Οι φίλοι της αγάπης

Ο Χρήστος και ο Κώστας έγιναν φίλοι όταν ξεκίνησαν το δημοτικό. Τίποτα και κανείς δεν κατάφερε να τους κάνει να μαλώσουν ποτέ. Ήταν πάντα ο ένας δίπλα στον άλλο. Μέχρι εκείνο το πρωινό…

Έκτη δημοτικού, ένα μουντό πρωί Δευτέρας που δεν έβλεπες τίποτα έξω από τα παράθυρα της τάξης, μόνο άκουγες την καταιγίδα να λυσσάει μανιασμένη. Αργοπορημένος μπήκε ο Χρήστος, μουτρωμένος και μούσκεμα από την βροχή.

«Γιατί άργησες;» ψιθύρισε ο Κώστας ενώ τον έβλεπε να βγάζει τα βιβλία από την τσάντα. «Πού χάθηκες όλο το Σαββατοκύριακο;» ρώτησε πάλι αλλά καμία απάντηση.

Η δασκάλα συνέχισε απαλά το μάθημα, με ήρεμη φωνή και κοφτές κινήσεις. Τα παιδιά ένιωθαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι ήταν διαφορετικό εκείνο το πρωινό. Στο διάλειμμα πλήθηναν οι ψίθυροι ανάμεσα στους δασκάλους, τα βλέμματα συμπόνιας όταν περνούσε ο Χρήστος από δίπλα τους… Οι φίλοι του ανησυχούσαν και περισσότερο ο Κώστας που πρώτη φορά ένιωθε μακριά από τον φίλο του. Κανείς δεν τους έλεγε τίποτα γιατί δεν ήθελαν τα παιδιά να το κάνουν θέμα. Ήθελαν να το διαχειριστούν διακριτικά. Να δώσουν χρόνο. Δεν θα έμενε κρυφό για πολύ ακόμα άλλωστε.

Την επόμενη μέρα όλοι ήξεραν. Εκτός από τον Κώστα. Έβλεπε τα πρόσωπα των συμμαθητών του φοβισμένα, σαν να έμαθαν κάτι που άλλαξε την ζωή τους. Κάτι που όταν είσαι μικρός δεν πιστεύεις ότι θα συμβεί σε κάποιο άλλο παιδί. Κάτι που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ.

«Τί συμβαίνει, ρε Χρήστο; Θα μου πεις;» τον στρίμωξε στο διάλειμμα ο Κώστας.

«Οι γονείς μου σκοτώθηκαν…» ψέλλισε πριν βάλει τα κλάματα και ο φίλος του τον τράβηξε παραπέρα.

«Πώς; Πότε;»

«Με το αμάξι. Την Παρασκευή το βράδυ», σκούπισε τα μάτια του με το μανίκι του.

Έκατσαν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλον. Ο Κώστας δεν ήξερε πώς να τον παρηγορήσει. Δεν ήξερε τι να πει που να μην φανεί λίγο. Ποια ήταν τα σωστά λόγια σε μια τέτοια στιγμή; Τι ήταν αρκετό; Να τον ακούσει; Να τον αφήσει μόνο του στην ησυχία του; Να τον αγκαλιάσει; Δεν ήθελε να τους δουν τα άλλα αγόρια και να τους κοροϊδέψουν. Δεν θα το επέτρεπε εκείνη τη στιγμή. Ο καλύτερός του φίλος, εκείνος που πρώτος έμπαινε στις περιπέτειες, πρώτος πηδούσε από τα βράχια στο λιμανάκι, πρώτος σηκωνόταν όταν έπεφτε από το ποδήλατο στην χωματερή, πρώτος σήκωνε ανάστημα όταν τους την έμπαιναν τα μεγαλύτερα παιδιά… Είχε μείνει λίγος. Είχε μείνει μόνος. Δεν ήξερε πώς να σταθεί δίπλα του, πώς να πάρει λίγο από τον πόνο που έβλεπε να τον τρώει.

Το μεσημέρι, ζήτησε συμβουλές από την μαμά του. Αυτά είναι θέματα των μεγάλων και εκείνη θα ήξερε τι να κάνουν. Η μαμά του δεν έκανε παρέα με την οικογένεια του Χρήστου. Δεν είχε πληροφορηθεί το γεγονός. Και εκείνη δε ήξερε τι να πει. Μόνο πόσο μικρή ένιωθε μπροστά στον θάνατο. Η ειλικρίνειά της καθησύχασε τον γιο της. Γιατί δεν υπάρχουν πάντα σωστές απαντήσεις και σωστές κουβέντες. Υπάρχουν στιγμές που το μόνο που αρκεί να κάνεις είναι να ακούσεις και να αγκαλιάσεις αυτόν που πονάει.

Όσο περνούσαν οι μέρες, ο Χρήστος ερχόταν στο σχολείο όλο και πιο ταλαιπωρημένος και ακατάστατος. Τα βιβλία του ήταν τσαλακωμένα, τα τετράδια κακογραμμένα και τα ρούχα του απεριποίητα. Οι δάσκαλοι εκτός από τις επιδόσεις του, που ήταν αναμενόμενο να πέσουν, ανησυχούσαν περισσότερο για την φροντίδα του. Η γιαγιά του που τον ανέλαβε ήταν πολύ ηλικιωμένη και μάλλον δεν κατάφερνε να τον φροντίζει όπως έπρεπε. Διαπίστωσαν γρήγορα ότι εκτός από την αξιοπρέπεια με την οποία σήκωνε το πένθος της, ήταν και φοβερά περήφανη. Δεν δεχόταν καμία από τις βοήθειες που ήθελαν να προσφέρουν οι δάσκαλοι και οι γονείς.

«Δώρο από τον Θεό!» είπε στον Κώστα η μαμά του ότι ήταν η δεύτερη δουλειά που βρήκε. Μόνη της τον μεγάλωνε και έψαχνε καιρό να κάνει κάτι παραπάνω. «Μην ανησυχείς καθόλου. Είναι δύο ώρες κάθε βράδυ, θα καθαρίζω το γραφείο του οδοντιάτρου. Δεν θα μένεις μόνος όμως! Αυτό είναι ένα δώρο από τον Θεό για όλους μας».

Γρήγορα κατάλαβε τι σχέδιο είχε η μαμά του. Πλησίασε την γιαγιά του Χρήστου και την παρακάλεσε να τον κρατάει κάθε βράδυ από τις 8 ως τις 10. Χρήματα δεν δεχόταν με τίποτα η γιαγιά και αυτό ήταν κάτι που το περίμενε η γυναίκα. Είχε ήδη σκεφτεί πώς θα βοηθούσε η μία την άλλη χωρίς να την φέρει σε δύσκολη θέση.

Το πρώτο βράδυ που γύρισε να πάρει τον γιο της κρατούσε δύο κουτιά μπισκότα. Το επόμενο βράδυ τέσσερα καινούργια τετράδια, ένα κουτί μολύβια και μερικές γόμες. Την άλλη φορά χυμούς και σάντουιτς. Ένα καλάθι λαχανικά. Ούτε πολλά ούτε λίγα. Στην αρχή. Αφού μαλάκωσε την καρδιά της γιαγιάς, πήγε μια τσάντα με ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Έπειτα ένα ζευγάρι παπούτσια που είπε ότι δεν έκαναν στον γιο της. Ένα δωρεάν ραντεβού στο οδοντιατρείο που δούλευε. Στο ρεπό της έπαιρνε τα αγόρια και τα πήγαινε εκδρομές. Κάποια μεσημέρια τους έβγαζε όλους για φαγητό και άλλες πήγαιναν στης γιαγιάς και μαγείρευαν μαζί. Όταν πέρασε ο πρώτος μήνας έκανε δώρο στον Χρήστο ένα καινούργιο σετ φόρμες για το σχολείο.

«Είναι η χαρά μου που πήρα τον πρώτο μου μισθό», το έπαιρνε πάνω της η μαμά του Κώστα. Η γιαγιά φυσικά είχε καταλάβει τι γινόταν αλλά η ευγένεια και η διακριτικότητα της γυναίκας την έκαναν να φουσκώνει από συγκίνηση.

«Ξέρεις ότι δεν θέλω τίποτα από αυτά, κόρη μου», έσφιξε τα χείλη και καμάρωσε το εγγόνι της με τα νέα του ρούχα. Πόσο του πήγαιναν!

«Το ξέρω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ!» χαμογέλασε γιατί άκουγε τα ευχαριστώ που φώναζε η καρδιά της γιαγιάς.

Η γυναίκα έκανε ότι έφταιγε εκείνη που ήταν σπατάλη και η γιαγιά ότι με το ζόρι τα δεχόταν, ενώ μέσα της έλιωνε από ευγνωμοσύνη. Έτσι έριχναν και οι δύο τις καρδιές τους στο τραπέζι για να ράβει η μία την ψυχή της άλλης.

Τα δύο αγόρια έμειναν φίλοι για όλη την υπόλοιπη ζωή τους και έμαθαν να βοηθούν και να σηκώνουν ο ένας τα βάρη του άλλου και των γύρω τους. Έτσι όπως έμαθαν βλέποντας τις δύο γυναίκες να κάνουν. Γιατί και η αγάπη έχει φίλους, την διακριτικότητα και τον σεβασμό και χωρίς αυτούς δεν μπορείς να ράψεις μια πληγωμένη καρδιά.

CC

One response to “Οι φίλοι της αγάπης”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading