Ανθρώπινα πάθη

Ο Νίκος δεν ήταν ποτέ ένας άνθρωπος της υπερβολής. Από παιδί ήταν ντροπαλός, μεγαλωμένος με οικογενειακές αρχές, που πήγαζαν από την ταπεινότητα και την αποχή από κάθε είδους ματαιοδοξία, φθόνο, πλούτο και άλλες «ψυχικές αρρώστιες», όπως τις ονόμαζαν οι γονείς του.
Μεγάλωσε με πολλές στερήσεις, μα είχε ευτυχισμένη παιδική ηλικία, διότι εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι ήταν φτωχοί, σαν την οικογένειά του, και σχεδόν κανένα παιδί δεν ξεχώριζε με φανταχτερά ρούχα, πλην τα «καλά τους», ή με πολύπλοκα παιχνίδια. Τα παιχνίδια τους ήταν το χώμα, η μπάλα, το κρυφτό, το κυνηγητό και κάποτε οι σβόλοι που τους χάριζαν οι μεγαλύτεροι.

Στα παιχνίδια της αλάνας ξεχώριζε, ήταν η ήρεμη δύναμη, το «μυαλό», εκείνος που μεσολαβούσε να τα βρουν, εκείνος που πάντα προσπαθούσε να δώσει μια δίκαιη λύση, ακόμα και όταν οι μύτες έτρεχαν αίμα από τις μπουνιές. Στο σχολείο αντιθέτως, δεν τα πήγαινε πολύ καλά, εκτός από τα μαθηματικά που τον βοήθησαν να καταλάβει, στην ηλικία των δώδεκα, ότι ήταν αριθμομνήμονας. Τα νούμερα χόρευαν μπροστά στα μάτια του, σαν προκλήσεις που δεν ήθελε να χάσει, και αμέσως, με ευκολία θυμόταν ποιος αριθμός ήταν στην προηγούμενη άσκηση, σε ποια σειρά, πόσες φορές επαναλαμβανόταν, σε πόσες ασκήσεις τον είχε εντοπίσει, με κλειστά τα ματιά, οι αριθμοί έγιναν τα παιχνίδια της μνήμης του, οι ασκήσεις οι φίλοι του.

Μεγάλη ήταν η χαρά του, όταν στα χέρια του πήρε την τράπουλα. Μπορούσε να θυμηθεί με την σειρά σχεδόν όλα τα φύλλα. Όσες φορές και αν ανακάτευε, όσες φορές και αν μπέρδευε επίτηδες τα φύλλα, τα έβρισκε με την ίδια ευκολία. Ενθουσιασμένος, έκανε επίδειξη στους φίλους του, που με ανοιχτό στόμα τον θαύμαζαν και για να πεισθούν και να τον δυσκολέψουν, ανακάτευαν κάποιες φορές και τρεις τράπουλες μαζί, χωρίς όμως να ζορίσουν ιδιαίτερα τον Νίκο, που έβρισκε όλους τους αριθμούς με μεγάλη ευκολία.

Στο γυμνάσιο, παίζοντας μικροποσά σε χαρτιά μακριά από την γειτονιά του, έβγαζε χαρτζιλίκι από τους συνομήλικους, και ως εκεί το ταλέντο του, φαινόταν να είναι ευχάριστο και διόλου εθιστικό. Αργότερα στην ενήλικη ζωή του, χρειάστηκε κάποιο σοβαρό ποσό χρημάτων, να βοηθήσει στα χρέη των γονιών του, που άρρωστοι πλέον δεν μπορούσαν να εργαστούν, και εφόσον δεν κατάφερε να τα αποκτήσει δουλεύοντας ταπεινά όπως είχε διδαχτεί, αποφάσισε να τ’ αντλήσει από το υπέρμετρο ταλέντο του. Σαν σιντριβάνι με χρυσό νερό, ανέβλυζε ο ενθουσιασμός του όταν μόλις σε δυο ώρες κάλυψε το ποσό που ήθελε. Είχε καταλάβει ποιος ήταν ο προορισμός του. Θα «έπεφτε» με φόρα στον πλούτο, τον πλούτο που σαν κατάρα του έλεγαν ν’ αποφύγει, τον πλούτο που θα μπορούσε ν’ αλλάξει την ζωή προς το καλύτερο. «Δεν υπάρχει τίποτα κακό στον πλούτο» μονολόγησε μετρώντας τα κέρδη του.

Xρόνια μετά διάβαινε την πόρτα του ακριβότερου καζίνο στον κόσμο, στο Λας Βέγκας, αποτέλεσμα ενός «διαβόλου» μπούκερ που γνώρισε, την ίδια ημέρα με τον «άγγελο» Θάλεια. Η Θάλεια, όπως και εκείνος, είχε μεγαλώσει με πολλές στερήσεις και οικογενειακά βάρη, και σίγουρα καθόλου δεν την ενόχλησε ακόμα ένα «βάρος», εκείνο των καρατιών του διαμαντιού στο μεσοδακτύλιό της.
«Και τι δουλειά κάνεις;» τον ρώτησε με την αθωότητα των είκοσι χρόνων της.
«Οικοδόμος, βενζίνας, ντελιβεράς, σερβιτόρος και τώρα ξεκίνησα να παίζω χαρτιά επαγγελματικά, γι’ αυτό και θα ταξιδέψω!»
«Είναι ωραία η ζωή σου! Μπορώ να έρθω και εγώ μαζί;»
«Θα είσαι το γούρι μου!» της είπε και εκείνη ευτυχισμένη αναπήδησε από χαρά.

Κατά μια αντίληψη κοινωνικά αποδεκτή, είχαν μια όμορφη ζωή. Ταξίδευαν, έμεναν σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία, έτρωγαν και έπιναν τα καλύτερα της γης. Το βράδυ ο Νίκος έπιανε δουλειά, έπαιζε, παρατηρούσε, η μνήμη του έτρεχε με χίλια πάνω από την τσόχα, οχτώ στις δέκα φορές, κέρδιζε. Με τα χρήματα σε τσάντες που δεν κινούσαν υποψίες, πετούσε στο Ντουμπάι, κατέθετε τα ποσοστά του μπούκερ σε συγκεκριμένη πάντα τράπεζα, και πίσω στην Ελλάδα, ξόδευε τα δικά του. Δυστυχώς η λαχτάρα των φτωχών ανθρώπων προς τον πλούτο, τους καθιστά ανήμπορους να σκεφτούν την εκδοχή της αποταμίευσης. Ξόδευαν και οι δυο χωρίς αύριο, χωρίς κανένα προγραμματισμό ή σκέψη δεύτερη, άπληστοι σαν θεριά που κατασπάραζαν σάρκες, τόση ήταν η μανία τους!

Τέσσερα χρόνια πηγαινοερχόταν σε χώρες που δεν είχε φανταστεί, με ενδιάμεσο σταθμό πάντα το Ντουμπάι. Τέσσερα χρόνια, νόμιζε πως ήταν πολύ έξυπνος, πολύ ανώτερος, ένα διαφορετικό ον, οι υπόλοιποι δεν είχαν το ταλέντο του, ούτε όμως την υπεροψία του. Στα τέσσερα χρόνια απέκτησαν τα δίδυμα αγόρια τους, που δυστυχώς δεν τα χάρηκε λόγω των πολλών ταξιδιών του. Η Θάλεια έμεινε με τα μωρά εκείνος με την τσόχα. Κοιμόταν και έβλεπε χαρτιά, έτρωγε και έβλεπε χαρτιά, σκεφτόταν μόνο αριθμούς, συνδυασμούς, επιπλέον στον λίγο ελεύθερο χρόνο του, εξασκούσε την μνήμη του με μια τράπουλα στο χέρι. Δεν ήθελε καμία απόσπαση από τα χαρτιά, έτσι αποφάσισε να κάνει έδρα του το Ντουμπάι, και από εκεί να ταξιδεύει στους προορισμούς που του υποδείκνυε ο μπούκερ. Στην τελευταία επικοινωνία τους, του ανέφερε με στόμφο να είναι προσεχτικός, να μην κινεί υποψίες ξαφνικού πλουτισμού, να ξοδεύει με μέτρο και να καταθέτει σε χώρες ουδέτερες.

Η αρχή του τέλους για τον Νίκο είχε ξεκινήσει. Χωρίς καμία προειδοποίηση, του απαγορεύτηκε η είσοδος σε συγκεκριμένα καζίνο, στην Σιγκαπούρη τον ξυλοκόπησαν τόσο άγρια, που χρειάστηκε να νοσηλευτεί δυο μήνες. Μίλησε με την Θάλεια, πρότεινε να σταματήσουν να ξοδεύουν ακατάπαυστα, την ενημέρωσε να μείνει με την μάνα της για λίγο καιρό. Δεχόταν απειλές κατά της ζωής του, μια «λεπτομέρεια» που δεν ανέφερε ποτέ.

Η Θάλεια δεν μπορούσε να διανοηθεί πως πλέον καμία από τις πολυτέλειες και τα λούσα που είχε πριν, δεν θα υπήρχαν στην ζωή της. Απτόητη συνέχισε να σπαταλά σε κάθε είδους άχρηστα αντικείμενα και λούσα, μέχρι που η δίωξη οικονομικού εγκλήματος της χτύπησε το κουδούνι, αναζητώντας τον Νίκο, ο οποίος είχε δυο χρόνια να επιστρέψει στην Ελλάδα. Είπε ψέματα πως είχαν χωρίσει, δεν είχε νέα του, αγωνιούσε, από μητρικό ένστικτο πήρε τα μωρά, ένα βαλιτσάκι και έφυγε στην μάνα της, στην επαρχία, αφήνοντας όλη την ματαιοδοξία της κλειδωμένη στην χρυσή βίλα τους.

Ο Νίκος απεγνωσμένος, και κυνηγημένος από τους μπράβους της νύχτας των καζίνο, επέστρεψε στην Ελλάδα, κουβαλώντας όσα χρήματα μπορούσε. Ο μπούκερ, είχε εξαφανιστεί, σημάδι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τον συνέλαβαν στο αεροδρόμιο με τα αποδειχτικά στοιχεία να τον «καίνε», δηλώνοντας αθώος, θύμα, εξαπατημένος. Δυστυχώς δεν έπεισε τους δικαστές, και μη μπορώντας να πληρώσει για όλα τα χρήματα που είχε αποκτήσει, πούλησαν το σπίτι τ’ αυτοκίνητα, τα κοσμήματα, όλα τα πολύτιμά τους, και φυλακίστηκε δυο χρόνια.

Όταν βγήκε από την φυλακή με καρδιά, και ψυχή άδεια, μοναδικός συμπαραστάτης ήταν η Θάλειά του. Την αγκάλιασε μπαίνοντας στο σαραβαλιασμένο φίατ που τον περίμενε απ’ έξω. «Τελειώσαμε, χαθήκαν όλα!» της είπε. «Όχι, δεν τελειώσαμε, τώρα ξεκινάμε!» απάντησε εκείνη και πάτησε το γκάζι να μπει με φόρα, αυτή την φορά στην απλή και καθημερινή ζωή, χωρίς πολυτέλεια, χωρίς καν τα βασικά, αλλά ήρεμη με τον Νίκο και τα δίδυμα τους να μεγαλώνουν επιτέλους, όμορφα.

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading