Εμένα μ’ έλεγαν σκληρή. Από μικρή. Από τότε που δεν ήξερα καλά καλά να πω «πονάω». Έπεφτα, μάτωνα, χτυπούσα και δε μιλούσα. Έσφιγγα τα δόντια κι έλεγα μες στο νου μου «Μη δείξεις δάκρυ, Δέσπω. Σφίξε. Μη δώσεις χαρά σε κανέναν».
Μια φορά, θυμάμαι, ήμουνα έξι χρονών, κι έπεσα από το ποδήλατο με φόρα. Άνοιξε το γόνατο, το αίμα σαν νερό. Πονώ, Θεέ μου, έκλαιγα μέσα μου, μα προς τα έξω τίποτα. Η μάνα ήρτε κοντά, σκύφτει:
«Πόνεσες, κόρη μου;»
«Όι, μάνα. Είμαι καλά»
Έτσι εμάθαν να λαλούν όλοι: «Η Δέσπω είναι σκληρή. Δεν κλαίει. Είναι βράχος, σαν τον παππού της»
Εγώ όμως ήμουν μωρό. Κι ας μην το ’δειχνα.
Μεγάλωσα, που λες, μ’ αυτό το κουσούρι. Να κρύβω. Να θάφκω. Να κάνω την πέτρα. Όταν ο κύρης μου, ο Παναής, με φώναζε μες στο σπίτι, η φωνή του έσπαζε το ταβάνι.
«ΔΕΣΠΩ!»
«Ναι, πατέρα…» απαντούσα με ίσιο κορμί, μη τυχόν και φανεί πως φοβούμαι.
Κι αν έρχουνταν το χέρι του… και συχνά έρχουνταν… κι αν με βάραγε, εγώ έστεκα εκεί. Δεν τον κοίταζα. Ούτε του μιλούσα. Μονάχα σιωπή.
Μα ήρτε μια μέρα —και δεν την ξεχνώ— που η ζωή μου εστράφηκε κατάμαυρη.
Δεκαπέντε ήμουν. Καλοκαίρι, τζιαιγόταν η πλάση. Είχα μόλις πλύνει τα ρούχα κι η μάνα μου λαλεί:
«Πήγαινε, Δέσπω, στην αποθήκη να τακτοποιήσεις τα καπνά»
Η αποθήκη ήτανε σκοτεινή, με μια μυρωδιά βαριά — καπνός, ιδρώτας, χώμα. Μπήκα μέσα, κι ένιωσα τη σιλουέτα του να με ζυγώνει. Ο θείος. Ο αδερφός του πατέρα. Ο Φώτης. Ένας άντρας σκαμμένος, με μάτια μαύρα σαν κατράμι. Τα δόντια του σαπισμένα από το τσιγάρο. Η ανάσα του, σκουριά.
«Ήρθα να βοηθήσω, ανιψούλα…» είπε.
Μου άγγιξε την πλάτη. Τράβηξα το χέρι μου.
«Μην το κάνεις αυτό…»
Αλλά εκείνος μ’ έσπρωξε στο πάτωμα. Πάνω στα καπνά. Μου ’σχισε το φόρεμα με τα δάχτυλα. Δεν πρόλαβα να φωνάξω. Δεν ήξερα πώς.
«Σκάσε… σκάσε, μη μιλήσεις… Εγώ σε κάνω γυναίκα…»
Τα μάτια μου καρφώθηκαν στο ταβάνι. Δεν έκλαψα. Δεν πάλεψα. Το ’μαθα από παιδί να μη δίνω στόχο. Έτσι έγινε. Κι έτσι συνεχιζόταν. Σχεδόν κάθε βράδυ. Έμπαινα στην αποθήκη… κι ήξερα. Ήξερα ότι με περιμένει. Την ανάσα του τη μύριζα πριν τον δω. Το σώμα μου πάγωνε, η ψυχή μου πετούσε μακριά. Έφευγε. Δεν ήθελα να ’μαι εκεί.
Κι όταν ερχούσαν προξενιά;
«Δεν είμαι για γάμο, μάνα…» της έλεγα.
«Τι λες, κόρη μου; Νιάτα έχεις, προίκα δεν έχουμε, μα είσαι τίμια!»
Τίμια, ναι… αλλά λερωμένη. Ποιος θα με έπαιρνε εμένα, που με τσαλάκωσε το τέρας;
Κι η θεία μου, η Σμάρω, η γυναίκα του… μια πατσαβούρα, μα με μάτι ξυράφι. Στρογγυλό πρόσωπο, καστανά μαλλιά πάντα μαζεμένα σε σφιχτό κότσο, κι ένα στόμα που δεν έλεγε καλό λόγο για κανέναν.
«Πάλι μόνη, Δέσπω; Στο ράφι θα σαπίσεις!» με κορόιδευε στις συνάξεις. «Ή μήπως σε πήρε άλλος και δε μας το ’πες;»
Μια μέρα με κάλεσε πίσω απ’ το σπίτι.
«Έλα, να σου πω…»
Πήγα, μα είχα βάρος στην καρδιά.
Μου λέει:
«Ξέρω. Ξέρω τι κάνεις με τον άντρα μου»
Πάγωσα.
«Δεν… δεν είναι έτσι…»
«Σκάσε!» μου φώναξε. «Δέκα χρόνια τον βλέπω. Που φεύγει απ’ το κρεβάτι μου και πάει στην αποθήκη! Σ’ εσένα!»
«Με βιάζει!» της φώναξα για πρώτη φορά. «Με βιάζει, τόσα χρόνια!»
Έσκυψε και με κοίταξε με φθόνο.
«Μπορεί… Μα εγώ τον αγαπώ. Τον θέλω. Κι εσένα σε ζήλεψα. Μου ’κλεψες τον άντρα, έστω κι έτσι. Και τώρα θα το πω στη μάνα σου. Να δω τι θα γίνει…»
Το ίδιο βράδυ, η μάνα μου, η Βασιλική, μ’ έπιασε από τα χέρια.
«Πες μου, Δέσπω… είναι αλήθεια;»
Έγνεψα. Δεν είχα άλλη δύναμη. Έβαλε τα κλάματα. Ξερίζωσε τα μαλλιά της. Βόγγηξε.
«Θεέ μου, το παιδί μου… Πώς δεν το κατάλαβα;»
«Τι θα κάνεις;» ρώτησα.
«Θα του βγάλω τα μάτια! Αλλά… όχι τώρα. Όχι… Όχι μπροστά στον κόσμο. Πρέπει να μείνει μυστικό»
Την ίδια νύχτα, το ’πε στον πατέρα μου. Κι εκείνος… Με φώναξε μπροστά του. Ήταν σκοτεινά, δεν τον έβλεπα καλά.
«Τι είναι αυτά που ακούω;» μου λέει. «Ξεφτίλα. Ξεφτίλισες την οικογένεια!»
«Μα πατέρα… με βίαζε…»
Το χέρι του ήρθε δυνατό, μου έσπασε το χείλος.
«Πουτάva!»
Με χτύπησε ξανά και ξανά. Πίστεψε τον αδερφό του. Όχι εμένα. Όχι το αίμα του. Κι ύστερα… σιωπή. Όλοι έκαναν πως δεν έγινε τίποτα. Εκείνος συνέχιζε να μπαίνει στην αποθήκη. Εγώ… συνέχιζα να πηγαίνω. Μέχρι που μια μέρα άκουσα τη μικρή μου αδερφή. Την Άννα. Μικρούλα, με μάγουλα ροδαλά και κοτσιδάκια. Πλέον δεκαπέντε κι αυτή.
Και μέσα απ’ την αποθήκη άκουσα:
«Άσε με θείε! Τι κάνεις; Τρελάθηκες;»
«Τώρα είναι η σειρά σου. Η Δέσπω μεγάλωσε…»
Ο κόσμος μου σκοτείνιασε. Πήρα το σκεπάρνι από τη γωνιά. Μπήκα μέσα ήσυχα. Εκείνος δεν με άκουσε. Ένας ήχος μόνο. Κρακ. Το κρανίο του άνοιξε σαν καρπούζι. Έπεσε κάτω. Τέλειωσε. Η Άννα έκλαιγε. Την πήρα αγκαλιά.
«Σώπα, μικρή μου. Τώρα δεν θα σε πειράξει ποτέ»
Ήρθαν οι αστυνομικοί. Με πήραν ήσυχα. Δεν φώναξα.
«Η φόνισσα του χωριού», με είπανε.
Δεν μίλησα ποτέ. Ούτε στον δικαστή. Ούτε στη μάνα μου. Ούτε στον Θεό. Τα κουβάρια μου τα πήρα μαζί μου. Στο κελί. Στο χώμα. Στην αιωνιότητα. Είπανε πως ήμουν σκληρή. Κι ήμουν. Γιατί αλλιώς… δεν θα ζούσα.
Παναγιώτα Τσάμπρα
