι, με γνώμονα το νοιάξιμο του ενός για τον άλλον και με κοινό στόχο το μεγάλωμα των παιδιών και την ένωσή τους σα ζευγάρι. Πάντα έβρισκαν χρόνο για τους δυο τους. Κρατούσαν άσβεστο τον πόθο, τον έρωτά τους. Δεν άφηναν την καθημερινότητα να τους καταπιεί. Η Λυδία τον είχε βάλει να της ορκιστεί ότι θα παρέμεναν ερωτευμένοι, ότι δεν θα άφηναν την ρουτίνα να τους αποξενώσει. Ορκίστηκε εκείνος κι έκανε τα πάντα για να το εξασφαλίσει, να το παρέχει σε κείνη που την αγαπούσε όσο τίποτα. Κάθε τους μέρα ήταν ακόμα μια ευκαιρία να περνούν όμορφα όλοι μαζί, όπου κι αν βρίσκονταν. Δεν κάνει το μέρος ομορφότερη την στιγμή, μα οι άνθρωποι.

Ο Μιχάλης τους τελείωνε το γυμνάσιο και η Μάγδα το είχε αρχίσει, όταν η μέρα γενεθλίων του Αλέξανδρου, θύμισε σε όλους ότι όλα μπορούν να ανατραπούν σε ένα μόνο λεπτό. Έσβησε τα σαράντα εννέα κεράκια του, γελώντας δυνατά με τα σχόλια των φίλων ότι θα χρειαστεί πιστολάκι για τα μαλλιά, για να τα καταφέρει με την τούρτα – μανουάλι, τους φίλησε όλους έναν έναν, γέμισε ευχές και αγκαλιές, ήταν τόσο χαρούμενος, μέχρι που ένιωσε έναν πόνο στο στήθος που τον δίπλωσε στη μέση, ίδρωνε κι ένιωθε ότι δεν έχει οξυγόνο. Η ατμόσφαιρα της χαράς μετατράπηκε σε πανικό και αγωνία. Άμεσα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Έμφραγμα είπαν οι γιατροί. Η Λυδία έχασε την γη κάτω από τα πόδια της. Μα πριν λίγη ώρα γελούσαν, γλεντούσαν, είχαν τα πάντα! Και τώρα;

Η νοσηλεία κράτησε αρκετές μέρες και όταν γύρισε σπίτι ήταν όλοι ευγνώμονες, μα και πολύ φοβισμένοι. Δεν του επέτρεπαν να κάνει τίποτα. Τα παιδιά και η γυναίκα του, ήταν εκεί να καλύπτουν τις ανάγκες του. Το ψαράδικο το δούλευε μόνος του ο υπάλληλος που είχε χρόνια ο Αλέξανδρος και που πια ήταν άνθρωπος της οικογένειας. Ανάρρωνε, αλλά ο φόβος είχε φωλιάσει μέσα του, μήπως δεν προλάβει να δει τα παιδιά του να μεγαλώνουν. Είχε περάσει ένας μήνας, η υγεία του είχε σταθεροποιηθεί. Ο ίδιος όμως άρχισε να αλλάζει, να μη θέλει να βγαίνει από το σπίτι, να μην εχει επαφές με κόσμο λόγω μικροβίων. Στην δουλειά θα επέστρεφε αργότερα, δεν ένιωθε έτοιμος. Λίγες μέρες μετά, ένα δεύτερο έμφραγμα και ένα χειρουργείο bypass ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ο Αλέξανδρος έχασε κάθε όρεξη για την ζωή. Πολλές φορές ανέφερε στην Λυδία ότι ήταν θέμα χρόνου να πεθάνει. Εκείνη όμως δε θα παρέδιδε τα όπλα.

Οι πρώτοι μήνες ήταν ιδιαίτερα δύσκολοι, κυρίως ψυχολογικά. Η Λυδία φρόντιζε την διατροφή του, την φαρμακευτική του αγωγή, μα κυρίως του θύμιζε καθημερινά το δώρο της ζωής και πως δεν έπρεπε να τα παρατήσει. Το έβλεπε όμως στο βλέμμα του, ότι απομακρυνόταν, ότι χανόταν, ότι δεν τον γέμιζε τίποτα. Τον δικαιολογούσε αφού ήξερε ότι δεν πέρασε λίγα και στεκόταν δίπλα του με πείσμα, υπομονή και επιμονή, για να τον επαναφέρει στη ζωή που είχαν πριν τους βρουν τα εμφράγματα και η επέμβαση.

Δύο χρόνια μετά, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Δεν σηκωνόταν από τον καναπέ, δεν ξεκολλούσε από το σπίτι. Όλα έπεσαν στη Λυδία. Το πρωί πήγαινε να βοηθήσει τον υπάλληλό τους, που έτρεχε μόνος του τόσο καιρό, το μεσημέρι στο φροντιστήριο, το βράδυ γυρνούσε και συμμάζευε το σπίτι, μαγείρευε, κρατούσε την επαφή με τα παιδιά, που ήταν στην εφηβεία κι έπρεπε να υπομένει τις κυκλοθυμίες τους, χωρίς να κατακρίνει, μόνο να στηρίζει. Όλα τα άντεχε εκτός από το βλέμμα του άντρα της. Εκείνο το άδειο, που δεν έδειχνε κανένα συναίσθημα. Τον πλησίαζε με αγάπη, τον χάιδευε, τον φιλούσε μα εκείνος την έσπρωχνε. “Άσε με ρε Λυδία, δεν έχω όρεξη!”. Την σκότωνε η συμπεριφορά του, μα δεν του το έδειχνε. Ήλπιζε ότι με τον καιρό, θα άλλαζε η κατάσταση. Ο χρόνος όμως δεν έσβηνε όσα κρατούσε μέσα στην ψυχή και το μυαλό του. Δεν συμμετείχε πουθενά κι ας είχε έρθει η υγεία του σε ισορροπία πολύ καιρό πριν, αφού ελεγχόταν κάθε τόσο και ήταν όλα καθαρά. Το σώμα του είχε επανέλθει πλήρως. Εκείνη που έμενε παγωμένη και μαραζωμένη ήταν η ψυχή του. Η Λυδία προσπαθούσε να καταλάβει το γιατί. Του είχε δώσει πολύ χρόνο, μάταια. Όλη μέρα ξαπλωμένος στον καναπέ, έβλεπε τηλεόραση και μασουλούσε. Όλες οι προτάσεις της έπεφταν στο κενό. Ούτε για για μια βόλτα είχε όρεξη, ούτε για κολύμπι στη θάλασσα, ούτε για ένα ταβερνάκι, ούτε σε σπίτι φίλων. Δεν ανταποκρινόταν στα χάδια της, γυρνούσε το κεφάλι όταν πήγαινε να τον φιλήσει. Ένιωθε τόσο ψυχικά εξαντλημένη η Λυδία, μόνη να παλεύει με τα φαντάσματα της προ ετών ζωής τους.

Ένα βράδυ, γυρνώντας από τη δουλειά, τον βρήκε στη γνωστή θέση. Δεν έτρεξε να τον φιλήσει όπως πάντα. Στάθηκε μπροστά του, κρύβοντας με το σώμα της την τηλεόραση, διεκδίκησε το βλέμμα του πάνω στο δικό της και τότε έβγαλε από μέσα της την φράση που την έκαιγε πόσο καιρό και δεν τολμούσε να ξεστομίσει, μη και τον στεναχωρήσει.
– Βούλιαξε πια ο καναπές, φτάνει! Σήκω! Φεύγω, γυρίζω, σε αυτή τη θέση σε βλέπω!
Ο Αλέξανδρος προς στιγμήν τα ‘χασε, δεν του μιλούσε έτσι η γυναίκα του.
– Και τι θέλεις να κάνω;
– Τι θέλω εγώ; Αλέξανδρε, πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Εντάξει, περάσαμε πολλά, ήταν επικίνδυνα, δύσκολα, αλλά πάει, τελείωσε. Έτσι θα συνεχίσουμε να ζούμε;
– Περάσαμε; Μαζί τα περάσαμε; Σταμάτησε και η δική σου καρδιά να χτυπάει δύο φορές; Άνοιξαν και την δική σου καρδιά; Κινδύνεψες κι εσύ να πεθάνεις δύο φορές;
Η Λυδία ένιωθε τα λόγια του μαχαιριές. Δεν ήταν αυτός ο άντρας που λάτρεψε, που μοιράστηκε τη ζωή της. Πιο πολύ και από τα λόγια την πλήγωνε το ύφος του, στον τρόπο που έφτυνε τα λόγια του, θαρρείς διέκρινε κακία. Κι εκείνο το βλέμμα, το σαρκοφάγο, την διέλυε.

– Όχι! Μόνο η δική σου καρδιά σταμάτησε εκείνες τις δύο φορές, μόνος ήσουν στο χειρουργείο. Την δική μου την καρδιά απλά την είχα στείλει πάνω από την δική σου, να την προσέχει όλες εκείνες τις στιγμές…, του είπε με χαμηλωμένο κεφάλι και τα δάκρυα να τρέχουν χωρίς να μπορεί να τα σταματήσει.
– Δεν μπορείς να καταλάβεις κάτι αν δεν το έχεις περάσει. Φύγε τώρα από τη μέση, να δω την ταινία.
Ούτε τα λόγια της, ούτε τα δάκρυά της τον συγκίνησαν. Δεν τον αναγνώριζε πια. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας; Πού χάθηκε ο Αλέξανδρός της;

– Μου είχες υποσχεθεί πως δεν θα καταλήξουμε σαν όλους τους άλλους, πως δεν θα αφήσουμε τίποτα να διαλύσει τον έρωτά μας!
– Η ζωή δεν είναι ρομαντικό μυθιστόρημα, Λυδία.
– Αυτό έχεις να πεις; Τρία χρόνια κοντεύουμε έτσι. Χρειαζόσουν χρόνο, να αποδεχτείς τη νέα κατάσταση, να ενταχθείς σε αυτήν, το κατανοώ. Μα εσύ, πέρασες στο άλλο άκρο. Τι θα γίνει δηλαδή; Όλη σου τη ζωή από δω και πέρα θα είσαι ξαπλωμένος στον καναπέ; Κι εμείς; Τα παιδιά μας; Εγώ; Χωράμε στη νέα σου πραγματικότητα;
– Ενοχλώ κανέναν;
– Ακούς τι λες; Είσαι πενήντα δύο χρονών Αλέξανδρε και ζεις σαν ενενηντάρης. Έχεις να δεις τον ήλιο τρία χρόνια. Παράτησες το ψαράδικο, αγνοείς τα παιδιά, δεν είμαστε ζευγάρι πια. Τόσα χρόνια ικετεύω να μου ρίξεις ψίχουλα προσοχής και αγάπης. Δεν αντέχω άλλο!
– Όποιος δεν αντέχει, η πόρτα είναι ανοιχτή.
Σάστισε η Λυδία. Οι μαχαιριές η μία μετά την άλλη.

– Μάλιστα. Πολύ ωραία. Φτάσαμε εδώ λοιπόν.
– Εσύ το προκάλεσες.
– Τι είπες; Εγώ; Τρία χρόνια τώρα κάνω τα πικρά γλυκά, ανέχομαι την συμπεριφορά σου, είμαι και γυναίκα και άντρας του σπιτιού, μάνα και πατέρας για τα παιδιά, στηρίζω το μαγαζί σου, τρέχω για όλα, δεν κουνάς ούτε το δαχτυλάκι σου εδώ μέσα, έχεις μονίμως δικαιολογία την υγεία σου, έχω ξεχάσει να είμαι γυναίκα και τολμάς να λες πως το προκάλεσα εγώ; Βολεύτηκες Αλέξανδρε, αυτό βλέπω εγώ. Αφού υπάρχει το κορόιδο που τα κάνει όλα χωρίς να παραπονιέται, γιατί να βγεις από την βολή σου; Κουράστηκα όμως! Κουράστηκα να είμαι παντού, να τα προλαβαίνω όλα και να είμαι αόρατη. Εδώ είμαι, κοίταξε με! Δες με!
Δεν είπε τίποτα άλλο. Πήγε να ετοιμάσει το βραδινό για τα παιδιά.

Συνέχισαν στο ίδιο μοτίβο. Δύο κάποτε ερωτευμένοι, που μοιράστηκαν πάθος, όνειρα, την ζωή τους και κατέληξαν συγκάτοικοι, που απλά ανέχονταν ο ένας την παρουσία του άλλου.

Δεν είχε τη δύναμη η Λυδία να τον εγκαταλείψει κι ας μην ένιωθε το παραμικρό πια για εκείνον. Τον έβλεπε και δεν διέκρινε τίποτα από τον άντρα που παντρεύτηκε. Θλιβερό, να μην βλέπεις πια τον άνθρωπο που αγάπησες, να είναι απέναντί σου ένας ξένος. Η απογοήτευση, η μιζέρια, η μοναξιά, την έθαψαν, την εξαφάνισαν την αγάπη που φώλιαζε κάποτε μέσα της. Έμεινε η συνήθεια, εκείνη που παγώνει το συναίσθημα και τρέφει την ανασφάλεια. Ήταν και η μητρότητα, που την έβαλε πάνω από τον εαυτό της κι έτσι, χάθηκε μέσα στις υποχρεώσεις της ζωής, προσκυνώντας τα πρέπει, γκρεμίζοντας τα θέλω της.

Μέσα σε εκείνο το σπίτι, που σε κάθε γωνιά του κρυβόντουσαν θύμησες από γέλια, έρωτα, χάδια, αγκαλιές, συντροφικότητα, κατανόηση, νοιάξιμο, τώρα μύριζε μούχλα, μιζέρια, συμβιβασμό και μοναξιά. Και πού να πήγαινε; Σκεφτόταν τι θα πει ο κόσμος. Σίγουρα θα τα έριχναν επάνω της, που τον εγκατέλειψε μετά από όσα πέρασε, που δεν νοιάστηκε, που… που… που… Σκεφτόταν και τα παιδιά. Θα πλήρωναν εκείνα τις δικές τους αδυναμίες. Όχι, καθόλου δεν ένιωθε ότι είχε κάνει η ίδια της κάποιο λάθος, μα τα παιδιά, τον αγαπούσαν τον πατέρα τους, τον πονούσαν για την περιπέτεια με την υγεία του και τον δικαιολογούσαν. Εκείνος ήταν πάντα ο αδύναμος, που χρειαζόταν βοήθεια. Εκείνη ήταν πάντα στα μάτια τους η δυνατή, ο βράχος που τα άντεχε όλα, που τα αντιμετώπιζε όλα, που τα έλυνε όλα.

Ποιος αλήθεια τρία χρόνια τώρα φόρεσε τα παπούτσια της; Ποιος είδε την υπερπροσπάθειά της να φροντίζει τα πάντα, να είναι παρούσα στα πάντα, βάζοντας τον εαυτό της στην τελευταία θέση; Όχι μόνο για τα παιδιά, για όλους ήταν ο ακλόνητος βράχος, η δυνατή, που δεν είχε ανάγκη, τα κατάφερνε όλα. Και βρέθηκε στο σημείο να της πει ο άνθρωπος που επένδυσε τα πάντα της επάνω του, ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μακάρι να είχε την δύναμη να βγει από αυτή τη πόρτα και να μη ρίξει ούτε ματιά πίσω της. Είχε τόση ανάγκη να αισθανθεί γυναίκα, ποθητή, υπολογίσιμη. Μέσα της ηφαίστειο, ήθελε να αγαπήσει, να αγαπηθεί, να κάνει έρωτα, να νιώσει το αντρικό χάδι στο κορμί της, να ακούσει ένα κομπλιμέντο. Ήθελε να ζήσει.

Ήθελε να απαλλαγεί από τους ρόλους που επωμίστηκε, να έχει ένα αντρικό χέρι βοηθείας στο σπίτι, δεν άντεχε άλλο να τον βλέπει αραχτό. Μα όσο τον έβλεπε άπραγο, ανέκφραστο, χωρίς θέληση για ζωή, χωρίς προσπάθεια να επιστρέψει στη δουλειά του, στις υποχρεώσεις, στην οικογένεια, υποταγμένο στο τίποτα, να βουλιάζει στον καναπέ, ήθελε να ουρλιάξει, να του ρίξει μια μπουνιά μπας και συνέλθει, αφού τα λόγια δεν έπιαναν και να φύγει. Να ανοίξει την πόρτα και να φύγει μακριά του, μακριά από την παραίτησή του, από την στάση που κρατούσε απέναντι σε όλους, απέναντι στη ζωή.

Δεν το έκανε ποτέ. Ο κόσμος τους θαύμαζε, που κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες κι εκείνη μέσα της μάτωνε. Πίσω από το φωτεινό της χαμόγελο έκρυβε τον πόνο της και δεν άφησε ποτέ κανέναν να καταλάβει τι επικρατούσε πίσω από την κλειστή τους πόρτα.

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Δεν έχεις ανάγκη εσύ, είσαι δυνατή”

  1. ΠΟΤΕ δεν παριστάνω τη super woman, αν πάθω κάτι ποιος θα με πιστέψει και θα με βοηθήσει; Και γιατί να πάθω δηλαδή; Μια ζωή την έχουμε…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading