Άλλη μία μέρα ξημέρωσε στο χωριό, με τον ήλιο να σηκώνεται απαλά πάνω από τα καταπράσινα βουνά και να φτάνει στην κορύφωσή του, ρίχνοντας τις λαμπερές του ακτίνες μέσα από τα κενά στα σύννεφα, στον καταγάλανο ουρανό. Αν και η άνοιξη ήταν στην μέση της, δεν έλεγε να πέσει η αυλαία του χειμώνα, με την υγρασία να πιρουνιάζει για τα καλά τα κόκκαλα.
Η Άρτεμις, τράβηξε τις λευκές κουρτίνες με το κοφτό κέντημα και την δαντέλα από το παράθυρο με το μπλε ξύλινο περίγραμμα για να μπει φως στο δωμάτιό της, που έβλεπε την θάλασσα, να το ζεστάνει και μαζί με αυτό και την καρδιά της. Ένα άπλωμα του χεριού να έκανε και νόμιζε ότι θα την έπιανε στα χέρια της. Αχ, θάλασσά μου, σε νιώθω τόσο κοντά, αλλά δεν μπορώ να σε χαρώ, έλεγε συνέχεια από μέσα της τον τελευταίο καιρό.
Πριν δύο χρόνια, οι κάτοικοί του θα ξυπνούσαν από το χάραμα για να ξεκινήσουν την μέρα τους, ο φούρναρης από τις πέντε να ζυμώσει, να πλάσει, να φουρνίσει, ο μπακάλης να τακτοποιήσει τις πραμάτειές του, ο τσαγκάρης να αρχίσει τις επιδιορθώσεις, ο δάσκαλος να πάει στο σχολείο. Οι άντρες χωμένοι στα χωράφια ή στα καΐκια τους, όσοι είχαν, ενώ οι γυναίκες άρχιζαν τις άπειρες δουλειές του σπιτιού από πολύ πρωί. Τι να πρωτοέκαναν οι άμοιρες, πλύσιμο στο χέρι, την λάτρα του σπιτιού ή δουλειά στα χωράφια; Οι πιο νεαρές κατέβαιναν από το πρώτο φως, μην τις πιάσει και τις ταλιάσει η αφόρητη ζέστη, στις αλυκές για να μαζέψουν το αλάτι, μετά ακολουθούσαν και οι υπόλοιπες, σκληρή εργασία, δύσκολη, τα πόδια μάτωναν, η μέση πόναγε, το κεφάλι συνέχεια κατεβασμένο, οι ώμοι γυρτοί. Όταν το αλάτι μαζεύονταν σε βουναλάκια, υπολόγιζαν το βάρος του και το έβαζαν στα τσουβάλια που είχαν ράψει μόνες τους. Μετά το κουβάλαγαν οι άντρες, αφού το ζύγιζαν με ακρίβεια, στο λιμάνι για να αρχίσουν τα παζάρια με τους εμπόρους καταλήγοντας στο αμπάρι ενός πλοίου για να ταξιδέψει σε άλλες χώρες και να βρεθεί στις κουζίνες των πιο μακρινών σπιτιών εκεί που το κρύο και η βροχή κυριαρχούν τον περισσότερο καιρό. Αφού δεν μπορούσαν να φύγουν από τον τόπο τους, τουλάχιστον ας πάει το αλάτι τους, έτσι έλεγαν οι ντόπιοι, που ήταν το καλύτερο του κόσμου. Η Άρτεμις έκανε όνειρα, πως μαζί με το λευκό θησαυρό, έτσι τον ονόμαζαν οι ξένοι πραματευτές, θα χωνόταν σε ένα από τα καράβια και θα έφευγε μακριά. Έμεινε στα όνειρα όμως, γιατί την πρόλαβε ο πόλεμος.
Στην αρχή ήρθαν οι Ιταλοί, μας συμπαθούν όμως αυτοί, είναι σαν και μας, έλεγαν οι ντόπιοι. Και αφού μας συμπαθούν, γιατί ήρθαν να μας κατακτήσουν; αναρωτιόταν η νεαρή κοπέλα. Μας επιβλήθηκαν με ευγενικό τρόπο λέει, πάει ο βιός μας, τα μποστάνια μας, το αλάτι μας. Και μετά ήρθαν οι πιο βάρβαροι, άλλη φυλή αυτή, άρια σου λένε, τι είναι πάλι αυτό; Και εμείς τι είμαστε; Από πού καταγόμαστε; Εγώ ένα ξέρω, ότι το χωριό μου έβγαλε πολεμιστές, ήρωες. Οι θάλασσές μας γέμισαν πολλές φορές με κορμιά που έδωσαν την ζωή τους για την ελευθερία της πατρίδας από την εποχή των Τούρκων και τώρα ήρθαν αυτοί με τις γυαλιστερές μπότες και τα κράνη να μας αμφισβητήσουν και να μας κατακτήσουν!
Αλίμονο, η φτώχια όλο και μεγάλωνε και θέριευε, τουλάχιστον δεν τους έλειπε το λάδι, έστω και λιγοστό ήταν αρκετό για να τους κρατήσει ζωντανούς, λίγο αλεύρι, λίγο νερό και αλάτι και να το ψωμί για να τους θρέψει. Κάπου κάπου έβρισκες και κανένα ψάρι, έτσι πέρναγε ο καιρός με την ελπίδα να μην σβήνει από τις καρδιές των ανθρώπων. Η Άρτεμις είχε ένα χάρισμα, θείο δώρο, έφτιαχνε αλοιφές για την γιατρειά του ανθρώπινου πόνου. Είχε στα χέρια της το βιβλίο με τις συνταγές κληρονομιά από την γιαγιά της και σαν ευαίσθητη ψυχή που ήταν, κατασκεύαζε τα φαρμακάκια της, έτσι τα ονόμαζε, και απάλυνε τον πόνο. Οι πατούσες των γυναικών από τα βράχια, το σκαμμένο έδαφος και το αλάτι, ήταν γεμάτες πληγές που δεν έλεγαν να κλείσουν, όμως με τα γιατροσόφια της μικρής, οι γυναίκες έβρισκαν ανακούφιση πολύ γρήγορα. Μετά αναβάθμισε τις κρέμες της, τι έβαζε κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, αλλά και λίγο τους ένοιαζε, και μία μέρα που χύθηκε καυτό λάδι στα χέρια της γειτόνισσας, η Άρτεμις της τα άλειψε απαλά και με μεγάλη φροντίδα τα περιποιήθηκε, μέχρι που οι πρώτες φουσκάλες χάθηκαν από το γυμνό μάτι. Η φήμη της εξαπλώθηκε και στα γύρω χωριά, ήταν μια σεβαστή φυσιογνωμία στην περιοχή κι ας μέτραγε μόνο δεκαοκτώ χρόνια. Ήταν όμορφη και γλυκιά, δουλευταρού, άξια, σαν την μάνα της, που την καμάρωνε πολύ περισσότερο γιατί την είχε μονάκριβη, δεν της έδωσε άλλα παιδιά ο Θεός, δέχτηκε την μοίρα της χωρίς να βαρυγκωμάει. Κάνει για δυο γιούς η κόρη μου, και στα χωράφια πάει και στις αλυκές, παντού! έλεγε εκείνη και συμφωνούσε και ο πατέρας της.
Μόλις κάθισε στο περβάζι για να ατενίσει την θάλασσα και να αφήσει τις σκέψεις της να την ταξιδέψουν μακριά, άκουσε φωνές από την ακτή, οι άντρες έτρεξαν έντρομοι. “Τρέξτε γρήγορα, φέρτε κουβέρτες και ό,τι άλλο βρείτε πρόχειρο!”. Κατέβηκε και αυτή όσο πιο γρήγορα μπορούσε, δεν ήταν μακριά η ακτή. Εκεί αντίκρυσε σώματα να επιπλέουν στο νερό, κορμιά ξεβρασμένα, λίγοι ήταν οι επιζώντες και αυτοί δεν βλεπόντουσαν από το χάλι τους. Ήταν Ιταλοί στρατιώτες, το πλοίο τους βυθίστηκε από νάρκη και όσοι μπόρεσαν έπεσαν στην θάλασσα. Οι προηγούμενες μέρες ήταν βροχερές και κρύες, ακόμη ο καιρός ήταν πολύ άστατος αν και ο Απρίλης είχε προχωρήσει αρκετά φτάνοντας στο τέλος του, τα νερά ήταν παγωμένα, πώς να επιζήσει άνθρωπος και να είναι τραυματισμένος; Οι κάτοικοι έκαναν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, να περιθάλψουν τους ναυαγούς, ήταν τόσο αδύναμοι και τόσο παγωμένοι, με κόπο μιλούσαν. Ήταν η εποχή που Ιταλοί και Γερμανοί θα γίνονταν σύντομα από σύμμαχοι εχθροί. Πώς λοιπόν να τους παρατήσουν στην μοίρα τους οι ντόπιοι, να τους αφήσουν να πεθάνουν μέσα στο κρύο; Κατακτητές ή όχι, ήταν άνθρωποι και αυτοί, ο κάθε χωρικός πήρε στο σπίτι του και έναν ναυαγό και η Άρτεμις μαζί με τον πατέρα της, τελευταίοι, πήραν έναν νεαρό γύρω στα εικοσιπέντε.
Όταν έφτασαν στο σπίτι, τον τοποθέτησαν στο κρεβάτι και η Άρτεμις, αφού καθάρισε όσο μπορούσε τις πληγές του, άρχισε τα μαγικά της. Η μία αλοιφή έδινε την σκυτάλη στην επόμενη, ο πόνος έσκαβε βαθιά στο πρόσωπό του, τα μάτια κλειστά, τα χείλια σφικτά. Μεγάλη ευλογία για τον Ιταλό ναύτη η σωτηρία του και η περίθαλψή του από τους ντόπιους. Μάνα είχε και αυτός, κάποια γυναίκα ίσως να τον περίμενε. Μήπως του άρεσε ο πόλεμος; Μήπως ήταν και αυτός ένας άνθρωπος που μισούσε τους άλλους λαούς; Καμία απορία δεν είχε αξία τώρα, μόνο να γίνει καλά ο νεαρός και να γυρίσει σπίτι του. Έτσι είχαν μεγαλώσει οι ντόπιοι, με αξίες, με αγάπη, πόλεμος ή ειρήνη, σημασία έχει να κάνεις το καλό όποτε μπορείς. Ευτυχώς η Άρτεμις, μεγαλωμένη με αξίες, έκανε το καλύτερο που μπορούσε, νωρίς το πρωί ξεκινούσε τις περιπλανήσεις στα χωράφια για να μαζέψει τα απαραίτητα χόρτα για τις κρέμες της, μετά κλειδωμένη στην κουζίνα καθάριζε, ανακάτευε, πρόσθετε το λάδι της και το αποτέλεσμα μέχρι το βράδυ ήταν έτοιμο. Μία αλοιφή για τα εγκαύματα, άλλη για τον πυρετό, έμπαινε στο δωμάτιο σιγά μην ξυπνήσει τον Φλάβιο, τράβαγε τα σεντόνια, τον έγδυνε και μετά τον καθάριζε με επιμέλεια. Ζεστές κομπρέσες στο μέτωπο, βρέξιμο στα χείλη, έπειτα έπαιρνε στα χέρια της την κατάλληλη αλοιφή και άρχιζε την περιποίηση του δέρματος. Από τα πόδια μέχρι το πρόσωπο, απαλά, χωρίς να βιάζεται. Ο νεαρός κάθε φορά ανοιγόκλεινε τα μάτια, ανήμπορος να πει μία κουβέντα, μόνο ένα ελαφρύ χαμόγελο ευχαρίστησης έσκαγε στο καμένο του πρόσωπο και τον φώτιζε όσο εκείνη τον περιποιόταν.
Τον πρώτο καιρό δεν μπορούσε να μιλήσει, μετά όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες, άρχισε να χαλαρώνει και οι πρώτες του κουβέντες ήταν ένα μεγάλο ‘Ευχαριστώ’ στην γλώσσα του. Grazie, mile Grazie signorina.
Η Άρτεμις ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση για την προσφορά της και ακούραστη προσέφερε τα γιατρικά της και σε άλλους Ιταλούς, καμένους και αυτούς. Κρυφά, μέσα στην νύχτα ή λίγο πριν ξημερώσει, να μην δίνει στόχο, έτσι πέρασε ο καιρός και λίγο πριν τα μέσα Ιουλίου, ο Φλάβιο μπόρεσε να της μιλήσει, να την ευχαριστήσει με περισσότερα λόγια από την καρδιά βγαλμένα.
– Πως ήταν η ζωή σου εδώ; Πώς περνούσαν οι μέρες σου πριν το πόλεμο; Αχ, μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, εμείς ποτέ δεν τον θελήσαμε, εμείς οι Ιταλοί είμαστε ποιητές, μουσικοί και αγαπάμε την ζωή μικρή μου Dianne. Έχω κι εγώ μία αδελφή στην ηλικία σου, μόλις τελείωσε το σχολείο. Εσύ πήγες σχολείο;
Η Άρτεμις του διηγήθηκε την ζωή της στα χωράφια και στις αλυκές, πόσο δύσκολη ήταν η καθημερινότητά της.
– Όχι, σχολείο μόνο το δημοτικό έκανα, μετά δουλειά αδιάκοπα. Έχω όμως όνειρα, να φύγω από εδώ, βλέπω την θάλασσα και ονειρεύομαι ότι μία μέρα θα βρεθώ από την άλλη μεριά, το τι θα κάνω δεν ξέρω, πάντως νιώθω ότι δεν ανήκω εδώ.
Ο Φλάβιο της έπιασε το χέρι, την κοίταξε στα μάτια:
– Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις, είσαι δυνατή και έξυπνη.
Ο καιρός πέρασε, οι πληγές έκλεισαν και οι Ιταλοί φυγαδεύτηκαν ένα βράδυ πριν την αυγουστιάτικη πανσέληνο. Οι κάτοικοι του χωριού ένιωσαν μεγάλη ικανοποίηση που έκαναν το καθήκον τους κι ας ήταν εχθροί τους, έτσι δεν λέει το ευαγγέλιο; Αγαπάτε αλλήλους; Έτσι και έκαναν. Αυτό το αγαπάτε ήταν μονόπλευρο όμως, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε, η Γερμανία δεν υπολόγισε συμμάχους, Ιταλοί, Έλληνες είχαν την ίδια μοίρα.
Ο πόλεμος κράτησε ακόμη έναν χρόνο, η Άρτεμις όταν μπορούσε, καθόταν στα βράχια, εκεί στις αλυκές και κοίταζε μακριά, με την φαντασία της ταξίδευε και βρισκόταν σε μία άλλη κουζίνα, να φτιάχνει τις κρέμες της και να τις πουλάει στα φαρμακεία. Εκεί πέρα θα ήταν κάποια, μία σπουδαία γυναίκα, που θα την εκτιμούσαν και θα την σέβονταν. Δεν είχε όνειρα να παντρευτεί κάποιον έτσι για να κάνει οικογένεια, ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα, που δεν μπορούσε κανείς να το καλουπιάσει. Ήθελε να ερωτευτεί έναν άντρα που θα την έπιανε από το χέρι να ταξιδέψουν μαζί στο τραίνο της ζωής, χέρι χέρι. Και οι συγχωριανοί της, καλοί άνθρωποι ήταν, αλλά κανείς δεν της είχε αγγίξει την ψυχή.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, όλος ο κόσμος βγήκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας την ελευθερία τους, για λίγο καιρό όμως, μετά ήρθε πάλι ο εμφύλιος και οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις.
Η Άρτεμις έφτιαχνε κρέμες και γιατρικά και τα έδινε εκεί που υπήρχε ανάγκη. Ούτε τώρα έκανε διακρίσεις με κίνδυνο την ζωή της. Όταν περπατούσε στον δρόμο, το βλέμμα κάτω, το κεφάλι δεν έλεγε να σηκωθεί, τα μάτια να μην κοιτάξουν άλλα και γίνουν η αφορμή για κανένα κακό. Μόνο βουβή, βιαστική έμπαινε στα σπίτια τα βράδια και έπραττε όπως της μιλούσε η συνείδησή της. Έτσι πέρασε ο καιρός και επιτέλους ο αέρας της ελευθερίας φύσηξε πάνω από το χωριό. Οι κάτοικοι πάμφτωχοι επέστρεψαν στην καθημερινότητά τους με τα λιγοστά μέσα που τους είχαν απομείνει. Πείνα, αρρώστιες, απελπισία, φτώχια, ξυπολισιά, γύμνια όπου και να γύρναγε το μάτι έβλεπες παντού, όμως η Άρτεμις δεν σταμάτησε τα όνειρα.
Ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, άκουσε φωνές έξω από το παράθυρό της: “τρέξτε όλοι στο λιμάνι, ήρθαν οι Ιταλοί!”.
Έτρεξε και αυτή με την απορία, όταν στάθηκε στην άκρη του λιμανιού, αντίκρυσε καμιά δεκαριά άντρες, όμορφους, περιποιημένους, καθαρούς, με τα χέρια γεμάτα δώρα. Τελευταίος βγήκε ο Φλάβιο, έμοιαζε με τον Απόλλωνα. Απίστευτο! Την έψαξε με τα μάτια του και όταν την είδε στην άκρη με τα μαλλιά της δεμένα σε κοτσίδα: “Mio Dio, ίδια η Diane!”, σαν μικρή θεά του φάνηκε στα γαλανά του μάτια. Αγκαλιές σφικτές, “ήρθαμε να σας ευχαριστήσουμε για την φροντίδα που μας δείξατε, πραγματικά είμαστε ευγνώμονες, δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ!”. Ιταλοί, Έλληνες ένα σώμα και ο Φλάβιο άνοιξε τα χέρια του και όταν την πλησίασε της είπε καρφώνοντάς την στα καστανά της μάτια:
-Ήρθα να σε πάρω στην πατρίδα μου, mio angelo!, της είπε με την φωνή γεμάτη αγάπη. Την πλησίασε και την αγκάλιασε σφικτά μην του φύγει και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα τόσο γλυκό, τόσο απαλό σαν φύλλο από τριαντάφυλλο που πέφτει από τον αέρα σιγά στο χώμα.
Εκείνη σαστισμένη δεν ήξερε τι να πει, ούτε που φανταζόταν ότι θα ερχόταν τέτοια μέρα, όμως το ένστικτό της για άλλη μια φορά αποδείχτηκε τόσο σοφό.
-Πάμε σπίτι, του είπε και του έδωσε το χέρι της. Δύο χέρια μία γροθιά από εκείνη την ημέρα μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Η Άρτεμις ακολούθησε τον Φλάβιο στην Ιταλία, στην Ρώμη, έζησε μια ήρεμη και όμορφη ζωή, έκανε δύο παιδιά, δύο κόρες, αφιερώνοντας την ζωή της στην παρασκευή αλοιφών. Η κουζίνα της ήταν μικρή για ένα τέτοιο έργο και ο Φλάβιο της έφτιαξε ένα εργαστήριο για να την ευχαριστήσει για άλλη μια φορά για την φροντίδα της όταν το κύμα τον ξέβρασε ναυαγό στο χωριό της. Το μυστικό για την επιτυχία των αλοιφών της, εκτός από το καλής ποιότητας λάδι, ήταν η ανιδιοτελής αγάπη που ένιωθε μέσα της, ένα κάλεσμα ανεξήγητο που την ωθούσε στην γιατρειά των πληγών του σώματος και πολλές φορές και της ψυχής!
ΥΓ. Η ιστορία αφιερωμένη και πάλι στους κατοίκους της Μεθώνης, που τον καιρό του πολέμου φυγάδεψαν τους Ιταλούς ναυαγούς στα σπίτια τους, τους περιέθαλψαν με αγάπη και φροντίδα και εκείνοι μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψαν για να τους ευχαριστήσουν.
Δήμητρα Καμπόλη
