Μάργκαρετ

Πέρασα πολλά, και πολλά μέσα μου σακατεύτηκαν. Συναισθήματα, στοιχεία του χαρακτήρα μου, παιδικές μνήμες. Πέρασα πολλά, και όταν βρέθηκα έξω από το παλιό μου σπίτι, το είδα με άλλα μάτια. Δεν έμοιαζε τεράστιο, δεν έμοιαζε με κάστρο βγαλμένο από παραμύθι. Δεν ήμουν πια η πριγκίπισσα που νόμιζε πως, αν άπλωνε από τα κάγκελα τα μακριά της μαλλιά, θα ερχόταν ο πρίγκιπας να την απελευθερώσει. Ήμουν πια μια μεγάλη, συνηθισμένη γυναίκα, σαν τις χιλιάδες που βλέπεις εκεί έξω.

Μα, κάπου εκεί μέσα, τριγυρνούσε η φανταστική μου φίλη. Εκείνη που έπαιρνα από το χέρι, κάπου στις αρχές της παιδικής μου ηλικίας, όταν αισθανόμουν μόνη, όταν τα παιδιά στο σχολείο με αντιμετώπιζαν σαν κάτι διαφορετικό και δεν ήθελαν να παίξουν μαζί μου. Έπρεπε να μεγαλώσω για να καταλάβω πως, δεν είχα κανένα ψεγάδι που με τοποθετούσε σε μειονεκτική θέση. Απλώς, δεν είχα αυτοπεποίθηση. Ντρεπόμουν πολύ και δεν είχα μάθει να παίζω με τα άλλα παιδιά. Μονάχα αυτό… Μα, ο χλευασμός τους με στοίχειωνε για πολλά χρόνια, μέχρι να το συνειδητοποιήσω. Ακόμα κι όταν έμαθα να παίζω, ακόμα κι όταν απέκτησα φίλες, κάπου μέσα μου κρυβόταν εκείνο το κορίτσι. Και τα βράδια καλούσα τη φανταστική μου φίλη στο δωμάτιο, για να της πω πώς νιώθω. Ναι, τη φανταστική μου φίλη, τη Μάργκαρετ.

Για μένα είχαμε μεγαλώσει μαζί. Ήταν η αδελφή που δεν είχα, και ήξερε όλα μου τα μικρά και τα μεγάλα μυστικά. Ήταν η μόνη που δεν θα με μείωνε, που δεν θα έκανε μορφασμούς αν δεν καταλάβαινα κάτι από τον δικό της κόσμο, η μόνη που θα με άκουγε δίχως να με διακόψει με χαχανητά. Βέβαια, δεν είχε φωνή… Μα, τι λέω; Βαθιά μέσα μου ήξερα πως δεν υπήρχε. Γι’ αυτό και δεν μιλούσα ποτέ γι’ αυτήν, ούτε της απευθυνόμουν μπροστά σε γονείς, φίλους ή συγγενείς. Βαθιά μέσα μου ήξερα πως δεν υπήρχε – και ίσως γι’ αυτό ένιωθα πως δεν έχω κανέναν, ακόμα κι όταν περιτριγυριζόμουν από δεκάδες άτομα. Αλλά, πίστευα τόσο πολύ στα θαύματα, μέχρι και την εφηβεία! Ένιωθα πως, αν κάτι το θέλεις πολύ, κάποια στιγμή συμβαίνει. Γι’ αυτό και πολλές φορές κοιτούσα γύρω μου στο δωμάτιο, μήπως η Μάργκαρετ εμφανιστεί και αποκτήσει μορφή. Κοιτούσα τις κούκλες μου, μήπως κάποια βγάλει φωνή και μου πει πως αυτή ήταν η φίλη, στην οποία απευθυνόμουν τόσο καιρό.

Ξέρεις, και μεγαλώνοντας, ακόμα κι όταν έπαψα να μιλάω στη φανταστική μου φίλη, κάπου εκεί στην πρώιμη ενηλικίωση, αναζητούσα σε ανθρώπους στοιχεία δικά της. Από εκείνα που είχα πλάσει στο μυαλό μου. Αν έβλεπα κάτι καλό στο βλέμμα τους, τους εμπιστευόμουν με τον ίδιο τρόπο που εμπιστευόμουν τη Μάργκαρετ. Τους μιλούσα για τη ζωή μου, για τα βιώματά μου, για τα συναισθήματά μου. Μα στο τέλος, αναμασούσαν αυτά τα δεδομένα για να κρίνουν τα λόγια, τις κινήσεις, τη συμπεριφορά μου. Ενίοτε τα διαστρέβλωναν και τα μοιράζονταν με άλλους, με κακία, σαν κουτσομπολιά. Με πλήγωναν. Αλλά άργησα πολύ να μάθω να μην είμαι τόσο καλοπροαίρετη με τους ανθρώπους. Με πλήγωναν, και πολλές φορές κατέληγα να γίνομαι ξανά εκείνο το ανυπεράσπιστο μικρό παιδί, που έξυνε τους τοίχους του δωματίου του με την ελπίδα να βγει λίγη αστρόσκονη. Πονούσα, και συχνά ήλπιζα πως κάποιος πρίγκιπας θα πιαστεί από τα μακριά μου μαλλιά και θα ανέβει στο μπαλκόνι του διαμερίσματος για να με κάνει ευτυχισμένη.

Γιατί ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω στα παραμύθια, ακόμα και σε έναν κόσμο γεμάτο εφιάλτες. Και κάπου εδώ, μετά από καιρό, η ζωή άρχισε να μου πετά λίγη από εκείνη την αστρόσκονη. Μες από βλέμματα, από χαμόγελα ανθρώπων που συνάντησα στα χειρότερά μου. Και κάπου εδώ, μετά από καιρό, κατάλαβα πως δεν χάνει αυτός που πιστεύει στα παραμύθια, αρκεί να αντέξει όσο η σκληρή πραγματικότητα τον κυριεύει.

Μια φανταστική ιστορία, αφιερωμένη σε εκείνους που στα δύσκολα, έπλασαν το δικό τους παραμύθι για να πιαστούν…

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading